Pages

01 March 2015

Συνέντευξη του Immanuel Wallerstein στον Peter Schouten





Immanuel Wallerstein:

«Το σύστημα δεν είναι σε θέση να επιβιώσει· ο κόσμος βρίσκεται σε χαοτική κατάσταση»

 


Συνέντευξη του Immanuel Wallerstein στον Peter Schouten.

 

Ο Immanuel Wallerstein που πέθανε στις 31 Αυγούστου 2019 υπήρξε Διακεκριμένος Ερευνητικός Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Yale και ένας από τους θεμελιωτές της μαρξιστικής θεωρίας Διεθνών Σχέσεων. Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Theory Talks στις 4 Αυγούστου 2008, ενώ η εκδοχή της στα ελληνικά δημοσιεύτηκε (με την άδεια του Peter Schouten) στην επιθεώρηση Ουτοπία, στο πλαίσιο του αφιερώματος στην «Νέα Παγκόσμια Αταξία», τεύχος 111, Μάρτιος-Απρίλιος 2015.

 

Μετάφραση από τα Αγγλικά: Ηρακλής Οικονόμου

 

 

Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η μεγαλύτερη πρόκληση / κύρια συζήτηση στις τρέχουσες Διεθνείς Σχέσεις; Και ποια είναι η θέση σας ή η απάντηση σε αυτή την πρόκληση / συζήτηση;

 

Η ανάλυσή μου του μοντέρνου παγκόσμιου συστήματος υποστηρίζει ότι βρισκόμαστε σε μια διαρθρωτική κρίση, ότι το σύστημα στην πραγματικότητα δεν είναι σε θέση να επιβιώσει, και ότι ο κόσμος βρίσκεται σε μια χαοτική κατάσταση, στην οποία θα παραμείνουμε για τα επόμενα 20 με 40 χρόνια. Αυτή η κρίση έχει να κάνει με την έλλειψη επαρκούς διαθέσιμης υπεραξίας και άρα και με το δυνητικό κέρδος που μπορεί κάποιος να αποκομίσει. Το σύστημα αναπτύσσει μια διακλάδωση - δηλαδή βρίσκεται σε μια κατάσταση όπου υπάρχουν δύο εναλλακτικοί τρόποι για την έξοδο από τη σημερινή κρίση, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα νέο, σταθερό, παγκόσμιο σύστημα.

 

Η πιο σημαντική τρέχουσα διαμάχη είναι αυτή μεταξύ των δύο υποθετικών εναλλακτικών δρόμων απ’ τους οποίους θα επιλέξει ο κόσμος. Είναι πολύ δύσκολο να ορίσει κάποιος πολύ στενά αυτές τις δύο κατευθύνσεις· βασικά, θα υπάρξουν άνθρωποι που θα προσπαθήσουν να δημιουργήσουν ένα νέο παγκόσμιο σύστημα που θα αναπαράγει ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά του υφιστάμενου συστήματος, αλλά δεν θα είναι ένα καπιταλιστικό σύστημα. Θα παραμείνει ιεραρχικό και εκμεταλλευτικό. Η άλλη κατεύθυνση θα ήταν η δημιουργία ενός εναλλακτικού συστήματος που θα είναι σχετικά δημοκρατικό και σχετικά εξισωτικό. Όλοι αυτοί είναι πολύ ασαφείς όρους επειδή κανείς δεν μπορεί να καθορίσει εκ των προτέρων τις δομικές λεπτομέρειες ενός τέτοιου μελλοντικού παγκόσμιου συστήματος. Αλλά, προφανώς, απ’ τη δική μου οπτική, η μια λύση θα ήταν ένα καλύτερο παγκόσμιο σύστημα, και η άλλη θα ήταν ένα παγκόσμιο σύστημα τουλάχιστον τόσο κακό ή ίσως και χειρότερο απ’ το παγκόσμιο σύστημα που έχουμε αυτήν τη στιγμή. Συνεπώς, μιλάμε για μια πραγματική πολιτική διαμάχη.

 

Και πάλι, είναι εγγενώς αδύνατο να προβλέψουμε ποιο θα είναι το αποτέλεσμα.· για το μόνο πράγμα που μπορούμε να είμαστε σίγουροι είναι ότι το παρόν σύστημα δεν θα επιβιώσει κι ότι θα υπάρξει κάτι άλλο. Θα δημιουργήσουμε, όπως λέει και η περίφημη φράση του Ilya Prigogine, τάξη από το χάος. Αυτή είναι η βασική θεωρητική θέση μου.

 

Πώς φτάσατε στο σημείο στο οποίο βρίσκεστε αυτή τη στιγμή σε σχέση με τις Διεθνείς Σχέσεις (άνθρωποι που σας ενέπνευσαν, βιβλία, γεγονότα, σύλληψη ιδεών);

 

Το πιο σημαντικό πολιτικό γεγονός στη ζωή μου υπήρξε αυτό που εγώ αποκαλώ η παγκόσμια επανάσταση του 1968. Για μένα, ήταν ένα θεμελιώδες μετασχηματιστικό γεγονός. Ήμουν στο Πανεπιστήμιο Columbia όταν έλαβε χώρα η εξέγερση εκεί, αλλά αυτό δεν είναι παρά μια βιογραφική υποσημείωση σε σχέση με αυτό που συνέβη πολιτικά και πολιτισμικά.

 

Έχω προσπαθήσει πολλές φορές να αναλύσω τι συνέβη ακριβώς εκείνη την περίοδο, και ποιες ήταν οι συνέπειες. Είμαι πεπεισμένος ότι το 1968 ήταν πιο σημαντικό από το 1917 (Ρωσική Επανάσταση), η περίοδος 1939-1945 (Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος) ή το 1989 (κατάρρευση των Κομμουνισμών στην ανατολική-κεντρική Ευρώπη και τη Σοβιετική Ένωση), χρονικές στιγμές που οι άνθρωποι συνήθως αναφέρουν ως κρίσιμα γεγονότα. Αυτά τα άλλα γεγονότα ήταν απλώς λιγότερο μετασχηματιστικά από την παγκόσμια επανάσταση του 1968.

 

Αν με ρωτάτε για τα άτομα που με επηρέασαν, θα πρέπει να αναφέρω τους Karl Marx, Fernand Braudel, Joseph Schumpeter, Karl Polanyi, Ilya Prigogine, και Frantz Fanon.

 

Τι χρειάζεται ένας φοιτητής (κλίσεις, δεξιότητες) για να γίνει ειδικός στις Διεθνείς Σχέσεις ή να καταλάβει τον κόσμο με έναν παγκόσμιο τρόπο;

 

Νομίζω ότι πραγματικά δεν είναι εύκολο, αλλά δεν είναι και αδύνατο. Απλά, το «να πάρει ένα διδακτορικό δίπλωμα» δεν είναι αρκετό για μένα.

 

Μια ενδελεχής καταβύθιση στην ιστορική γνώση του σύγχρονου παγκόσμιου συστήματος - που σημαίνει τουλάχιστον των τελευταίων πεντακοσίων ετών - είναι μια sine qua non προϋπόθεση· η γνώση των επιστημολογικών ερωτημάτων που στοιχειώνουν τη σύγχρονη κοινωνική επιστήμη είναι σημαντική· και στη συνέχεια απαιτείται μια βασική κατανόηση του πώς το καπιταλιστικό παγκόσμιο σύστημα έχει λειτουργήσει ως σύστημα (συμπεριλαμβανομένου και του διακρατικού συστήματος) σε μια περίοδο αρκετών εκατοντάδων ετών.

 

Επίσης, υπάρχει και ένας ίσως ακόμη σημαντικότερο ζήτημα, το οποίο έχει να κάνει με την ανάγνωση των κλασικών. Είναι αλήθεια πως ό,τι είχαν να πουν οι κλασσικοί συγγραφείς πρέπει να αναλυθεί εκ νέου γιατί περιορίζεται από τον κόσμο στον οποίο ζούσαν και στοχάζονταν. Όμως, ένα από τα προβλήματα για τους φοιτητές είναι ότι συνήθως δεν διαβάζουν πραγματικά Adam Smith, Marx ή Freud. Αντίθετα, διαβάζουν βιβλία που είναι γραμμένα γι’ αυτούς. Όταν λένε «Ο Marx είπε το χ», στην πραγματικότητα εννοούν «αυτός ο συγγραφέας είπε ότι ο Marx είπε το χ». Τέτοιοι ισχυρισμοί δεν είναι μόνο φιλτραρισμένοι αλλά - τις περισσότερες φορές - απλώς λανθασμένοι ή, τουλάχιστον, διαστρεβλωμένοι. Όσοι παραθέτουν τις απόψεις των κλασικών συγγραφέων συχνά το κάνουν εκτός πλαισίου αναφοράς, ή απλά παρερμηνεύουν ένα πρωτότυπο κείμενο. Αν προσπαθήσετε αρκετά σκληρά, μπορείτε να κάνετε τον Marx να φαίνεται ως συνήγορος του καπιταλισμού και τον Smith να μοιάζει με μαρξιστή. Έτσι, ο σημαντικός κανόνας για τους φοιτητές είναι ότι ο κάθε συγγραφέας που έχει αρκετό ενδιαφέρον ώστε να μελετηθεί αξίζει να διαβαστεί στο πρωτότυπο.

 

Ύστερα, υπάρχει και το γλωσσικό πρόβλημα. Οι φοιτητές, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, θα πρέπει να μιλάνε περισσότερες γλώσσες από αυτές που γνωρίζουν τώρα, γιατί η μετάφραση αυτών των συγγραφέων είναι ένα πασίγνωστο πρόβλημα. Ο Marx και ο Weber έχουν κακομεταφραστεί αρκετές φορές, όπως και οι περισσότεροι σπουδαίοι των κοινωνικών επιστημών. Ένα από τα πράγματα που λέω στους φοιτητές είναι να «μαθαίνουν ξένες γλώσσες», παρά την πολιτιστική μεροληψία που υπάρχει στη Δύση. Αν πραγματικά δεν θέλεις ή δεν μπορείς, τουλάχιστον διάβασε έστω και σε μετάφραση το πρωτότυπο.

 

Είναι ο κόσμος πιο ίσος τώρα από ό,τι ήταν πριν από 500 χρόνια;

 

Όχι. Οι άνθρωποι που υποστηρίζουν κάτι τέτοιο εξετάζουν το ανώτερο 20% του παγκόσμιου πληθυσμού με όρους πραγματικού εισοδήματος, και αυτό το 20% είναι αλήθεια ότι περνάει πολύ καλύτερα απ’ ό,τι οι προηγούμενες γενιές. Αλλά αν δείτε, όπως εγώ, τις διαφορές μεταξύ του ανώτατου 1%, του αμέσως κατώτερου 19% και του υπόλοιπου 80% σε παγκόσμιο επίπεδο, τότε έχετε μια διαφορετική εικόνα. Δεδομένου ότι, για παράδειγμα, το 60% του ελβετικού πληθυσμού ανήκει στο κορυφαίο 20% του παγκόσμιου πληθυσμού, είναι αλήθεια ότι η Ελβετία είναι μια πιο ισότιμη χώρα απ’ ό,τι ήταν πριν από εκατό χρόνια. Όμως, σε όλο τον κόσμο συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: η διαφορά έχει αυξηθεί πάρα πολύ μεταξύ του ανώτερου 20% και του κατώτερου 80%, και συνεχίζει να αυξάνεται.

 

Είναι επίσης αλήθεια ότι το χάσμα ανάμεσα στο ανώτατο 1% και το 19% που βρίσκεται ακριβώς από κάτω μειωνόταν για κάποιο διάστημα. Όμως, ένα από τα πράγματα που έκανε ο νεοφιλελευθερισμός - σκόπιμα - ήταν να αποκαταστήσει το χάσμα μεταξύ του 1% και του 19% κάτω απ’ αυτό. Γι’ αυτό και οι ψηφοφόροι στη Δύση (όπου ζει το μεγαλύτερο μέρος αυτού του 19%) διαμαρτύρονται - τα πραγματικά εισοδήματά τους μειώνονται ενώ αυτό το ανώτατο 1% του παγκόσμιου πληθυσμού συνεχίζει να γίνεται ολοένα και πλουσιότερο.

 

Ο Αριστοτέλης λέγεται ότι έγραψε πως «ο νόμος είναι νους χωρίς λόγο». Αν ο νόμος είναι ήδη ένας ά-λογος νους, τότε τι είναι η αγορά, η οποία ούτε καν αναγνωρίζει τον νόμο για τις εγγενείς αξίες της;

 

Κατ’ αρχάς, δεν συμφωνώ, επειδή το δίκαιο ερμηνεύεται πάντα. Εφόσον ο νόμος παγιωθεί και καθαγιασθεί, υποτίθεται ότι μένει αμετάβλητος και ανεπηρέαστος από τις συνθήκες. Αλλά υπάρχει πάντα ο ανθρώπινος παράγοντας, ο οποίος συνίσταται στην εφαρμογή του νόμου σε συγκεκριμένες καταστάσεις. Ο νόμος ερμηνεύεται - και πρέπει να ερμηνεύεται - πάντα, και εξαιτίας αυτού του γεγονότος είναι εύπλαστος και, ως εκ τούτου, αμφιλεγόμενος.

 

Όσον αφορά την αγορά, πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στην υποθετική αγορά και την πραγματική αγορά. Η υποθετική αγορά λειτουργεί σύμφωνα με τους καθαρά αντικειμενικούς νόμους της προσφοράς και της ζήτησης που ασκούν πίεση στις τιμές και, άρα, και στη συμπεριφορά των ορθολογικών και εγωιστικών ατόμων. Όμως, στην πραγματικότητα αυτή η υποθετική αγορά δεν υπήρξε ποτέ και σίγουρα δεν υπάρχει στο καπιταλιστικό παγκόσμιο σύστημα. Για την ακρίβεια, εκείνοι που αντιτάσσονται περισσότερο στην υποθετική αγορά είναι οι ίδιοι οι καπιταλιστές διότι, αν η υποθετική αγορά τίθετο πραγματικά σε λειτουργία, αυτοί δεν θα έβγαζαν ούτε μια δεκάρα. Ο μόνος τρόπος με τον οποίο οι καπιταλιστές βγάζουν σοβαρά χρήματα είναι έχοντας οιονεί μονοπώλια. Για να αποκτήσουν οιονεί μονοπώλια, χρειάζονται την παρέμβαση του κράτους με πολλούς τρόπους, και οι καπιταλιστές έχουν πλήρη επίγνωση αυτού του γεγονότος. Η συζήτηση γύρω απ’ αυτήν την υποθετική αγορά είναι, συνεπώς, ιδεολογική ρητορική. Η αγορά δεν λειτουργεί πραγματικά μ’ αυτόν τον τρόπο και κάθε λογικός και πλούσιος καπιταλιστής θα σας το πει αυτό. Οι οικονομολόγοι της ελεύθερης αγοράς δεν θα σας το πουν, αλλά κανένας καπιταλιστής δεν πιστεύει στην αυτονομία της αγοράς.

 

Η επανάσταση του 1968, όπως υποστηρίξατε, έθεσε τέλος στην ιδέα του κεντρώου φιλελευθερισμού. Από τότε, ωστόσο, ο φιλελεύθερος καπιταλισμός έχει ριζώσει ακόμα περισσότερο στον κόσμο. Τι έχετε να πείτε σχετικά με τις αλλαγές από τις οποίες έχει διέλθει ο κόσμος ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα;

 

Πριν από το 1968, η ιδεολογία αυτού που εγώ αποκαλώ «κεντρώο φιλελευθερισμό» είχε κυριαρχήσει στον πνευματικό, οικονομικό και πολιτικό κόσμο για περίπου εκατό χρόνια, και είχε περιθωριοποιήσει τόσο τα συντηρητικά όσο και τα ριζοσπαστικά δόγματα, μετατρέποντάς τα σε είδωλα του κεντρώου φιλελευθερισμού. Τώρα, αυτό που συνέβη στην παγκόσμια επανάσταση του 1968 είναι ότι αυτή η αυτόματη παραδοχή ότι η μόνη αληθοφανής θέαση του κόσμου είναι ο κεντρώος φιλελευθερισμός γκρεμίστηκε και επιστρέψαμε σε έναν κόσμο στον οποίο υπάρχουν τουλάχιστον τρεις βασικές ιδεολογικές θέσεις: καθαρός συντηρητισμός, καθαρός ριζοσπαστισμός, και κεντρώος φιλελευθερισμός, ο οποίος φυσικά είναι ακόμα εκεί - αλλά τώρα ως μία από τις τρεις επιλογές, και όχι ως η μόνη βιώσιμη διανοητική θέση.

 

Τώρα, όταν μιλάτε για «φιλελεύθερο καπιταλισμό» αναφέρεστε σ’ αυτό που συχνά αποκαλείται «νεοφιλελευθερισμός», ο οποίος δεν είναι διόλου ο κεντρώος φιλελευθερισμός που είχε κυριαρχήσει στον κόσμο στο παρελθόν. Είναι, μάλλον, μια μορφή συντηρητισμού. Ακολουθεί μια συνήθη προσπάθεια αντιστροφής των τριών τάσεων που είναι αρνητικές από την άποψη του παγκόσμιου κεφαλαίου: το αυξανόμενο κόστος του προσωπικού, το αυξανόμενο κόστος των εισροών, και το αυξανόμενο κόστος των φόρων. Και ο νεοφιλελευθερισμός - που θα τον συναντήσετε με πολλά ονόματα, όπως η παγκοσμιοποίηση - είναι μια προσπάθεια να αντιστραφούν αυτές οι τάσεις και να μειωθούν τα κόστη. Σε αυτό, έχει υπάρξει εν μέρει επιτυχής, αλλά όπως έχουν δείξει όλες αυτές οι προσπάθειες (και λέω «όλες», επειδή τα τελευταία πεντακόσια χρόνια έχουν υπάρξει αρκετές), δεν μπορείς ποτέ να ωθήσεις το κόστος στα χαμηλότερα επίπεδα που βρισκόταν προηγουμένως. Είναι αλήθεια ότι τα κόστη του προσωπικού, των εισροών και των φόρων αυξήθηκαν από το 1945 μέχρι το 1970 και μειώθηκαν από το 1970 μέχρι, ας πούμε, το 2000, αλλά ποτέ δεν πήγαν πίσω στα επίπεδα του 1945. Αυξήθηκαν δυο πόντους και μετά μειώθηκαν μόνο κατά έναν. Αυτό είναι ένα συνηθισμένο μοτίβο στην ιστορία.

 

Νομίζω ότι οι μέρες του νεοφιλελευθερισμού είναι μετρημένες· η αποτελεσματικότητά του έχει μάλλον εξαντληθεί. Και η παγκοσμιοποίηση ως όρος και ως έννοια θα έχει ξεχαστεί σε δέκα χρόνια από τώρα, επειδή δεν έχει πλέον τον αντίκτυπο που υποτίθεται ότι θα είχε, δηλαδή να πείσει τους πάντες να πιστέψουν στο κήρυγμα της κυρίας Thatcher: «Δεν υπάρχει εναλλακτική λύση». Αυτός ήταν ένας παράλογος ισχυρισμός, εφόσον πάντα υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις. Όμως, ένας μεγάλος αριθμός χωρών υπέκυψαν σ’ αυτόν ούτως ή άλλως, τουλάχιστον για λίγο.

 

Η ρητορική σχετικά με το νεοφιλελευθερισμό σαν τη μόνη διέξοδο είναι πλέον σαφώς κενή περιεχομένου. Δείτε την Ευρώπη - απλά κοιτάξτε τον πρόεδρο Sarkozy της Γαλλίας, ο οποίος είναι σαφώς υπέρ του προστατευτισμού. Δεν είστε σε θέση να μου δώσετε το όνομα ούτε μιας ευρωπαϊκής χώρας διατεθειμένης να εγκαταλείψει τις επιδοτήσεις στους αγρότες της, διότι αυτό είναι πολιτικά εντελώς αδύνατο σε εθνικό επίπεδο και βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τη νεοφιλελεύθερη λογική. Ο Mandelson θέλει να μειώσει τις επιδοτήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά ο ίδιος δεν έχει την απαραίτητη πολιτική υποστήριξη, γεγονός το οποίο του κατέστησε σαφές ο Sarkozy.

 

Κάποιος πρέπει να διακρίνει μεταξύ της ρητορικής και της πραγματικότητας. Η πραγματικότητα είναι ότι οι ευρωπαϊκές χώρες δεν είναι μόνο υπέρ του προστατευτισμού, αλλά ασκούν μία ολοένα και περισσότερο προστατευτική πολιτική και αυτό θα ενταθεί μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια, όπως το ίδιο θα συμβεί και με την Ιαπωνία, την Κίνα, τη Ρωσία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η εναλλαγή μεταξύ του προστατευτισμού και της ελεύθερης κίνησης των συντελεστών παραγωγής έχει υπάρξει μια κυκλική διαδικασία τα τελευταία 500 χρόνια, και κάθε περίπου 25 χρόνια κινούμαστε από τη μια κατεύθυνση στην άλλη· τώρα κινούμαστε πίσω σε μια εποχή προστατευτισμού.

 

Η θεωρία σας των παγκόσμιων συστημάτων αναφέρεται σε μια ορισμένη διαλεκτική που κορυφώθηκε στο νεωτερικό καπιταλιστικό παγκόσμιο σύστημα. Υπάρχει ένα τέλος σ’ αυτή τη διαλεκτική, ή θα συνεχίσει για πάντα;

 

Όχι, αυτή δεν μπορεί να συνεχιστεί για πάντα, επειδή κανένα σύστημα δεν συνεχίζεται για πάντα. Όλα τα συστήματα είναι ιστορικά - κι αυτό είναι αλήθεια για τα φυσικά και χημικά συστήματα, τα βιολογικά συστήματα και, κατά μείζονα λόγο, για τα κοινωνικά συστήματα. Όλα έχουν συγκεκριμένο χρόνο ζωής: γεννιούνται σ’ ένα ορισμένο σημείο, επιβιώνουν σύμφωνα με συγκεκριμένους κανόνες και, στη συνέχεια, απομακρύνονται απ’ το σημείο ισορροπίας τους και δεν μπορούν να επιβιώσουν πια. Το σύστημά μας έχει απομακρυνθεί απ’ το σημείο ισορροπίας του. Έτσι, οι διαδικασίες που διατήρησαν μια μεταβαλλόμενη ισορροπία επί 500 χρόνια δεν λειτουργούν πλέον καλά, και γι’ αυτό βρισκόμαστε σ’ αυτήν τη δομική κρίση.

 

Οπότε όχι, δεν θα κρατήσει για πάντα· δεν πρόκειται καν να συνεχιστεί για περισσότερο από 40 ή 50 χρόνια και, επιπλέον, αυτά τα χρόνια θα είναι πολύ δυσάρεστα.

 

Έχω ήδη περιγράψει τα τρία βασικά κόστη για τους καπιταλιστές: προσωπικό, εισροές, και φόροι. Πάντα πρέπει να πληρώνουν και τα τρία, και θέλουν πάντα να τα διατηρούν σε όσο το δυνατόν χαμηλότερο επίπεδο. Υπάρχουν δομικές δυνάμεις που έχουν αυξήσει σταθερά το κόστος αυτών των συντελεστών ως ποσοστό των τιμών πώλησης εδώ και πάνω από 500 χρόνια, μέχρι το τρέχον σημείο όπου είναι τόσο υψηλό το κόστος τους που δεν μπορείς πραγματικά να συσσωρεύσεις κεφάλαιο σε κάποιο σημαντικό βαθμό, γεγονός που σημαίνει ότι το «παιχνίδι» δεν αξίζει τον κόπο. Αυτό σημαίνει ότι οι καπιταλιστές δεν πρόκειται πλέον να ενδιαφέρονται για τον καπιταλισμό, επειδή αυτός δεν λειτουργεί πλέον για εκείνους. Ως εκ τούτου, ήδη ψάχνουν τριγύρω για σοβαρές εναλλακτικές λύσεις στις οποίες μπορούν να διατηρήσουν την προνομιακή θέση τους σε ένα διαφορετικό είδος συστήματος. Μετά από πεντακόσια χρόνια επιτυχημένης λειτουργίας, οι διακυμάνσεις αυτού του συστήματος είναι πλέον τόσο μεγάλες και ανεξέλεγκτες που κανείς δεν μπορεί να τις χειριστεί πια.

 

Υποστηρίζετε ότι οι κοινωνικοί επιστήμονες του 21ου αιώνα θα πρέπει να επικεντρωθούν σε μια ενιαία κατανόηση της δυναμικής της ιστορίας, και να εγκαταλείψουν προσεγγίσεις που εστιάζουν αποκλειστικά στην οικονομία ή την πολιτική. Επίσης, λέτε ότι μπορεί να χρειάζονται ακόμη και ένα εντελώς νέο λεξιλόγιο για να το πράξουν αυτό. Μπορείτε να μας δώσετε κάποιες ενδείξεις σχετικά με το πώς να προσεγγίσει κάποιος αυτό το δύσκολο καθήκον;

 

Αν ήξερα πώς να απαλλαγούμε από τα ξεχωριστά λεξιλόγια της πολιτικής, της οικονομίας και του πολιτισμού, θα ήμουν πολύ πιο μπροστά από εκεί που βρίσκομαι τώρα. Δυστυχώς, είμαι κοινωνικά κατασκευασμένος, ακριβώς όπως κάθε άλλος.

 

Υπάρχουν διάφορα ζητήματα εδώ που δεν πρέπει να συγχέουμε. Το πρώτο είναι ότι η κοινωνική επιστήμη χωρίζει τον πραγματικό κόσμο σε τρεις αρένες - την πολιτική, την οικονομική, και την κοινωνικο-πολιτιστική. Η διάκριση αυτή ήταν μια εφεύρεση του κλασικού φιλελευθερισμού, που επιβλήθηκε στη συνέχεια στον κόσμο της γνώσης, και τώρα αποτελεί τη βάση της σύγχρονης κοινωνικής επιστήμης. Είναι, όμως, ένας πολύ ατυχής τρόπος προσέγγισης της κοινωνικής πραγματικότητας, διότι χωρίζει τη μοναδική ανθρώπινη εμπειρία σε τεχνητές σφαίρες, η καθεμιά εκ των οποίων διεκδικεί μεγαλύτερη σημασία από τις άλλες, ενώ υποβιβάζει τους αδιαχώριστους δεσμούς της μιας σφαίρας με την άλλη. Η διέξοδος είναι να καταλήξουμε σε ένα λεξιλόγιο που δεν θα μας ωθεί πάντα σ’ αυτές τις ξεχωριστές κατηγορίες για την πολιτική, τα οικονομικά, και την κοινωνική κουλτούρα - κάτι δύσκολο να επιτευχθεί, αλλά προφανώς πολύ απαραίτητο.

 

Το μεγαλύτερο ερώτημα είναι το λεγόμενο «διαζύγιο» μεταξύ της φιλοσοφίας και της επιστήμης, το οποίο είναι εξίσου βαθιά ενσωματωμένο σε όλους τους πολιτιστικούς θεσμούς, συμπεριλαμβανομένων των θεσμών γνώσης όπως είναι το πανεπιστήμιο, οι οποίοι καθορίζουν την κατανόηση του κόσμου από μας. Αυτός ο διαχωρισμός μεταξύ του επιστημονικού τρόπου και του ανθρωπιστικού / ερμηνευτικού τρόπου ανάλυσης επινοήθηκε πολύ πρόσφατα, στα μέσα του 18ου αιώνα! Προηγουμένως, κανείς δεν θα τολμούσε να διαχωρίσει τη γνώση γενικά σε δύο τεχνητές κατηγορίες. Ο Αριστοτέλης σίγουρα δεν πίστευε ότι ήταν έτοιμος να γράψει βιβλία σχετικά με την ηθική, τα οικονομικά, την επιστήμη, και ο ίδιος δεν νόμιζε ότι παραβίαζε κάποιον κανόνα διαχωρισμού των πεδίων της γνώσης. Ακόμα και ο Καντ, τον οποίο εμείς σήμερα θεωρούμε φιλόσοφο, στα τέλη του 18ου αιώνα παρέδιδε στο Πανεπιστήμιο του Konigsbergon μαθήματα διεθνών σχέσεων, ποίησης, αστρονομίας και δικαίου. Ο Αριστοτέλης και ο Kant δεν θεωρούσαν ότι υπάρχει ανάγκη για ξεχωριστές επιστημολογίες ανάλογα με το τι συζητάμε.

 

Βρισκόμαστε υπό την κυριαρχία αυτής της τεχνητής διάκρισης για 200 χρόνια τώρα· αυτή η διπλή επιστημολογία έχει αμφισβητηθεί στα σοβαρά μόνο κατά τα τελευταία τριάντα χρόνια, και τα επόμενα τριάντα χρόνια θα πρέπει να αφιερωθούν στην υπέρβαση - μια για πάντα - αυτής της διάκρισης ανάμεσα σε ανταγωνιστικές και αντιμαχόμενες επιστημολογίες, και την επιστροφή σε μια ενιαία επιστημολογία της γνώσης.

 

Απλά, επιμένω στο γεγονός ότι βιώνουμε τα πάντα με έναν μοναδικό τρόπο. Ζούμε σε έναν μοναδικό κόσμο, και άρα το ιστορικό κοινωνικό σύστημα θα πρέπει να αναλυθεί ως μια ενιαία αρένα - δεν μπορώ να δω πού τελειώνει το κράτος και αρχίζει η αγορά, ή πού τελειώνει η αγορά κι αρχίζει η κοινωνία των πολιτών.

 

Έχετε υποστήριξε σε παλαιότερη συνέντευξη ότι η εθνικότητα είναι μια πολύ σημαντική δύναμη στην ιστορία και ότι είναι, αν μη τι άλλο, περισσότερο παρούσα από πριν, αλλά επίσης κι ότι είναι εντελώς αυθαίρετη. Η μόνη σταθερά είναι ότι υπάρχει μια λεγόμενη «εθνοτική» ομάδα σε ένα υψηλό επίπεδο της κοινωνικής διαστρωμάτωσης και μια άλλη σε ένα χαμηλότερο επίπεδο. Μπορεί κανείς από αυτή τη δήλωση να συμπεράνει ότι στόχος σας είναι η καταπολέμηση της διαφοράς και ο αγώνας για ισότητα;

 

Αν μιλάμε για συστήματα αξιών, είμαι πεπεισμένος ότι ένας πιο ισότιμος κόσμος είναι και ένας καλύτερος κόσμος· Θα ήθελα να δω έναν πιο δίκαιο κόσμο από τον σημερινό (ο οποίος είναι εξαιρετικά άνισος). Αλλά και πάλι, η ανισότητα έχει υπάρξει μια σταθερά καθ’ όλη τη γνωστή ανθρώπινη ιστορία. Ίσως πριν από 100.000 χρόνια, όταν μικρές ομάδες περιπλανιόνταν στη γη, υπήρχε περισσότερη ισότητα, αλλά το πιο σημαντικό ζήτημα για μάς είναι ότι το σύγχρονο παγκόσμιο σύστημα έχει γίνει ολοένα και πιο άνισο. Η κοινωνική, οικονομική και πολιτική πόλωση της ανθρωπότητας είναι πολύ μεγαλύτερη από ό,τι ήταν εκατό, διακόσια ή τριακόσια χρόνια πριν. Νομίζω πως είναι πιθανό ότι θα μπορούσε να υπάρξει βελτίωση· απλά δεν μπορώ να πω ότι αναπόφευκτα θα τη δούμε. Η ιστορία δεν είναι με το μέρος κανενός. Δεν υπάρχει αναπόφευκτη πρόοδος, αλλά υπάρχει πιθανή πρόοδος.

 

Μία από τις πιο γνωστές έννοιες είναι αυτή της σχέσης μεταξύ του κέντρου και της περιφέρειας. Στο magnum opus του, o Manuel Castells υποστηρίζει ότι η παγκοσμιοποίηση, ένας όρος τον οποίον απεχθάνεστε, αντιπροσωπεύει τον κατακερματισμό του κέντρου και της περιφέρειας. Συμφωνείτε με αυτό;

 

Δεν συμφωνώ με τον Castells, γιατί χρησιμοποιεί λανθασμένα του όρους «κέντρο» και «περιφέρεια», οι οποίοι δεν αναφέρονται σε χώρες. Το σχήμα κέντρου-περιφέρειας είναι μια σχέση παραγωγής: υπάρχουν διαδικασίες που προσιδιάζουν στο κέντρο και διαδικασίες που προσιδιάζουν στην περιφέρεια, και υπάρχουν και οι δύο σε όλες τις χώρες. Όμως, στις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχουν, φυσικά, περισσότερες διαδικασίες που προσιδιάζουν στο κέντρο ενώ στην Παραγουάη οι περισσότερες διαδικασίες είναι περιφερειακές. Ένα βασικό στοιχείο εδώ είναι η μονοπωλιοποίηση έναντι του ανταγωνισμού: όσο πιο ανταγωνιστικό είναι ένα προϊόν, τόσο πιο περιφερειακό είναι, επειδή τόσο πιο λίγα χρήματα μπορείς να βγάλεις απ’ αυτό. Όσο πιο μονοπωλημένο είναι ένα προϊόν, τόσο πιο πολύ θα παραπέμπει στο κέντρο, επειδή μπορείς να βγάλεις περισσότερα χρήματα με αυτό. Άρα, αν δεδομένα είδη παραγωγής εξαπλώνονται σε περισσότερες χώρες, αυτό συμβαίνει επειδή έχουν γίνει λιγότερο κερδοφόρα εντός του αρχικού χώρου παραγωγής, και όχι επειδή οι χώρες στις οποίες εξαπλώνονται οι διαδικασίες «αναπτύσσονται» με επιτυχία.

 

Αυτό ίσχυε πάντα και τα προϊόντα πάντα μετατοπίζονταν από το να προσιδιάζουν στο κέντρο στο να προσιδιάζουν στην περιφέρεια, επειδή τα μονοπώλια είναι αυτο-ρευστοποιούμενα. Μετά από περίπου 20-50 χρόνια, κανένα προϊόν δεν μπορεί να διατηρήσει ένα μονοπώλιο· είναι πάρα πολύ δύσκολο να αποτρέψεις άλλους από το να προσπαθήσουν να εισέλθουν σε ένα νικηφόρο προϊόν. Τα προϊόντα αναπόφευκτα καθίστανται περιφερειακά. Όταν γίνονται, αν τα προηγούμενα μονοπώλια επιθυμούν να βγάλουν χρήματα στον κόσμο, πρέπει να βρουν ένα νέο προϊόν το οποίο μπορούν να μονοπωλήσουν για λίγο, και δεν σκέφτονται: «ο καθένας χρειάζεται παπούτσια, γι’ αυτό θα μπορώ πάντα να βγάζω χρήματα πουλώντας παπούτσια». Κι αυτό έχει υπάρξει μια πραγματικότητα κατά τους τελευταίους τέσσερις αιώνες - έτσι, υπ’ αυτή την έννοια, δεν έχει αλλάξει τίποτα, κι ο Castells παρουσιάζει κάτι εγγενές στο καπιταλιστικό σύστημα ως κάτι νέο.

 

Τελευταία ερώτηση. Πριν από την έλευση της νέας χιλιετίας, είχατε υποστηρίξει ότι η Ανατολική Ασία θα είναι η νέα ηγεμονική δύναμη. Οι λεγόμενες χώρες BRIC (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία και Κίνα) αναπτύσσονται. Πρέπει η άνοδος αυτών των νέων βιομηχανικών δυνάμεων να γίνει αντιληπτή ως μια οριστική μετατόπιση στον ηγεμονικό κύκλο διάρκειας 100 / 150 ετών, ή πρόκειται κάποιο άλλο μέρος του κόσμου να πάρει τη σκυτάλη από τις Ηνωμένες Πολιτείες (όπως έχετε υποστηρίξει, σε περίπου 50 χρόνια);

 

Εδώ είμαστε αντιμέτωποι με διαφορετικές δυναμικές. Πρώτα απ 'όλα, υπάρχει αυτό που αποκαλώ δομική κρίση, η οποία πλήττει το σύνολο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Αν, όπως έχω ήδη προαναφέρει, ακόμη και καπιταλιστές αναζητούν εναλλακτικές προς το σύστημα που φέρει το όνομά τους επειδή είναι απλά πάρα πολύ δύσκολο να βγάλουν σοβαρά χρήματα από την παραγωγή, τότε αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να προκύψει ένα νέο σύστημα. Η ανάπτυξη των BRIC είναι αλληλένδετη με αυτή την δομική κρίση του καπιταλιστικού συστήματος επειδή αυξάνουν τον αριθμό των ανθρώπων που μοιράζονται την παγκόσμια υπεραξία. Δεν υπάρχει αρκετή υπεραξία για να εξασφαλίσουν οι άνθρωποι στην κορυφή σημαντικό εισόδημα. Ο κόσμος απλώς δεν μπορεί να συντηρήσει μια κατάσταση στην οποία το 30-40% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει στο επίπεδο εισοδήματος π.χ. της Δανίας - και προς αυτή την κατάσταση πιέζουν οι χώρες BRIC. Το γεγονός ότι θα το επιτύχουν θα προσθέσει στην κρίση του καπιταλισμού, αν και φυσικά είναι καλό για τις ίδιες τις χώρες. Αν δεν βρισκόμασταν σ’ αυτή την κρίση, η Ανατολική Ασία θα μπορούσε να συνεχίσει να ισχυροποιείται, όπως κάνει τώρα ώστε σε περίπου 75 χρόνια να αναδειχθεί στη νέα ηγεμονική δύναμη, διαδεχόμενη τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αλλά το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα δεν πρόκειται να διαρκέσει άλλα 75 χρόνια.




09 September 2014

Τα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου ποιους φοιτητές έχουν;






Τα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου ποιους φοιτητές έχουν;



του Ηρακλή Οικονόμου

(Δημοσιεύτηκε σε Το Περιοδικό, 9 Σεπτεμβρίου 2014)



Πώς στο καλό γίνεται το «κακό» ελληνικό πανεπιστήμιο να πλημμυρίζει τα «καλά» πανεπιστήμια του εξωτερικού με άριστους μεταπτυχιακούς φοιτητές;

Μίλησέ μου ειλικρινά αγαπητή μου αναγνώστρια. Διαβάζοντας τον τίτλο τούτου του κειμένου, ποια ακριβώς περιμένεις να είναι η συνέχεια; Μάλλον μια μακρά λίστα βορειο-ευρωπαϊκών και αγγλοσαξονικών πανεπιστημίων, σωστά; Και στο τέλος του κειμένου, περιμένεις σίγουρα να διαβάσεις σχόλια για το πόσο χάλια είναι τα ελληνικά πανεπιστήμια, για το δράμα της ελληνικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, για την εθνική ντροπή που τα πανεπιστήμιά μας είναι στην 300η ή στη 500η ή στην 1000η θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Πάντα μου προξενούσε ενδιαφέρον όλη αυτή η φιλολογία για τα «κακά» ελληνικά πανεπιστήμια. Καταρχήν, ελάχιστα πράγματα χαίρουν πανεθνικής αποδοχής, όπως αυτή η άποψη. Τα «κακά» ελληνικά πανεπιστήμια, να μια ιδέα που αγκαλιάζεται απ’ όλη την οικογένεια, τον μπαμπά, τη μαμά, τα παιδιά, ενίοτε και τον παππού και τη γιαγιά που ξεπαραδιάζονται «για να πάει έξω το παιδί». Εθνική συναίνεση, όχι αστεία! Εκτός όμως από το πόσο δημοφιλής είναι αυτή η άποψη, έβρισκα πάντα ενδιαφέρον και το πόσο άκριτα υιοθετείται.

Ας πούμε, θα περίμενε κάποιος όλοι αυτοί που έχουν τόσο πολύ εσωτερικεύσει το «κακό» ελληνικό πανεπιστήμιο να θέσουν στον εαυτό τους το απλό ερώτημα: Πώς στο καλό γίνεται το «κακό» ελληνικό πανεπιστήμιο να πλημμυρίζει τα «καλά» πανεπιστήμια του εξωτερικού με άριστους μεταπτυχιακούς φοιτητές; Ομολογώ ότι αυτή η απορία με απασχόλησε πολύ, και οι απαντήσεις που έχω λάβει κατά καιρούς σε συζητήσεις είναι, το λιγότερο, αστείες: «διαβάζουμε από μικροί», «το έχουμε στο DNA μας», «αν δεν ήταν τα κακά πανεπιστήμια της Ελλάδας οι απόφοιτοι θα ήταν ακόμη καλύτεροι», κ.ο.κ. Το προφανές όμως δεν το έχω ακούσει ποτέ. Περίεργο ε; Περίεργο που δεν σκεφτόμαστε ότι οι Έλληνες απόφοιτοι είναι καλοί επειδή τα ελληνικά πανεπιστήμια είναι καλά. Τόσο απλά.

Ας ξαναδούμε πάλι το ερώτημα: πώς είναι δυνατόν ένα κακό πανεπιστήμιο να βγάζει αποφοίτους που γίνονται κατά κύματα αποδεκτοί για μεταπτυχιακές σπουδές από ένα καλό πανεπιστήμιο; Τρία τινά μπορούν να συμβαίνουν. Ή το εδώ «κακό» πανεπιστήμιο δεν είναι τόσο κακό, ή το εκεί «καλό» πανεπιστήμιο δεν είναι τόσο καλό αλλά μάλλον σούπερ-μάρκετ, ή και τα δύο. Αν το «κακό» πανεπιστήμιο δεν είναι κακό, τότε σταματήστε να συκοφαντείτε το ελληνικό πανεπιστήμιο. Αν το «καλό» πανεπιστήμιο δεν είναι και τόσο καλό, τότε σταματήστε να θεοποιείτε τα ξένα. Αν ισχύουν και τα δύο, τότε απλά τελειώνει η συζήτηση (με αυτούς τους όρους που ξεκίνησε τουλάχιστον)!

Η πραγματικότητά του δικού μου μικρόκοσμου, πάντως, του γεμάτου από μαθητές, συγγενείς και φίλους, είναι σαφής: η Μαρίνα στην AA του Λονδίνου κι από εκεί στο Cambridge, ο Αργύρης στο LSE, η Ιόλη στo Central School κι από εκεί στο Saint-Martins, ο Θανάσης στο Konstanz, ο Γιώργος στη Σορβόννη, ο Κώστας στο Kent και μετά στο Aberystwyth, ο Δημήτρης στο City, η Χρύσα στο Imperial, ο Θοδωρής στο St. Gallen, ο Δημήτρης στο Leuven, η Κωνσταντίνα στο MIT, η Δήμητρα και ο Παναγιώτης στο Rotterdam, ο Σωκράτης στο ETH, ο Στάθης στο Bristol. Όλοι στα κορυφαία πανεπιστήμια του τομέα τους, και όλοι προερχόμενοι από ελληνικά πανεπιστήμια. Σταματάω εδώ, κι εσείς προσθέστε τα δικά σας ονόματα και τα δικά τους πανεπιστήμια. Πώς ξεφύτρωσαν και συνεχίζουν να ξεφυτρώνουν όλοι αυτοί;

Η πλύση εγκεφάλου που γίνεται στη νεολαία ως προς το «κακό» ελληνικό πανεπιστήμιο έχει σβήσει έως και τα αυτονόητα. Πήγα να κάνω μάστερ στο εξωτερικό, έχοντας ολοκληρώσει 58 μαθήματα με πτυχίο τετραετούς φοίτησης από το Πάντειο Πανεπιστήμιο – ναι, Πάντειο, και να μην σας πιάνει σύγκρυο. Κι εκεί στα βόρεια οι συμφοιτητές μου είχαν ολοκληρώσει 30 μαθήματα με πτυχίο τριετούς φοίτησης. Και να θέλει, δεν μπορεί το ξένο πανεπιστήμιο να μην σε πάρει όταν έχεις κάνει σε προπτυχιακό επίπεδο ό,τι αυτό πάει να διδάξει σε μεταπτυχιακό. Κι όμως, ο μεγάλος αριθμός μαθημάτων που ολοκληρώνουν οι Έλληνες φοιτητές και το εντυπωσιακό εύρος των σπουδών τους δεν παίζει κανέναν ρόλο στην εικόνα που οι ίδιοι έχουν για τον εαυτό τους. Έτσι, συναντώ αποφοίτους Πολυτεχνικών Σχολών με πέντε (5) χρόνια προπτυχιακής φοίτησης στην πλάτη τους, οι οποίοι νοιώθουν να υπολείπονται συναδέλφων τους από το εξωτερικό, οι οποίοι ολοκληρώνουν σπουδές με τα μισά μαθήματα. Τόσο πολύ μας έχουν διαλύσει τη ψυχολογία οι κήρυκες.

«Α, όλα κι όλα, δεν παίζει ρόλο η ποσότητα σε ένα πρόγραμμα σπουδών, αλλά η ποιότητα», θα μου πείτε. Κι όμως, ποσότητα και ποιότητα είναι στοιχεία αλληλένδετα. Δεν θα ξεχάσω την ημέρα που πήγα να διδάξω Ιστορία Ψυχρού Πολέμου σε φοιτητές Διεθνών Σχέσεων, σε πανεπιστήμιο του εξωτερικού. Πώς σας φαίνεται ο άλλος να μην γνωρίζει τι σημαίνουν τα αρχικά ΟΗΕ; Φυσιολογικό, αν δεν έχεις κάνει κάποιο μάθημα σχετικά με τον θεσμό αυτό. Στο Πάντειο είχα κάνει – κι όμως, ο αγγλοσάξονας που είχα μπροστά μου είχε 300% μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση από τον οποιοδήποτε Έλληνα συνάδελφό του. Μια άλλη φορά δίδαξα «Παγκοσμιοποίηση» σε μεταπτυχιακούς, πάλι στο εξωτερικό. Ο εδώ προπτυχιακός φοιτητής της χρονιάς μου έφευγε με «Μικροοικονομική», «Μακροοικονομική», «Δημόσια Οικονομικά» και «Διεθνή Οικονομικά» στο τσεπάκι. Ο εκεί μεταπτυχιακός αγνοούσε ως και τη στοιχειώδη οικονομική ορολογία.

«Μα δες τις παγκόσμιες κατατάξεις, τα rankings, τις λίστες!!» ακούω ευθύς αμέσως την επόμενη ένστασή σας. Αχ αυτές οι λίστες… Σκεφθήκατε ποτέ ποιος τις γράφει; Ποιοι συμμετέχουν στις επιτροπές και στα πάνελ που επιλέγουν τα πανεπιστήμια; Με ποια κριτήρια γίνεται η επιλογή; Ας δούμε ενδεικτικά μερικές λίστες. Ας πάμε, π.χ., στη λίστα του Forbes για τα best business schools ανά τον κόσμο. Ποιο είναι το ΜΟΝΑΔΙΚΟ κριτήριο επιλογής; Κρατηθείτε: ο μισθός που παίρνεις μόλις βρεις δουλειά μετά την ολοκλήρωσή ων σπουδών σου. Ναι! Ο μισθός αγαπητές μου αναγνώστριες έχει αναχθεί στο βασικότερο κριτήριο για την κατάταξη των πανεπιστημίων και την αξιολόγηση των σπουδών. Το χρήμα που θα βγάλεις στη ζωή σου κρίνει αν σπούδασες καλά ή κακά! Το ίδιο και με τις λίστες των Financial Times για τα καλύτερα μάστερ οικονομικών και επιχειρηματικών σπουδών. Η κρίσιμη λεπτομέρεια – ότι δηλαδή ο πρώτος μισθός στις ΗΠΑ ή στην Ελβετία είναι 3 και 4 φορές πάνω απ’ τον αντίστοιχο ελληνικό (ακόμη και αν τον συγκρίνουμε προσαρμοσμένο στη βάση των διαφορετικών επιπέδων τιμών στην αγορά), και άρα το αμερικανικό και το ελβετικό πανεπιστήμιο θα εμφανίζεται πάνω απ’ το αντίστοιχο ελληνικό βάσει του μισθού των αποφοίτων του – φαίνεται ότι διαφεύγει απ’ τους περισσότερους.

«Ναι, αλλά δεν μας λες κουβέντα για την έρευνα, τα journals, τις συμμετοχές στα συνέδρια…». Η πανεπιστημιακή έρευνα στον σύγχρονο καπιταλισμό είναι μια πονεμένη, πάρα πολύ πονεμένη ιστορία. Επιγραμματικά: όταν η χρηματοδότηση εξαρτάται πλέον από την ερευνητική παραγωγή, είναι σαφές ότι αντί το πανεπιστήμιο να υπηρετεί την επιστήμη, καταλήγει η επιστήμη (ή η επίφασή της) να υπηρετεί το πανεπιστήμιο και τη μακροπρόθεσμη οικονομική του επιβίωση. Είναι τεράστιο ερώτημα το πόσα από τα άρθρα που κατακλύζουν τις επί γης επιστημονικές επιθεωρήσεις έχουν πραγματική κοινωνική χρησιμότητα, ή απλώς αναμασούν τα ίδια και τα ίδια – ιδιαίτερα στις κοινωνικές επιστήμες, όπου τα κριτήρια επιστημονικότητας είναι πάντα πιο χαλαρά και αόριστα. Επίσης, σκεφθείτε ποιοι κάνουν τις ερευνητικές αξιολογήσεις: οι ίδιοι οι καθηγητές των ίδιων πανεπιστημίων που βγαίνουν πρώτα στις αξιολογήσεις. Έχω ζήσει από κοντά τη διαδικασία της «Άσκησης Ερευνητικής Αξιολόγησης» (Research Assessment Exercise) των βρετανικών πανεπιστημίων· επιλεγμένοι καθηγητές αξιολογούν την ερευνητική παραγωγή κάθε πανεπιστημίου. Και τα γνωστά και με πρεστίζ πανεπιστήμια είναι αυτά που δίνουν τους καθηγητές-μέλη των πάνελ, οι οποίοι στη συνέχεια αξιολογούν τα πανεπιστήμια βγάζοντας πρώτα τα ήδη γνωστά και με πρεστίζ πανεπιστήμια από τα οποία προέρχονται. Και πώς βγαίνει άραγε η ποσοτική αξιολόγηση του κάθε επιστημονικού περιοδικού, του κάθε άρθρου, και πάει λέγοντας; Πάλι από τους ίδιους.

Αλλά ας υποθέσουμε χάριν του επιχειρήματος ότι πράγματι η έρευνα που παράγεται στο ελληνικό πανεπιστήμιο υπολείπεται άλλων πανεπιστημίων του εξωτερικού. Τι σχέση έχει αυτό με το αν τα ελληνικά πανεπιστήμια παρέχουν καλή παιδεία ή όχι; Τι σχέση έχει η διδασκαλία με την έρευνα; Σύμφωνα με τον κοινό νου, ένα πανεπιστήμιο με υψηλού επιπέδου έρευνα θα έχει και υψηλού επιπέδου διδασκαλία. Έχετε σκεφτεί ότι μπορεί να ισχύει το αντίστροφο; Θυμάμαι σαν τώρα τους συναδέλφους μου στο εξωτερικό πώς αντιμετώπιζαν την κάθε τάξη, σαν βάρος το οποίο τους αποσπούσε από τον ιερό σκοπό τους: να γράψουν το επόμενο peer-reviewed άρθρο και να το καταθέσουν για την επόμενη κρίση, ώστε να εμπλουτίσουν το βιογραφικό και να επιβιώσουν για άλλο ένα χρόνο μέχρι να μονιμοποιηθούν. Όταν η καριέρα σου εξαρτάται από τις δημοσιεύσεις, και όταν για τις δημοσιεύσεις απαιτείται χρόνος, καθετί που σε αποσπά απ’ αυτές – δηλαδή η διδασκαλία – είναι ένα βάρος. Δεν είναι λοιπόν αυτόματη η μετάφραση μιας ισχυρής ερευνητικής κουλτούρας σε διδασκαλία υψηλού επιπέδου. Με άλλα λόγια, το ότι πατώνουν ερευνητικά τα ελληνικά πανεπιστήμια – αν υποθέσουμε ότι ισχύει κάτι τέτοιο – δεν λέει κάτι για το επίπεδο διδασκαλίας και παιδείας που παρέχουν.

Αν κατάφερα να σας πείσω για την ποιότητα των ελληνικών πανεπιστημίων, ή τουλάχιστον για το αβάσιμο της μιζέριας που περιτριγυρίζει όλη τη σχετική συζήτηση, μένει να αναρωτηθούμε γιατί αυτή η μιζέρια έχει παγιωθεί τόσο έντονα. Καταρχήν, γιατί πράγματι το ελληνικό πανεπιστήμιο έχει προβλήματα – κομματικοκρατία, γραφειοκρατία, έλλειψη πόρων, και πολλά άλλα. Οι υποδομές συχνά είναι προβληματικές, γιατί έτσι πρέπει να είναι – π.χ. το ελληνικό κράτος αρνήθηκε να δώσει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο το γειτονικό κτίριο Σαρίδη, επειδή εκεί «έπρεπε» να στεγαστεί το υπουργείο Τύπου. Κομματικές παρέες (όλως τυχαίως των κομμάτων που υποστηρίζουν με τον τρόπο τους τη συγκεκριμένη φιλολογία για να προωθήσουν τις «μεταρρυθμίσεις») συχνά βάζουν το χεράκι τους σε λογής ζητήματα, κυρίως στελέχωσης. Και καθηγητές συχνά στέκονται ασυνεπείς ως προς το έργο τους – ακόμα θυμάμαι τον καθηγητή μου που μια φορά παράτησε τη διάλεξη και τους φοιτητές για να πάει να παρουσιάσει το νέο του βιβλίο, και την ίδια στιγμή μας υμνούσε τον Σημίτη και τον εκσυγχρονισμό… Αλλά τούτα τα προβλήματα δεν είναι μοναχά ελληνικό προνόμιο, και επίσης τούτα τα προβλήματα, περιέργως, δεν έχουν κλονίσει την εμπιστοσύνη των ξένων πανεπιστημίων προς τους έλληνες απόφοιτους. Α, ναι, και τούτα τα προβλήματα δεν λύνονται με το να απολύεις διοικητικό προσωπικό και να κόβεις τη χρηματοδότηση!

Το ζήτημα όμως είναι βαθύτερο: η δυσφήμηση του ελληνικού πανεπιστημίου υπηρετεί την ανάγκη ιδεολογικής ηγεμονίας του κεφαλαίου. Θολώνει τη νεολαία, τσακίζει τη συνείδησή της, σπέρνει τη μοιρολατρία, και τη στέλνει γραμμή στα λογής ιδιωτικά κολλέγια και στις όλο πρεστίζ διεθνείς τους συνεργασίες. Παγιώνει όλη την κουβέντα περί της δήθεν ανάγκης εισαγωγής της επιχειρηματικότητας και της ανταγωνιστικότητας, νομιμοποιώντας το ιδιωτικό σε όλες του τις εκφάνσεις. Και ακυρώνει τη συλλογικότητα, όπως αυτή θα μπορούσε εν δυνάμει να εκφραστεί γύρω από τον πανεπιστημιακό θεσμό και τη μεταρρύθμισή του. Ξεψυχισμένος, ως φοιτητής, σου απομένει το να παραλάβεις τις σημειώσεις σου από τη ΔΑΠ και την ΠΑΣΠ, να περιμένεις υπομονετικά να πάρεις το πτυχίο σου, και δρόμο. Κι ούτε θα σκεφτείς ποτέ, σαν μάθεις ότι σε πήρανε στο εξωτερικό, ότι κάποιο λιθαράκι θα έβαλε και το ελληνικό σου πανεπιστήμιο.

Κλείνοντας, ας υπενθυμίσω τη βασική θέση του κειμένου. Ανάμεσα στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου είναι και τα ελληνικά. Όχι μόνο τα ελληνικά, όχι όλα τα ελληνικά, αλλά ΚΑΙ τα ελληνικά. Με τα αποτσίγαρα στο πάτωμα, με τις σκισμένες αφίσες τους, με τις καταλήψεις για ψύλλου πήδημα, με απλήρωτους διδάσκοντες, με μισοάδειες βιβλιοθήκες, με βιβλία που παραδίδονται στο τέλος της χρονιάς, με όλα αυτά και παρόλα αυτά. Ξέρω πως θα μου τρίψετε στη μούρη rankings και λίστες και αξιολογήσεις. Εγώ θα επικαλεστώ μοναχά την ωμή πραγματικότητα των χιλιάδων φοιτητών που διαπρέπουν σε μεταπτυχιακό επίπεδο στο εξωτερικό. Από πού βγήκαν όλοι αυτοί; Ουρανοκατέβατοι; Τους έβρεξε ο καλός θεούλης; Ή τους έβγαλε η αθάνατη ελληνική ψυχή; Αμ δε! Τους δημιούργησε το Πάντειο, το Πολυτεχνείο, η Πάτρα, η Κρήτη, ο Πειραιάς, το Αριστοτέλειο, η Κομοτηνή, το Αθηνών, τα Γιάννενα, και πάει λέγοντας.

Γι’ αυτό, αγαπητοί έλληνες φοιτητές, κι εσείς σπαστικοί γονείς τους, πάψτε να διαβάζετε την προπαγάνδα εναντίον του ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου. Πάψτε να αυτό-κομπλεξάρεστε – το πτυχίο και το βιογραφικό σας είναι μια χαρά. Μην ακούτε τους κήρυκες που ως μόνο χόμπι στη ζωή τούτη διάλεξαν την αποδόμηση του καθετί δημόσιου, του καθετί που δεν υπηρετεί το κεφάλαιο, του καθετί μη Δυτικού και μη καραμπινάτα αγοραίου. Προϋπόθεση για να βελτιωθούν τα ελληνικά πανεπιστήμια είναι να πιστέψουμε σ’ αυτά και στο έργο τους, να πάψουμε να τα συκοφαντούμε και να τα υπονομεύουμε. Όταν τα γραφεία εισαγωγής φοιτητών – τα admissions offices αγγλιστί – των πιο διάσημων πανεπιστημίων στον κόσμο επιδεικνύουν την πιο τυφλή εμπιστοσύνη στους απόφοιτους του ελληνικού πανεπιστημίου, ξανά και ξανά, δεν βρίσκω λόγο να μην κάνετε κι εσείς το ίδιο.

28 April 2014

Κερδίζοντας από την κρίση





Κερδίζοντας από την κρίση: Πώς εταιρείες και δικηγόροι αποκομίζουν κέρδη από τις ευρωπαϊκές χώρες που πλήττονται από την κρίση

 

Μια παρέμβαση των ινστιτούτων Transnational Institute και Corporate Europe Observatory με ειδικό ελληνικό ενδιαφέρον.

 


μετάφραση-επιμέλεια: Ηρακλής Οικονόμου

(Δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΕΝΘΕΜΑΤΑ της ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗΣ ΑΥΓΗΣ στις 27 Απριλίου 2014)

 

Στις αρχές Μαρτίου, οι γνωστές ριζοσπαστικές δεξαμενές σκέψης Transnational Institute και Corporate Europe Observatory ένωσαν τις δυνάμεις τους εκδίδοντας μια έκθεση με τίτλο «Κερδίζοντας από την Κρίση». Η μελέτη έχει άμεσο ενδιαφέρον για την Ελλάδα και την ελληνική Αριστερά καθώς καταδεικνύει πώς οι εταιρείες, με την υποστήριξη δικηγόρων, χρησιμοποιούν τις διεθνείς επενδυτικές συμφωνίες για να μεγεθύνουν τα κέρδη τους, υποβάλλοντας αγωγές εναντίον ευρωπαϊκών χωρών που μαστίζονται από την κρίση. Με άλλα λόγια, μας περιγράφει πώς οι κερδοσκόποι γκρεμίζουν ό,τι αφήνουν πίσω τους η τρόικα και η κυβερνητική πολιτική, δείχνοντας ταυτόχρονα τις πανίσχυρες ασφαλιστικές δικλείδες υπέρ του κεφαλαίου που βρίσκονται σε ισχύ διεθνώς και περιορίζουν το εύρος δράσης της οποιασδήποτε κυβέρνησης της Αριστεράς (αν μια τέτοια κυβέρνηση δεν θα έχει τη βούληση να αμφισβητήσει αυτές τις δικλείδες). Η έκθεση εκδόθηκε στα αγγλικά, εδώ:

http://corporateeurope.org/sites/default/files/profiting-from-crisis_0.pdf

 

***

 

Για αρκετό καιρό, οι ευρωπαϊκές χώρες παρέμεναν απρόσβλητες από το διογκούμενο παγκόσμιο κύμα αγωγών επενδυτή εναντίον κράτους, που έτεινε να επικεντρώνεται στις αναπτυσσόμενες χώρες. Μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, όμως, οι εταιρείες και οι δικηγόροι επενδύσεων έχουν στρέψει το βλέμμα τους στη δυνητική λεία τους στην Ευρώπη. Ένα καθεστώς επενδύσεων που επινοήθηκε σε μυστικές αίθουσες διοικητικών συμβουλίων στην Ευρώπη, το οποίο δίνει στις εταιρείες πανίσχυρα δικαιώματα άσκησης αγωγών εναντίον των κυβερνήσεων, βρίσκεται πλέον πίσω στην «έδρα» του και εστιάζει εκεί, στις χώρες της Ευρώπης.

 

Οι νομικές βάσεις αυτών των αγωγών είναι οι πάνω από 3.000 διεθνείς συμφωνίες επενδύσεων (ΔΣΕ) που βρίσκονται σε ισχύ σήμερα. Περιέχουν λεπτομερείς προστατευτικές δικλείδες υπέρ της ατομικής ιδιοκτησίας, που ενσωματώνονται σε γενικόλογες διατάξεις περί «δίκαιης και ισότιμης αντιμετώπισης» και «προστασίας από έμμεση απαλλοτρίωση». Το πρόβλημα είναι ότι αυτές οι διατάξεις ερμηνεύονται με τέτοια ευρύτητα ώστε να δίνεται λευκή επιταγή στις επιχειρήσεις να καταθέτουν αγωγή εις βάρος κρατών για οποιαδήποτε ρύθμιση μπορεί να θεωρηθεί ότι επιδρά στα τρέχοντα ή μελλοντικά κέρδη τους. Επιπλέον, οι συμφωνίες επενδύσεων παραχωρούν στις εταιρείες δικαιώματα προστασίας, χωρίς να παραχωρούν παρεμφερή δικαιώματα στα κράτη για να προστατεύσουν τους πολίτες τους.

 

Η μελέτη «Κερδίζοντας από την Κρίση» αποκαλύπτει πώς:

 

Η δημόσια διάσωση των τραπεζών που οδήγησε στην ευρωπαϊκή κρίση χρέους θα μπορούσε να επαναληφθεί με μία δεύτερη δημόσια διάσωση, αυτή τη φορά των κερδοσκόπων επενδυτών. Οι επιχειρηματικοί επενδυτές διεκδικούν σε διαιτητικές διαφορές πάνω από 700 εκατομμύρια ευρώ από την Ισπανία, πάνω από ένα δισεκατομμύριο ευρώ από την Κύπρο, και άγνωστο ποσό από την Ελλάδα. Αυτός ο λογαριασμός, μαζί με τις εξωπραγματικές αμοιβές των δικηγόρων που διαχειρίζονται τις υποθέσεις, θα πληρωθεί από τα δημόσια ταμεία σε μία περίοδο όπου τα μέτρα λιτότητας έχουν οδηγήσει σε σημαντικές περικοπές των κοινωνικών δαπανών και διογκούμενη εξαθλίωση των πιο ευπρόσβλητων κοινωνικών ομάδων. Το 2013, η Ισπανία, ενώ ξόδευε εκατομμύρια για να υπερασπιστεί τον εαυτό της σε αγωγές, περιέκοψε τις δαπάνες υγείας κατά 22% και τις δαπάνες εκπαίδευσης κατά 18%.

 

Πολλές από τις αγωγές επενδύσεων που εκκρεμούν εναντίον των ευρωπαϊκών χωρών που μαστίζονται από την κρίση προέρχονται από κερδοσκόπους επενδυτές. Δεν ήταν μακροπρόθεσμοι επενδυτές, αλλά εκείνοι που επένδυσαν καθώς εξελισσόταν η κρίση, και άρα γνώριζαν πλήρως τους κινδύνους. Όμως, αντί να πληρώσουν το κόστος των επενδύσεων υψηλού ρίσκου που επέλεξαν, έλαβαν από τις επενδυτικές συμφωνίες            μια δίοδο διαφυγής, και τις χρησιμοποιούν πλέον για να απομυζήσουν επιπλέον     πλούτο από τις χώρες. Η σλοβάκικη τράπεζα Postova Bank, για παράδειγμα, αγόρασε ομόλογα στις αρχές του 2010, την ίδια στιγμή που η Standard & Poor χαρακτήριζε το χρέος της Ελλάδας ως «σκουπίδι» (junk). Στην Ισπανία, από τις 22 εταιρείες που εμπλέκονται σε αγωγές, οι 12 επένδυσαν μετά το 2008, όταν εισήχθησαν οι πρώτοι περιορισμοί στις επιδοτήσεις ηλιακής ενέργειας· άλλες οχτώ συνέχισαν να επενδύουν στη χώρα παρά τις απειλές προς τις επενδύσεις τους.

 

Οι επενδυτές που εμπλέκονται στις αγωγές έχουν αποκομίσει σημαντικά κέρδη παρά     την «απειλή» προς τις επενδύσεις τους από τις χώρες που μαστίζονται από την κρίση. Η Postova Bank ανακοίνωσε καθαρά κέρδη 67,5 εκατομμυρίων Ευρώ το 2012, ενώ η εταιρεία επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας Abengoa SA ανακοίνωσε αύξηση 17% στο τζίρο της, που έφτασε στα 5,23 δισεκατομμύρια ευρώ τους πρώτους       εννιά μήνες του 2013. Όμως, τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά για τις χώρες      που μηνύονται. Οι Έλληνες, για παράδειγμα, είναι κατά 40% φτωχότεροι σε σχέση με την οικονομική τους κατάσταση το 2008, ενώ έχει αυξηθεί δραματικά ο αριθμός των αστέγων. Ένα στα τρία παιδιά (600.000 περίπου) ζει κάτω από το όριο της φτώχειας.

 

Οι εταιρείες επενδύσεων και οι δικηγόροι τους χρησιμοποιούν την απειλή άσκησης αγωγής για να αλλάξουν δημόσιες πολιτικές ή να αποτρέψουν ρυθμίσεις που θα απειλούσαν τα κέρδη τους. Σε ένα ενημερωτικό δελτίο προς τους πελάτες της τον Οκτώβριο του 2011, η εταιρεία δικηγόρων K&L Gates, με έδρα στις ΗΠΑ, σύστησε στους επενδυτές να χρησιμοποιούν την απειλή της διαιτησίας επενδύσεων σαν «διαπραγματευτικό εργαλείο» στις διαπραγματεύσεις τους με κυβερνήσεις που αφορούν την αναδιάρθρωση του χρέους. Παρομοίως, η βρετανική εταιρεία Clyde & Co πρότεινε να χρησιμοποιείται η «εν δυνάμει αρνητική δημοσιότητα» μιας επενδυτικής αγωγής σαν «μοχλός πίεσης σε περίπτωση διαμάχης με μία ξένη κυβέρνηση».

 

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει παίξει έναν δόλιο ρόλο συνυπαιτιότητας, καθώς στην πραγματικότητα ενθαρρύνει αυτό το κύμα εταιρικών αγωγών που μαστίζει χώρες χτυπημένες βαριά από την κρίση. Κάποιες από τις αγωγές προκύπτουν λόγω μέτρων που αφορούν την αναδιάρθρωση του χρέους και του τραπεζικού συστήματος, τα οποία απαιτούνται στο πλαίσιο των πακέτων διάσωσης που παρέχει η ΕΕ. Επιπλέον, ενώ η Επιτροπή έχει ασκήσει κριτική στις διεθνείς συμφωνίες επενδύσεων μεταξύ κρατών-μελών της ΕΕ (γνωστές και ως ενδοκοινοτικές ΔΣΕ), συνεχίζει να προωθεί ενεργά τη χρήση διαιτητικών μηχανισμών επενδυτή - κράτους παγκοσμίως, και ιδιαίτερα στις τρέχουσες διαπραγματεύσεις για την αμφιλεγόμενη εμπορική συμφωνία ΕΕ - ΗΠΑ. Η υπεράσπιση της εταιρικής ασυλίας τη στιγμή που αμφισβητείται η κοινωνική προστασία είναι μία θλιβερή απόδειξη των τωρινών προτεραιοτήτων που υπηρετούνται μέσω των εμπορικών και οικονομικών πολιτικών της ΕΕ.

 

Το καθεστώς επενδυτικής διαιτησίας παρέχει αντιμετώπιση VIP σε ξένους επενδυτές και ιδιωτικοποιεί τη δικαιοσύνη. Οι ξένοι επενδυτές απολαμβάνουν περισσότερων δικαιωμάτων σε σχέση με τις εγχώριες εταιρείες, τα άτομα και τις κοινότητες, ακόμα και όταν αυτές επηρεάζονται εξίσου με τους επενδυτές από τα μέτρα που οδήγησαν        στη δικαστική διένεξη. Οι υποθέσεις κρίνονται από ένα δικαστήριο που αποτελείται        από τρεις ιδιώτες δικηγόρους, οι οποίοι εκδίδουν αποφάσεις σχετικά με πολιτικές οι οποίες επηρεάζουν την ευημερία εκατομμυρίων ανθρώπων. Και κάποιοι απ’ αυτούς αγνοούν διεθνείς νομικές αρχές που επιτρέπουν σε κράτη να παραβιάζουν τις διεθνείς τους υποχρεώσεις όταν είναι αναγκαία η προστασία των συμφερόντων των πολιτών τους, ιδιαίτερα σε καταστάσεις κρίσης.

 

Η εντεινόμενη κρίση στις χώρες της Ευρώπης έχει προσελκύσει ολοένα και περισσότερους «γύπες» που παραμονεύουν για κέρδη. Το 2012, η εταιρεία Greylock Capital, με έδρα στη Νέα Υόρκη, υποστήριξε δημόσια ότι η εξαγορά ελληνικών ομολόγων ήταν «η ανταλλαγή της χρονιάς». Εκείνη την περίοδο, οι επενδυτές πλήρωναν 19 με 25 σεντς για κάθε ένα δολάριο αξίας των ομολόγων.

 

Τον Απρίλιο του 2013, η δικηγορική εταιρεία Skadden - με έδρα στις ΗΠΑ - που αντιπροσωπεύει τη Λαϊκή Τράπεζα Κύπρου σε μία διαφαινόμενη αγωγή εναντίον της Ελλάδας αξίας πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ, η οποία προκύπτει από επενδυτική συμφωνία - επαίνεσε την «αυξανόμενη έλξη και την καινοτόμο χρήση των Διμερών Συμφωνιών Επενδύσεων». Η εταιρεία σημείωσε ότι «η έλξη των δικαστηρίων ΔΣΕ, μαζί με την οικονομική αβεβαιότητα της σημερινής περιόδου, έχουν πυροδοτήσει μία αυξανόμενη χρήση των ΔΣΕ για την επίλυση διαφορών με τρόπους που προηγουμένως δεν ήταν διαθέσιμοι στα διαιτητικά δικαστήρια, και αναμένουμε τη συνέχιση αυτής της τάσης». Η εμπειρία της Αργεντινής, που αντιμετώπισε 55 αγωγές επενδυτών μετά την κρίση του 2001, δείχνει ότι οι απαιτήσεις καταφτάνουν για αρκετό καιρό μετά από μία κρίση.

 

Αυτές οι διαφορές επενδυτή-κράτους είναι μέρος μιας ευρύτερης τάσης που έχει καταστεί εμφανής από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης και δώθε: οι εταιρείες προστατεύονται από επενδύσεις υψηλού ρίσκου ενώ οι πολίτες ακούν ότι οι περικοπές είναι αναπόφευκτες· οι εταιρικές ζημιές κοινωνικοποιούνται και οι φορολογούμενοι πληρώνουν τον λογαριασμό· οι εταιρείες έχουν δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη ενώ τα ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών μπαίνουν στο περιθώριο.

 

Η κοινή γνώμη σε Ευρώπη και Αμερική προφανώς και θύμωσε με τη διάσωση των τραπεζών. Τώρα, είναι η στιγμή να φωτίσουμε τη διάσωση των επενδυτών και να διεκδικήσουμε μία ριζοσπαστική εκ νέου συγγραφή του σύγχρονου παγκόσμιου καθεστώτος επενδύσεων. Σαν πρώτο βήμα, πιστεύουμε ότι οι κυβερνήσεις της ΕΕ θα πρέπει να επιδιώξουν τον τερματισμό των υπαρχουσών επενδυτικών συμφωνιών.

01 June 2013

Το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

 


 
Το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
 
 

 
του Ηρακλή Οικονόμου


(Δημοσιεύτηκε σε RedNoteBook στις 6 Ιανουαρίου 2012 και σε Βελτιώνονται οι φράχτες, βελτιώνονται κι οι άλτες, Αθήνα: RedNotebook, 2013, σελ. 53-58).
 

Γιατί είναι σημαντικό ένα συνέδριο για τους εξοπλισμούς και την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), οργανωμένο από την αριστερή ομάδα του Ευρωκοινοβουλίου; Γιατί αποτελεί μία από τις σπάνιες προσπάθειες της Αριστεράς να εξετάσει την εμπλοκή της ΕΕ στο στρατιωτικό και εξοπλιστικό πεδίο. Πίσω απ’ την αδυναμία κατανόησης αυτής της εμπλοκής κρύβεται η εικόνα της ΕΕ ως πολιτικής (μη στρατιωτικής) δύναμης, μία εικόνα την οποία συμμερίζονται όχι μόνο οι καθεστωτικές πολιτικές δυνάμεις αλλά και ένα μεγάλο κομμάτι της ευρωπαϊκής Αριστεράς. Είναι καιρός να αποχαιρετήσουμε τη συγκεκριμένη εικόνα· η ΕΕ, τόσο μέσω των κρατών-μελών της όσο και μέσω της δικής της θεσμικής υπόστασης, βρίσκεται στη δίνη μιας αναπότρεπτης διαδικασίας ενδυνάμωσης του στρατιωτικού της βραχίονα και ενίσχυσης της παραγωγής στρατιωτικών εξοπλισμών.
 
Ο όρος «στρατιωτικο-βιομηχανικό» σύμπλεγμα είναι εξαιρετικά αμφιλεγόμενος, και θα συνιστούσε ηλιθιότητα η άκριτη και μηχανιστική χρήση του. Στην περίπτωση της ΕΕ, οι επικριτές του όρου επισημαίνουν συχνά την πολιτικά χρωματισμένη διάστασή του· ουκ ολίγες φορές, έχω ακούσει επιστήμονες να εξομολογούνται ότι κάθε φορά που ακούνε το συγκεκριμένο όρο βλέπουν να ανεμίζουν πλάι τους κόκκινες σημαίες. Για κάποιους, η έννοια του «συμπλέγματος» υπονοεί την ύπαρξη μιας σκοτεινής συνομωσίας, ενώ έχει επίσης επισημανθεί ότι είναι άλλο να κερδίζεις από μία πολιτική και άλλο να παράγεις και να διαμορφώνεις μία πολιτική. Οι πιο εκλεπτυσμένες κριτικές υπενθυμίζουν την πρωταρχικά εθνική βάση των εταιρειών όπλων, την έλλειψη ενός ευρωπαϊκού κράτους, και την παρουσία ξεχωριστών, εθνικών στρατιωτικο-βιομηχανικών συμπλεγμάτων.
 
Παρ’ όλες τις αντιρρήσεις, η χρήση του όρου «στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα» είναι δικαιολογημένη στην περίπτωση της ΕΕ. Η ιδέα του συμπλέγματος δεν υπονοεί κάποια συνομωσία αλλά αναδεικνύεται μέσα από ενδελεχή εμπειρική ανάλυση, όπως στο έργο του Frank Slijper και του Ben Hayes.[1] Επίσης, μια τέτοια έννοια δεν αποκλείει την παράλληλη λειτουργία των εθνικών συμπλεγμάτων, ούτε προϋποθέτει μία ενιαία, πλήρως υπερεθνικοποιημένη και εξευρωπαϊσμένη βιομηχανία όπλων. Αντίθετα, η ιδέα ενός στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος της ΕΕ απεικονίζει κάτι εξαιρετικά αντιφατικό και σύνθετο.
 
Πώς μπορούμε να το ορίσουμε; Το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα της ΕΕ είναι ένα σχετικά συνεκτικό αλλά και αντιφατικό μπλοκ κοινωνικο-οικονομικών, θεσμικών, στρατιωτικών και ιδεολογικών δυνάμεων που λειτουργούν σε επίπεδο ΕΕ και στόχο έχουν την προώθηση των συμφερόντων του διεθνοποιημένου ευρωπαϊκού στρατιωτικο-βιομηχανικού κεφαλαίου και την ενδυνάμωση της ικανότητας προβολής ισχύος της Ένωσης μέσω μιας κοινής εξοπλιστικής πολιτικής.
 
Στην περίπτωση του, συναντάμε τα τρία αναγκαία συστατικά στοιχεία οποιουδήποτε τέτοιου συμπλέγματος: πηγές, δρώντες και αποτελέσματα. Ως προς τις πηγές, υπάρχουν δύο διακριτές αλλά και αλληλένδετες διαδικασίες: η διεθνοποίηση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας όπλων και η εγκαθίδρυση της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας. Η πρώτη, πρωτίστως οικονομική ως προς τη φύση της, κορυφώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 με το σχηματισμό πολυεθνικών, ευρωπαϊκών εταιρειών παραγωγής όπλων, όπως η EADS, και εξαιρετικά διεθνοποιημένων «εθνικών πρωταθλητών» όπως η Thales, η Finmeccanica και η BAE Systems. Οι ρίζες της διεθνοποίησης βρίσκονται στο κύμα ιδιωτικοποιήσεων της δεκαετίας του ’80, και στη συνακόλουθη εθνική και διεθνή συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του στρατιωτικο-βιομηχανικού κεφαλαίου. Η ανάγκη βιομηχανικής ενοποίησης προήλθε καταρχήν από τους πτωτικούς στρατιωτικούς προϋπολογισμούς μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, τον ανταγωνισμό από βιομηχανικούς παίκτες εκτός ΕΕ, και τα αυξανόμενα κόστη έρευνας και ανάπτυξης των σύγχρονων οπλικών συστημάτων. Τελικά, ολοένα και μεγαλύτερες εταιρείες με ολοένα και μεγαλύτερα μερίδια αγοράς άρχισαν να σχηματίζουν ένα πυκνό δίκτυο διεθνών δεσμών μέσω εξαγορών, συγχωνεύσεων και άλλων μορφών βιομηχανικής συνεργασίας. Αυτή η διαδικασία γέννησε ένα πανίσχυρο, διεθνοποιημένο, ταξικό και συνάμα πολιτικό υποκείμενο, των οποίων τα συμφέροντα απαιτούσαν τη διαχείριση των εξοπλιστικών θεμάτων σε επίπεδο ΕΕ, παράλληλα με το εθνικό επίπεδο.
 
Όμως, αυτό το υποκείμενο απαιτούσε επίσης ένα μανδύα νομιμοποίησης για τις ενέργειές του· αυτός βρέθηκε στην Ευρωπαϊκή Πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας, η οποία ξεκίνησε με τη αγγλο-γαλλική συναίνεση στο St. Malo τη διετία 1998-99. Μετέπειτα εξελίξεις, όπως η εκτέλεση πολλαπλών στρατιωτικών και αστυνομικών επιχειρήσεων και η έκδοση της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής Ασφάλειας κάλυψαν τις δράσεις της βιομηχανίας και των συμμάχων της με μία αύρα εκτάκτου ανάγκης και τεχνοκρατικής αναγκαιότητας. Η έμφαση της πολιτικής άμυνας της ΕΕ στην προβολή ισχύος διάνοιξε ατελείωτες ευκαιρίες νομιμοποίησης της παραγωγής και προμήθειας περισσότερων και καλύτερων όπλων, καθώς και της ομογενοποίησης των εθνικών προδιαγραφών και αγορών. Προσθέστε την επιδίωξη μιας ευρωπαϊκής αυτονομίας έναντι των ΗΠΑ, καθώς και την έννοια της ενότητας ανάμεσα στην εσωτερική και την εξωτερική ασφάλεια, και έχετε ένα ευρύτατο φάσμα επιχειρημάτων υπέρ της ατζέντας των εξοπλισμών, τα οποία συνέβαλαν στη νομιμοποίηση κάποιων πολιτικά αμφίσημων και ευαίσθητων μέτρων.
 
Αλλά ας μεταφερθούμε πρώτα από τις πηγές στους δρώντες. Το ευρωπαϊκό, διεθνοποιημένο στρατιωτικο-βιομηχανικό κεφάλαιο είναι το πρωταρχικό υποκείμενο στο εν λόγω σύμπλεγμα. Γιατί; Επειδή το στρατιωτικο-βιομηχανικό κεφάλαιο βρίσκεται εγγύτερα στην παραγωγή όπλων και, δεδομένης της θέσης του μέσα στο σύστημα παραγωγής των μέσων της βίας, είναι ένα ταξικό υποκείμενο του οποίου η οικονομική εξουσία μεταφράζεται συστηματικά σε πολιτική εξουσία, με ή χωρίς τη διαμεσολάβηση του αστικού κράτους. Πράγματι, η οικονομική ενοποίηση τροφοδότησε μία διαδικασία πολιτικής ισχυροποίησης της ευρωπαϊκής βιομηχανίας όπλων, με κύριο σταθμό την ίδρυση της Ένωσης Βιομηχανιών Αεροδιαστημικής και Άμυνας της Ευρώπης (ASD) το 2004. Η απόφαση των τριών τομεακών ομάδων πίεσης (Ομάδα Ευρωπαϊκών Αμυντικών Βιομηχανιών – EDIG, Ευρωπαϊκή Ένωση Κατασκευαστών Αεροδιαστημικής – AECMA και Ένωση Ευρωπαϊκής Διαστημικής Βιομηχανίας – EUROSPACE) να συγχωνευθούν σε ένα ενοποιημένο σχήμα δεν θα υλοποιούταν ποτέ δίχως το προηγούμενο κύμα διεθνών και δια-τομεακών συγχωνεύσεων και εξαγορών.
 
Το βάθος και η ένταση της εμπλοκής της βιομηχανίας στη συν-γραφή της πολιτικής εξοπλισμών της ΕΕ και στον ορισμό της ατζέντας δεν μπορεί να θεωρηθεί απλώς ως πράξη άσκησης πίεσης, ως λόμπυ. Ο φιλόσοφος Istvan Mészáros παρατηρεί ότι «η έκφραση ‘στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα’ … δείχνει με σαφήνεια ότι ασχολούμαστε με κάτι πολύ πιο σταθερά γειωμένο και συνεκτικό από κάποιους άμεσους πολιτικούς/στρατιωτικούς καθορισμούς (και χειραγωγήσεις) που θα μπορούσαν καταρχήν να αντιστραφούν σε εκείνο το επίπεδο».[2] Ασχολούμαστε, δηλαδή, με μία πιο έντονη, δομική εμπλοκή, που κανονικοποιείται και εξομαλύνεται από όλους τους θεσμούς της ΕΕ.
 
Η Ευρ. Επιτροπή και η Γενική Διεύθυνση Επιχειρήσεων και Βιομηχανίας της ξεχωρίζουν ως ο πολιτικο-θεσμικός πυρήνας του συμπλέγματος· αποτελούν το κρατικόμορφο κέντρο διοίκησης δεδομένης της απουσίας ενός πανευρωπαϊκού κράτους, παράγοντας το «γενικό συμφέρον» ως μακροπρόθεσμο όραμα. Ένα τέτοιο συμφέρον απαιτεί τη διακυβερνητική επικύρωση του Συμβουλίου της ΕΕ καθώς και της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Υπηρεσίας, ενός διακυβερνητικού οργανισμού που έχει αναλάβει επίσημα τη διαχείριση των εξοπλιστικών ζητημάτων της ΕΕ. Ο ρόλος της στην ανάπτυξη δυνατοτήτων συμπληρώνεται με τη χρηματοδότηση προγραμμάτων έρευνας και τεχνολογίας, την προώθηση της εξοπλιστικής συνεργασίας και την επεξεργασία στρατηγικών για τη διατήρηση μις ισχυρής Ευρωπαϊκής αμυντικής, τεχνολογικής και βιομηχανικής βάσης – ένας ευφημισμός για τη στρατιωτικο-βιομηχανική, εταιρική κερδοφορία. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο παρέχει σταθερή και διακομματική υποστήριξη στο σύμπλεγμα και τους στόχους του, με τη συνδρομή συγκεκριμένων προσώπων από την Υποεπιτροπή Ασφάλειας και Άμυνας. Και βέβαια, δεν μπορεί εξ’ ορισμού να υπάρξει στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα χωρίς τους φορείς της στρατιωτικής εξουσίας. Μέσω της συμμετοχής τους στην Στρατιωτική Επιτροπή της ΕΕ αλλά και στην Ευρωπαϊκή Αμυντική Υπηρεσία, οι στρατιωτικοί συμμετέχουν σε κρίσιμες αποφάσεις ορισμού προδιαγραφών και κενών στις στρατιωτικές δυνατότητες, κενά τα οποία τα εθνικά κράτη καλούνται να καλύψουν μέσω της προσφυγής στους κατασκευαστές όπλων. Τέλος, το Ινστιτούτο Σπουδών Ασφάλειας της ΕΕ προσφέρει μία «επιστημονική» αύρα στο σύμπλεγμα, παράγοντας αναλύσεις των αμυντικών απαιτήσεων της ΕΕ καθώς και προβλέψεις για την εξέλιξη της βιομηχανίας όπλων.
 
Τέλος, στο σύμπλεγμα περιλαμβάνονται και στοιχεία της «κοινωνίας πολιτών», όπως ιδιωτικές δεξαμενές σκέψης (Security & Defence Agenda) και άτυπες πολιτικές ομάδες ευρωπαϊστικού προσανατολισμού (The Kangaroo Group). Σε μεγάλο βαθμό, ο βραχίονας του συμπλέγματος που εντάσσεται στην «κοινωνία πολιτών» χρηματοδοτείται απευθείας από τη βιομηχανία. Και προκαλεί έκπληξη η σταθερή υποστήριξη που παρέχει στην εξοπλιστική ατζέντα ο οργανωμένος συνδικαλισμός – ή μήπως εργατική αριστοκρατία; – μέσω της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Μεταλλεργατών. Η κινητοποίηση της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας δείχνει το μέγεθος του συμπλέγματος και την ηγεμονία του επί των δυνάμεων της εργασίας.
 
Ως προς τα αποτελέσματα, το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα της ΕΕ μπορεί καταρχήν να υπερηφανεύεται για την εγκαθίδρυση νέων γραμμών χρηματοδότησης, όπως το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Έρευνας για την Ασφάλεια που εμπνεύστηκε η Κομισιόν. Η Ευρωπαϊκή Αμυντική Υπηρεσία είναι άλλη μία πηγή χρηματοδότησης για στρατιωτική έρευνα & ανάπτυξη, ενώ η Ευρ. Επιτροπή έχει τροφοδοτήσει την ανάπτυξη διαστημικών προγραμμάτων με στρατιωτικές εφαρμογές, όπως το Galileo και το GMES. Δεδομένης της απουσίας μιας πανευρωπαϊκής υπηρεσίας προμήθειας εξοπλισμών αλλά και ενός πραγματικά ευρωπαϊκού στρατού, το μεγαλύτερο κομμάτι της χρηματοδότησης του συμπλέγματος αφορά την έρευνα & τεχνολογία και όχι την καθεαυτή αγορά στρατιωτικού υλικού. Το τελευταίο καθήκον αναλαμβάνεται ακόμα από τα αστικά κράτη σε εθνικό επίπεδο.
 
Τα αποτελέσματα της λειτουργίας του συμπλέγματος δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτά μόνο με ποσοτικούς όρους χρηματοδότησης. Υπάρχει, δηλαδή, μία ποιοτική διάσταση αποτελεσμάτων συμβατών με τα στρατιωτικο-βιομηχανικά συμφέροντα, ακόμα κι αν δεν συνεπάγονται πάντα μία άμεση χρηματοδότηση. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα είναι η μεταρρύθμιση των ευρωπαϊκών αγορών εξοπλισμών μέσω του νομοθετικού Πακέτου Άμυνας της Κομισιόν που εξομάλυνε το καθεστώς ενδο-κοινοτικών μεταβιβάσεων. Μία άλλη πτυχή είναι η επίσημη συμμετοχή της βιομηχανίας στο σύστημα λήψης αποφάσεων της ΕΕ μέσω νέων καναλιών· ενδεικτική είναι η περίπτωση των επιτροπών της ASD στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Υπηρεσίας ή η πολυπληθής παρουσία στελεχών της βιομηχανίας όπλων σε εκθέσεις «ειδικών» (STAR 21, Ομάδα Προσωπικοτήτων για την Ασφάλεια, LeaderSHIP 2015), υπό τη σκέπη και την τυπική εντολή της Κομισιόν. Αξιοσημείωτη είναι και η επίδραση της ΕΕ στη βιομηχανική ενοποίηση. Μέσω της προώθησης συνεργατικών προγραμμάτων, η ΕΕ προωθεί περαιτέρω συγχωνεύσεις και εξαγορές, διαδικασία που καταλήγει σε ισχυρότερες και μεγαλύτερες εταιρίες παραγωγής όπλων.
 
Δεν πρέπει να υπερβάλλουμε την αποτελεσματικότητα και γραμμικότητα του συμπλέγματος. Η απουσία ενός πανευρωπαϊκού κράτους και ενός ενιαίου υπερεθνικού στρατιωτικο-βιομηχανικού υποκειμένου σημαίνουν τη διατήρηση των εθνικών αποκλίσεων. Εξίσου κρίσιμη είναι και η έλλειψη των αναγκαίων χρηματικών πόρων, σε μία εποχή βαθιάς κρίσης σε όλη την ήπειρο. Σε σχέση με τη λειτουργία των εθνικών στρατιωτικο-βιομηχανικών συμπλεγμάτων, το αντίστοιχο ευρωπαϊκό είναι εξαιρετικά αντιφατικό. Αφενός, ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός αναπαράγει συστηματικά τη στρατιωτικοποίηση· αφετέρου, οι χρηματοοικονομικοί περιορισμοί και η πολλαπλότητα συμφερόντων ανάμεσα στα διάφορα εθνικά κράτη και τις διάφορες μερίδες του κεφαλαίου περιορίζουν την αποτελεσματικότητα του συμπλέγματος. Ουσιαστικά, είμαστε αντιμέτωποι με μία διάσταση ανάμεσα στο παγκόσμιο εύρος του κεφαλαίου και το περιορισμένο εύρος του έθνους-κράτους· πρόκειται, σύμφωνα με την Ellen Wood, για το πρόβλημα της «μη-αντιστοίχισης των οικονομικών και πολιτικών μορφών του καπιταλισμού».[3] Ενώ οι οικονομικές εξελίξεις απαιτούν υπερεθνικές, κρατικό-μορφες θεσμικές διευθετήσεις, το έθνος-κράτος παραμένει απαραίτητο για την αναπαραγωγή των εθνικών στρατιωτικο-βιομηχανικών συμπλεγμάτων και των πολιτικών προϋποθέσεων της καπιταλιστικής ηγεμονίας.
 
Τι να κάνουμε; Καταρχήν, υπάρχει επείγουσα ανάγκη για την εγκαθίδρυση ενός ερευνητικού κέντρου στις Βρυξέλλες που ως αποστολή θα έχει τη μελέτη και τεκμηρίωση θεμάτων που άπτονται των διαστάσεων «άμυνας», «ασφάλειας» και εξοπλισμών της ΕΕ. Ένα τέτοιο κέντρο θα συνέλεγε κρίσιμα ποσοτικά δεδομένα, θα ενθάρρυνε την κριτική έρευνα, θα τροφοδοτούσε το δημόσιο διάλογο και τις εναλλακτικές προτάσεις πολιτικής· δηλαδή, θα ενδυνάμωνε την αντίσταση στη στρατιωτικοποίηση της ΕΕ. Η περίπτωση της εξοπλιστικής πολιτικής της ΕΕ καταδεικνύει τη σημασία των ιδεών. Οι ιδέες είναι κρίσιμες για τη διατήρηση της ταξικής ηγεμονίας, και η βιομηχανία όπλων και οι σύμμαχοί της το έχουν εμπεδώσει αυτό καλά. Αρκεί να δει κανείς την πληθώρα δεξαμενών σκέψης, συνεδρίων, δημοσιεύσεων και ερευνητικών προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται από τους κατασκευαστές όπλων. Οι αντι-ηγεμονικές δυνάμεις οφείλουν να ακολουθήσουν αυτό το «καλό παράδειγμα».
 
Για το τέλος, παραπέμπω στην ευρωβουλευτίνα της GUE/NGL, Sabine Lösing: «Αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι περισσότερο στρατό· αυτό που χρειαζόμαστε είναι μία αλλαγή, ένα τέλος στο νεοφιλελεύθερο προσανατολισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης».[4] Είναι πιθανό ότι αυτό το τέλος προϋποθέτει το τέλος της ίδιας της ΕΕ. Και, πάντως, ο εξωτερικός προσανατολισμός της ΕΕ προς την προβολή ισχύος και τη στρατιωτικοποίηση και ο εσωτερικός προσανατολισμός της προς τον νεοφιλελευθερισμό και την κοινωνική εκμετάλλευση είναι δύο αλληλένδετες διαδικασίες. Η πάλη εναντίον του ενός είναι αξεχώριστη από την πάλη εναντίον του άλλου.
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
* Το παρόν είναι εισήγηση στην ημερίδα «Η Ευρωπαϊκή Ένωση ως κινητήρια δύναμη των εξοπλισμών» που διοργάνωσε στο Ευρωκοινοβούλιο το Νοέμβριο του 2011 η ομάδα Ευρωπαϊκή Ενωτική Αριστερά / Βόρεια Πράσινη Αριστερά.
 
Το σύνολο των υποσημειώσεων και πηγών παρατίθεται στην έντυπη έκδοση
 

13 May 2013

Συνέντευξη με τον Frank Slijper για τους εξοπλισμούς και την οικονομική κρίση







«Τα εξωφρενικά επίπεδα στρατιωτικών δαπανών οδήγησαν την Ελλάδα σε τεράστια χρέη για όπλα που δεν χρειάζεται»

 

Μια κουβέντα με τον ολλανδό ερευνητή Φρανκ Σλέιπερ για τους εξοπλισμούς και την οικονομική κρίση

 

τη συνέντευξη έλαβε και μετέφρασε ο Ηρακλής Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε σε “Ενθέματα”, Κυριακάτικη Αυγή, 12 Μαΐου 2013)


Ο Φρανκ Σλέιπερ (Frank Slijper) είναι ολλανδός οικονομολόγος με ειδίκευση σε ζητήματα εξοπλισμών και στρατιωτικοποίησης. Είναι συνεργάτης της γνωστής ριζοσπαστικής δεξαμενής σκέψης Transnational Institute (ΤΝΙ) και επικεφαλής της αντι-μιλιταριστικής οργάνωσης Campagne tegen Wapenhandel. Οι δημοσιεύσεις του πάνω στο Ευρωπαϊκό στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα, την Ευρωπαϊκή πολιτική διαστήματος και τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας συνιστούν θεμελιώδεις συνεισφορές σε μία αριστερή κριτική της στρατιωτικοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της εξουσίας των κατασκευαστών όπλων εντός της. Πρόσφατα κυκλοφόρησε από το TNI μία μελέτη του με τίτλο «Στρατιωτικές δαπάνες και η οικονομική κρίση στην Ευρώπη», όπου γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην ελληνική περίπτωση με τους υπέρογκους εξοπλισμούς και τις ιστορίες σπατάλης, διαφθοράς και παρασιτισμού που τους περιβάλλουν.


Πώς ερμηνεύετε τη σιωπή των διανοουμένων πάνω σε ένα τόσο επίκαιρο ζήτημα όπως οι εξοπλισμοί και ο ρόλος τους στην τρέχουσα κρίση; Στην Ελλάδα δεν υπάρχει καν μία υποτυπώδης συζήτηση επ’ αυτού.

Οι περισσότερες αναλύσεις εστιάζουν στο ρόλο των χρηματοπιστωτικών θεσμών και των οικονομικών μηχανισμών, που είναι λογικό. Όμως, εφόσον τα δημόσια ελλείμματα και τα σχετιζόμενα προβλήματα χρέους έχουν οδηγήσει σε εκτενή μέτρα λιτότητας, είναι πράγματι παράδοξο το γεγονός ότι δεν συζητείται ένας κλάδος δημοσίων δαπανών τόσο μεγάλος και ισχυρός όσο οι στρατιωτικές δαπάνες. Μία ερμηνεία της αποσιώπησης αυτής είναι ο συνεχής φόβος της στρατιωτικής ηγεσίας και της βιομηχανίας όπλων ότι η περικοπή των αμυντικών δαπανών θα κοστίσει πολλές θέσεις εργασίας και θα θέσει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια. Και τα δύο επιχειρήματα είναι εντελώς λανθασμένα, καθώς οι υψηλοί στρατιωτικοί προϋπολογισμοί αποδεδειγμένα είναι ένας εξαιρετικά αναποτελεσματικός και δαπανηρός τρόπος δημιουργίας θέσεων εργασίας. Επιπλέον, ο δυτικός κόσμος έχει υπερ-εξοπλισθεί τόσο πολύ ώστε να είναι αδύνατον να ισχυριστεί κάποιος ότι απειλείται η ασφάλειά του. Μάλλον το αντίστροφο συμβαίνει: το παράδειγμα των ΗΠΑ δείχνει ότι οι πόλεμοι στο Αφγανιστάν και το Ιράκ οδήγησαν σε τρομακτικές στρατιωτικές δαπάνες, αλλά σίγουρα δεν κατέστησαν τον κόσμο ασφαλέστερο.

Ποια είναι τα κύρια ευρήματα της μελέτης σας που μόλις κυκλοφόρησε; Τελικά συνέβαλε ο γιγαντωμένος στρατιωτικός προϋπολογισμός της Ελλάδας στην τρέχουσα οικονομική καταβαράθρωση της χώρας;

Πριν την κρίση, οι περισσότερες χώρες-μέλη της ΕΕ και του ΝΑΤΟ αύξησαν σημαντικά τις στρατιωτικές τους δαπάνες, αντισταθμίζοντας εν μέρει ή συνολικά τις μετα-ψυχροπολεμικές περικοπές που είχαν προηγηθεί. Αν και στις ΗΠΑ η αύξηση ήταν μεγαλύτερη, στην Ευρώπη τόσο η Ελλάδα όσο και η Κύπρος διόγκωσαν τις στρατιωτικές τους δαπάνες. Τελικά, αυτές οι δαπάνες μειώθηκαν μέσα σε ένα κύμα μέτρων λιτότητας – μόνο όμως από το 2010 και ύστερα. Και οι περικοπές αφορούσαν περισσότερο το προσωπικό παρά τις δαπάνες για οπλικά συστήματα. Ακόμα και σήμερα, πολλά κράτη-μέλη της ΕΕ έχουν στρατιωτικούς προϋπολογισμούς υψηλότερους σε σχέση με μια δεκαετία πριν, παρόλο που ποτέ η Ευρώπη δεν υπήρξε τόσο ασφαλής όσο είναι σήμερα με την απουσία της οποιασδήποτε σοβαρής απειλής. Άρα, συμπεραίνουμε ότι η επαναλαμβανόμενη άποψη σύμφωνα με την οι στρατιωτικές δαπάνες έχουν πέσει κάτω από ένα ελάχιστο επίπεδο – στο οποίο δήθεν θα έπρεπε να βρίσκονται – είναι εντελώς αβάσιμη.

Το σύνηθες αντεπιχείρημα προς τους επικριτές των υψηλών στρατιωτικών δαπανών είναι η απειλή της Τουρκίας. Τι απαντάτε;

Η συγκεκριμένη απειλή είναι μικρότερη σε σχέση με δέκα ή είκοσι χρόνια πριν, σύμφωνα με τους περισσότερους ειδικούς. Οι ελληνο-τουρκικές σχέσεις έχουν βελτιωθεί αισθητά και πλέον υπάρχει η διακηρυγμένη βούληση και της Τουρκίας και όχι μόνο της Ελλάδας οι δυο χώρες να εργαστούν για τη λήψη μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Και πάλι είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι οι στρατιωτικοί έχουν συμφέρον να υπερβάλλουν τις απειλές ώστε να διατηρούν την ισχυρή θέση τους. Προσπαθούν να μας πείσουν ότι η οικονομία απειλείται από τις επιπλέον περικοπές στην άμυνα, ενώ στην πραγματικότητα οι στρατιωτικές δαπάνες έχουν αποδειχθεί ότι είναι μία εξαιρετικά ακριβή και αναποτελεσματική μηχανή παραγωγής θέσεων εργασίας.

Η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από μία μικρή παραγωγική βάση στον τομέα των εξοπλισμών, και άρα στην περίπτωσή της είναι μάλλον δύσκολο να μιλήσει κάποιος για την ύπαρξη ενός εθνικού στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος. Ποια συμφέροντα εξυπηρετούνται μέσω της διατήρησης υψηλών στρατιωτικών δαπανών;

Η Ελλάδα, όπως και οι περισσότερες χώρες δεύτερης βαθμίδας παραγωγής όπλων (συνήθως οι μικρότερες), διατηρεί μία πολιτική αντισταθμιστικών οφελών. Η συγκεκριμένη πολιτική αποβλέπει στην επιστροφή ενός μέρους του έργου από μία εξοπλιστική παραγγελία με τη μορφή εγχώριων παραγγελιών – κατά προτίμηση με τη μορφή της συμπαραγωγής. Αυτή είναι μία εξαιρετικά δαπανηρή και αναποτελεσματική μορφή βιομηχανικής πολιτικής που, ενώ υπόσχεται οφέλη στο πεδίο της απασχόλησης τα οποία συχνά δεν υλοποιούνται, στην πράξη καταλήγει να είναι μία εξωφρενική επιδότηση σε μία βιομηχανία εντελώς ανίκανη για επιβίωση. Αυτό συνέβη και στην Ελλάδα, και γι’ αυτό τώρα η κυβέρνηση θέλει να πουλήσει αυτό τον εξαιρετικά ζημιογόνο επιχειρηματικό τομέα. Το όφελος είναι αμοιβαίο και αφορά τόσο τα συμφέροντα της στρατιωτικής εξουσίας («για να έχουν τα παιδιά τα παιχνιδάκια τους») όσο και τα συμφέροντα της βιομηχανίας όπλων. Και η ρητορική αφορά συχνά τόσο την «εθνική ασφάλεια» όσο και τις «θέσεις εργασίας». Δεν είμαι σίγουρος για την περίπτωση της Ελλάδας, αλλά στην Ολλανδία τα συνδικάτα συχνά συνασπίζονται στα τυφλά με τις εταιρείες όπλων και το στρατό, και υποστηρίζουν κάθε νέα εξοπλιστική συμφωνία με την υπόσχεση δήθεν εξαιρετικών προοπτικών απασχόλησης. Η ιστορία επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, δυστυχώς, καθώς με πολύ λιγότερα χρήματα θα μπορούσαν να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας σε άλλους τομείς της οικονομίας, όπως καταδεικνύω με παραδείγματα στη μελέτη.

Η Γερμανία βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της ρητορικής υπέρ της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Δεν είναι παράδοξο που οι Γερμανοί υποστηρίζουν την κυβερνητική πολιτική λιτότητας και την ίδια στιγμή προωθούν την εξαγωγή πανάκριβων συστημάτων όπως τα άρματα μάχης Leopard 2 και τα υποβρύχια Type 214;

Φυσικά και είναι παράδοξο! Τόσο η Ελλάδα όσο και η Πορτογαλία έχουν ξοδέψει μία ολόκληρη περιουσία για την αγορά γερμανικών υποβρυχίων, και θα ξοδεύουν εκατοντάδες εκατομμύρια Ευρώ ετησίως για πολλά ακόμα χρόνια για να τα συντηρήσουν. Αναρωτιέμαι βάσει ποιας στρατηγικής λογικής αγοράστηκαν… Η Ελλάδα, μάλιστα, υποτίθεται ότι έχει σχέδια αγοράς επιπλέον υποβρυχίων, τα οποία η Γερμανία προφανώς και θα πουλούσε με χαρά. Με ποια λογική προωθούνται μέτρα λιτότητας εις βάρος του λαού, με περικοπές στους μισθούς, τις συντάξεις, την υγεία και την εκπαίδευση, και την ίδια στιγμή δεν διακόπτεται η αγορά όπλων που στην πραγματικότητα δεν χρειάζεστε; Ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών Θόδωρος Πάγκαλος δήλωσε ότι «ένιωσα αναγκασμένος να αγοράζω όπλα που δεν χρειαζόμαστε» και ότι οι εξοπλιστικές συμφωνίες του γέννησαν ένα αίσθημα «εθνικής ντροπής». Είναι λοιπόν καιρός να απομακρυνθείτε από μία κουλτούρα αναντίρρητων στρατιωτικών δαπανών που ξοδεύει δισεκατομμύρια από τα χρήματα των φορολογουμένων κάθε χρόνο. Αυτά τα χρήματα θα μπορούσαν σήμερα να λειτουργήσουν πολύ πιο χρήσιμα και αποτελεσματικά, για να βγάλουν την Ελλάδα έξω από την οικονομική εξαθλίωση.

Πώς αποτιμάτε το ρόλο του ΝΑΤΟ στη διατήρηση υψηλών στρατιωτικών προϋπολογισμών σε χώρες όπως η Ελλάδα; Συμβάλλει το ΝΑΤΟ στην επιβολή μιας συγκεκριμένης «πειθαρχίας» υπέρ των εισαγωγών όπλων;

Μα ειδικά ο Ρασμούσσεν, ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, έχει χρησιμοποιήσει κάθε ευκαιρία που του έχει παρουσιαστεί τα τελευταία χρόνια για να τονίσει την ανάγκη υψηλών στρατιωτικών δαπανών και αποφυγής των οποιονδήποτε περικοπών. Κάθε φορά χρησιμοποιείται η λανθασμένη σύγκριση της Ευρώπης με τις ΗΠΑ για να δοθεί η εικόνα ότι κινδυνεύουμε εδώ στην Ευρώπη επειδή η Ουάσιγκτον δαπανά πιο πολλά για όπλα. Αυτοί οι άνθρωποι δεν αναφέρουν ποτέ ότι οι δαπάνες του Πενταγώνου είναι πρωτοφανείς και δεν έχουν ταίρι ούτε σε απόλυτο μέγεθος, ούτε ως ποσοστό του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ). Μόνο κάποιες χώρες της Μέσης Ανατολής, όπως η Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ (με τη συνδρομή ενός γιγαντιαίου όγκου στρατιωτικής βοήθειας από τις ΗΠΑ) παρουσιάζουν μια παρόμοια εξοπλιστική συμπεριφορά. Για πολύ καιρό η Ελλάδα ήταν το μόνο κράτος-μέλος της ΕΕ που προσέγγιζε αυτά τα εξωφρενικά επίπεδα στρατιωτικών δαπανών, και κοιτάξτε που οδήγησε: σε τεράστια χρέη για όπλα που η χώρα δεν χρειάζεται. Ακόμα και εντός των στρατιωτικών κύκλων αναγνωρίζεται το γεγονός ότι οι μεγάλες εξοπλιστικές συμφωνίες με τη Γαλλία, τη Γερμανία και τις ΗΠΑ το μόνο που κατάφεραν είναι να φέρουν οικονομική εξαθλίωση. Θα ήταν καλύτερο, αντί να συγκρινόμαστε με τις ΗΠΑ, να προσπαθήσουμε να μοιάσουμε με την Ιρλανδία που είναι η χώρα με το μικρότερο κομμάτι του ΑΕΠ αφιερωμένο στις ένοπλες δυνάμεις της.

Στο έργο σας έχετε κάνει λόγο για την ύπαρξη ενός πανευρωπαϊκού στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος. Έχει επηρεάσει η κρίση τη λειτουργία του και, αν ναι, με ποιο τρόπο;

Αφενός, εν μέρει ναι, επειδή οι μειούμενοι εθνικοί προϋπολογισμοί έχουν κάπως περιορίσει τις δυνατότητες νέων παραγγελιών και προγραμμάτων. Αφετέρου, οι φορείς του ευρωπαϊκού στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος μεταφέρουν το ενδιαφέρον τους σε αγορές του εξωτερικού εκτός Ευρώπης, όπως οι χώρες BRICS ή τα αραβικά πετρελαιοπαραγωγά κράτη που δεν έχουν μειώσει τους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς τους. Παρά την καταδίκη των πωλήσεων ευρωπαϊκών όπλων σε δικτάτορες στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, δύο χρόνια μετά την Αραβική Άνοιξη όλα μοιάζουν όπως πριν – business as usual. Παράλληλα, βλέπουμε ισχυρότατες πιέσεις μέσα στη Γαλλία, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις περισσότερες άλλες χώρες-μέλη της ΕΕ ώστε να μην προχωρήσουν οι προτεινόμενες περικοπές στις εξοπλιστικές τους δαπάνες. Ο βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον δήλωσε πρόσφατα ότι η κρίση στην Κορέα κατέδειξε εκ νέου γιατί η Βρετανία πρέπει να δαπανήσει δισεκατομμύρια λίρες για να αντικαταστήσει τα εξοπλισμένα με πυρηνικούς πυραύλους υποβρύχιά της. Τόσο η βιομηχανία όπλων όσο και οι στρατιωτικοί έχουν ένα κοινό συμφέρον: να υπερβάλλουν ως προς το μέγεθος και τη φύση των απειλών, και εν τέλει όλο αυτό αποβαίνει εις βάρος των πολιτών που πληρώνουν το λογαριασμό.

Συμμετέχετε ενεργά στην ολλανδική οργάνωση Campagne tegen Wapenhandel (Εκστρατεία εναντίον του Εμπορίου Όπλων). Ποιες είναι οι προτεραιότητες της δράσης της;

Η Campagne tegen Wapenhandel είναι μία μικρή, πολιτικά ανεξάρτητη οργάνωση που ιδρύθηκε το 1998 για να αντιπαρατεθεί με μία από τις αιτίες του πολέμου: την παραγωγή και το εμπόριο όπλων. Βασίζουμε τις εκστρατείες μας στην εκτεταμένη έρευνα και τη συνεργασία με οργανώσεις ειρήνης και αλληλεγγύης. Προσπαθούμε να επηρεάσουμε το κοινοβούλιο όσο μπορούμε περισσότερο, μέσω των μέσων ενημέρωσης και άμεσων επαφών. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, συνεργαζόμαστε με τους εταίρους μας που συμμετέχουν στο European Network Against Arms Trade (Ευρωπαϊκό Δίκτυο Εναντίον του Εμπορίου Όπλων).

Τελικά υπάρχει κάποια εναλλακτικό μοντέλο έναντι της μόνιμης «οικονομίας των εξοπλισμών»;

Ναι, υπάρχει. Αφετηρία της πρέπει να είναι μία ειλικρινής και εκ βαθέων συζήτηση μέσα στην κοινωνία σχετικά με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τις στρατιωτικές δαπάνες και τις εναλλακτικές τους, τα κόστη ευκαιρίας των εξοπλισμών και τα παραδείγματα εναλλακτικών προσεγγίσεων στην ασφάλεια. Ασφάλεια δεν είναι μόνο η στρατιωτική ασφάλεια, αλλά και η ασφάλεια στην αγορά εργασίας, η κοινωνική ασφάλεια, η ανθρώπινη ασφάλεια. Είμαι πεπεισμένος ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θα εργάζονταν υπέρ ενός εποικοδομητικού διαλόγου με την Τουρκία παρά υπέρ της συνέχισης μιας κούρσας εξοπλισμών δίχως τέλος που ωφελεί μοναχά τη βιομηχανία όπλων. Γιατί δεν εστιάζουμε σε καινοτόμες τεχνολογίες που αφορούν τομείς όπως η πράσινη ενέργεια και ο τουρισμός; Το καλύτερο που έχετε να κάνετε στην Ελλάδα είναι να ξεφορτωθείτε τους διεφθαρμένους αξιωματούχους, τους τραπεζίτες και τους βιομηχάνους, και να πάρει ο λαός την εξουσία που του ανήκει. Δείτε πώς αναδύθηκε εκ νέου η Ισλανδία από μία μεγάλη κρίση.

10 August 2012

Λούμπεν διανοούμενοι χαμένοι στη μετάφραση






 
Λούμπεν διανοούμενοι χαμένοι στη μετάφραση
 
 

του Ηρακλή Οικονόμου

(Δημοσιεύτηκε σε RedNotebook, 10 Αυγούστου 2012)

 
Πρώτα, έγραψε ένα ακαταλαβίστικο άρθρο, στο οποίο ισχυριζόταν ότι λίγο-πολύ στην Ισλανδία τα καταστήματα και οι τράπεζες δεν αποδέχονται το ισλανδικό εθνικό νόμισμα στις συναλλαγές τους, για να αποδειχθεί στη συνέχεια ότι προφανώς αυτό δεν συμβαίνει στην Ισλανδία αλλά σε ένα νησί της Νορβηγίας. [i] Κι μετά θέλησε να ξαναδοκιμάσει τις μεταφραστικές του ικανότητες, ανακαλύπτοντας πολιτικές συνομωσίες σε μία καθ’ όλα θαυμάσια – και εξαιρετικά δύσκολη – μετάφραση κειμένου του Σλαβόι Ζίζεκ, που αποκαλύφθηκε μάλιστα ότι ήταν διερμηνεία, δηλαδή ταυτόχρονη προφορική μετάφραση![ii]

Στο πρώτο άρθρο, το συμπέρασμα ήταν ότι μία ενδεχόμενη απόρριψη του ΔΝΤ και των υπολοίπων πατρόνων εκ μέρους της Ελλάδας δήθεν θα έφερνε ένα νόμισμα που δεν θα αποδεχόταν κανένας στην ίδια του τη χώρα. Στο δεύτερο άρθρο, το συμπέρασμα ήταν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δήθεν παραποίησε μία ομιλία του Ζίζεκ για να υποκρύψει τις δήθεν αιμοσταγείς τάσεις του γνωστού φιλοσόφου που έτυχε να υποστηρίζει το συγκεκριμένο πολιτικό χώρο. Στο πρώτο άρθρο, η γκάφα αποκαλύφθηκε από αναγνώστες που έτυχε να πάνε στην Ισλανδία, όπου φυσικά δεν συνάντησαν κανένα πρόβλημα με τη χρήση της ισλανδικής κορώνας. Στο δεύτερο άρθρο, η γκάφα αποκαλύφθηκε από την ίδια τη διερμηνέα που σε σχόλιό της στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου εξήγησε τις λεπτομέρειες της συγκεκριμένης εργασίας της, τις ανάγκες διερμηνείας και όχι μετάφρασης που κλήθηκε να υπηρετήσει, και βέβαια την απουσία της οποιασδήποτε έξωθεν παρέμβασης. [iii] Εξάλλου, η γκάφα αυτή εντείνεται εφόσον ο οποιοσδήποτε με στοιχειώδεις γνώσεις αγγλικών μπορεί να επιβεβαιώσει ότι το «ruthless» μεταφράζεται πράγματι και ως «ωμό» ενώ το «brutally» δεν μεταφράζεται μόνο ως «κτηνωδώς», όπως προτείνει ο αρθρογράφος, αλλά εν δυνάμει και με ηπιότερη χροιά («αποφασιστικά» όπως επέλεξε η διερμηνέας, ή «δραστικά», κ.ο.κ.).

Ο ίδιος ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας έσπευσε να διορθώσει τη σύγχυση της Ισλανδίας με τη Νορβηγία με ένα ελάχιστα απολογητικό άρθρο του που επαναλάμβανε τη γνωστή επιχειρηματολογία περί καταστροφικής επιστροφής στο εθνικό νόμισμα, αποδίδοντας παράλληλα το μπέρδεμα σε λάθος του κατά την ακρόαση ραδιοφωνικής εκπομπής. [iv] Την ανικανότητά του να κατανοήσει τη μεταφορική χρήση βασικών όρων της αγγλικής γλώσσας, πάντως, δεν τη διόρθωσε· ακόμα περιμένει η μεταφραστική κοινότητα τη δημόσια συγνώμη του προς τη συνάδελφο μεταφράστρια. Το ζήτημα όμως δεν είναι ηθικό αλλά άκρως πνευματικό. Τι είναι αυτό που έχει οδηγήσει τους «διανοούμενους» διαμορφωτές της κοινής γνώμης στο διανοητικό ξεπεσμό και στην υποκατάσταση των επιχειρημάτων από φτηνή προπαγάνδα και ωμά ψεύδη;

Πάει καιρός που ο γέρο-Μαρξ φανέρωσε τη σύνδεση ανάμεσα στην κυρίαρχη ιδεολογία και στην κυρίαρχη οικονομικά τάξη, στη «Γερμανική Ιδεολογία» και αλλού: «Οι ιδέες της άρχουσας τάξης είναι σε κάθε εποχή οι κυρίαρχες ιδέες, δηλαδή η τάξη που είναι η κυρίαρχη υλική δύναμη της κοινωνίας συνιστά την ίδια στιγμή και την κυρίαρχη διανοητική δύναμή της». [v] Πολλά πράγματα άλλαξαν από τότε, αλλά ένα παρέμεινε σίγουρα σταθερό: παντού και πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι πρόθυμοι να μετατρέψουν το συμφέρον των αρχόντων σε «γνώση», σε «θεωρία» και σε ιδεολογία έτοιμη προς κατανάλωση από τη συνείδηση των αρχομένων. Παλιά μου τέχνη κόσκινο. Κάποιοι το κάνουν συνειδητά, επί πληρωμή, εκ προμελέτης. Κάποιοι άλλοι, αυθεντικότεροι, το κάνουν με ειλικρίνεια, αυθόρμητα και ασυνείδητα.

Δεν μας αφορούν όμως οι προθέσεις εδώ· το αποτέλεσμα μετράει, τα κείμενα, τα επιχειρήματα και τα χαρακτηριστικά τους. Ποια είναι αυτά; Καταρχήν, το ότι διαβάζονται με εξαιρετική δυσκολία από ανθρώπους με έστω και στοιχειώδη γνώση των κανόνων της λογικής σκέψης. Η ρηχότητα των επιχειρημάτων, τα λογικά σφάλματα, οι αστήρικτες καταφάσεις μετατρέπουν το λόγο σε κακογραμμένη φάρσα, φτιασιδωμένη με κουρέλια φιλελεύθερου πνεύματος και ανοιχτής κοινωνίας. Δεν υπάρχει επαγωγική και παραγωγική και αναλογική σκέψη εδώ· υπάρχει μόνο ρηχότητα.

Τι εκφράζει αυτή; Μία αστική τάξη που ποτέ δεν υπήρξε, παρά μόνο ως σύναξη κρατικοδίαιτων «παραγωγών» και διαπλεκόμενων μεσαζόντων. Μία αστική τάξη που συστήθηκε στη σκηνή μοναχά ως λούμπεν μπουρζουαζία, σύμφωνα και με τον όρο του μεγάλου μαρξιστή Andre Gunder Frank, [vi] δηλαδή ως αστική τάξη διεθνώς εξαρτημένη, μεταπρατική και παρασιτική, καταδικασμένη να εκπροσωπεί και να μεσολαβεί. Η ιστορική, κοινωνική και οικονομική ρηχότητα της συγκεκριμένης ταξικής μερίδας εκφράζεται και μέσα από τη ρηχότητα των περιβεβλημένων με μία άχλη διανόησης διαφημιστών-συνηγόρων της.

Πού καιρός για βαθιά επιχειρήματα και δύσκολα βιβλία; Πού καιρός, δηλαδή, για ρίζες; Ας θυμηθούμε τον Παναγιώτη Κονδύλη:

Ο αστικός πολιτισμός εκδηλώθηκε εδώ στις στοιχειωδέστερες και εξωτερικότερες μόνο μορφές του, δηλαδή σε ορισμένους εθιμοτυπικούς κανόνες, σε ορισμένους άγραφους νόμους της συναναστροφής μεταξύ «κυρίων» και «κυριών» και στην απόκτηση μιας «ευρωπαϊκής μόρφωσης»· εν πάση περιπτώσει οι εγχώριες αστικές πολιτισμικές ανάγκες δεν έγιναν ποτέ τόσο επιτακτικές, ώστε να δημιουργηθεί μια όπερα ή μια πινακοθήκη κάποιων απαιτήσεων.[vii]

Ή ένα εγχώριο στρώμα διανοουμένων με βάθος, θα προσθέταμε εμείς. Όπως η τάξη που υπηρετεί είναι καταδικασμένη να τσιμπολογά από δω κι από εκεί κάνα ξεροκόμματο, έτσι και ο λούμπεν διανοούμενος, ο κατεξοχήν οργανικός της διανοούμενος, είναι καταδικασμένος να ζει μέσα σε ένα ατέρμονο παρόν, σε μία βασανιστική προσωρινότητα. Πρέπει, αφενός, να είναι τόσο επίσημος και αφηρημένος, ώστε να γίνεται αποδεκτός ως διανοητική αυθεντία. Πρέπει, αφετέρου, να είναι τόσο εκλαϊκευμένος, ώστε να προσφέρει τροφή πνευματική ακόμα και στον πιο αδαή εν δυνάμει ψηφοφόρο των κομματικών σχηματισμών που οι διανοούμενοι αυτοί διαφημίζουν. Πρέπει, πρωτίστως, να είναι τόσο προσωρινός όσο προσωρινή είναι και η κτήση της σημαίας ευκαιρίας από τους εφοπλιστές που απαρτίζουν την εμπροσθοφυλακή της τάξης που αυτός υπηρετεί.

Υπάρχει όμως κι άλλο ένα χαρακτηριστικό αυτής της δοκιμιακής γραφής: ότι ικανοποιεί το γνωστό δόγμα «πες, πες, κάτι θα μείνει». Τα προϊόντα της διαστρεβλώνουν και συσκοτίζουν και παραπλανούν. Πάνω απ’ όλα, όμως – κι εδώ έγκειται η διαφορά τους με τον λεπτεπίλεπτο αστισμό της αμέσως προηγούμενης γενιάς των ιδεολογικών προγόνων τους – οι φορείς της δεν φοβούνται να επιτεθούν με υβριστικούς χαρακτηρισμούς εναντίον αντιπάλων πολιτικών κομμάτων και χώρων. Μας οδηγούν, με άλλα λόγια, στον πολεμικό αντικομμουνισμό του ’40 και του ’50, διαγράφοντας από το χάρτη το επιστημονικό υπόβαθρο, την εκφραστική μαεστρία και τη διακριτικότητα ενός Παπανούτσου ή ενός Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου που μεσολάβησαν εντωμεταξύ. Ποιος θα το έλεγε εν έτει 2012 ότι θα διαβάζαμε στην κατεξοχήν «σοβαρή» ελληνική εφημερίδα κείμενο του κατεξοχήν «σοβαρού» αρθρογράφου της που θα κατέληγε ως εξής;

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η επιθετική ψευδολογία, στην οποία καταφεύγει όλο και πιο συχνά ο ΣΥΡΙΖΑ επειδή μεγάλωσαν οι δουλειές του. Είναι ότι διδάσκει στα νέα παιδιά το νέο «αριστερό» ήθος, κάτι που είναι εμφανές σε όσους περιδιαβαίνουν τα κοινωνικά δίκτυα. Χειρότερα όμως θα είναι σε μια πιθανή διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Επειδή θα οδηγήσει τη χώρα σε καταστροφή πολλά στελέχη θα ψάξουν για «εσωτερικούς εχθρούς» για να «εξηγήσουν» στον λαό τη αποτυχία τους. Τότε θα φλερτάρουν την γνήσια και ουχί ντεκαφεϊνέ μετάφραση του «ruthless» και «brutally».[viii]

Το γεγονός ότι τα κείμενα του εν λόγω εξόχως προβεβλημένου σχολιαστή βρίθουν τέτοιων μακαρθικής έμπνευσης ρητορικών σχημάτων μαρτυρά την κρίση ηγεμονίας στην οποία έχει περιέλθει ο ελληνικός καπιταλιστικός σχηματισμός. Κομμένες πλέον οι ευγένειες και οι τυπικότητες. Κομμένες και οι πολλές λεπτομέρειες, τα «ναι μεν αλλά», η πολλή διαλεκτική. Ο κοινός νους πρέπει να κατασκευαστεί πάση θυσία, κι αν αυτό δεν είναι εφικτό με περίπλοκες θεωρίες και στοιχεία, υπάρχει πάντα η λύση της προσφυγής σε ορολογία πιάτσας: «μεγάλωσαν οι δουλειές του», και τα λοιπά. Δεν θα βοηθούσε, συνεπώς, σε τίποτα η προσφορά στον αρθρογράφο ενός καλού αγγλο-ελληνικού λεξικού ή κάποιου ακουστικού ενίσχυσης ακοής. Η μεταφραστική, ακουστική και εκφραστική του «αδυναμία» δεν είναι τεχνικής αλλά πολιτικής φύσης. Και κάνει καλά τη δουλειά της.
 


Σημειώσεις

[i] Π. Μανδραβέλης, ‘Το άλλο μάθημα από την Ισλανδία’, Η Καθημερινή, 27 Μαΐου 2012. http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_27/05/2012_483626

[ii] Π. Μανδραβέλης, ‘Ντεκαφεϊνέ και γνήσιες μεταφράσεις’, Η Καθημερινή, 12 Ιουνίου 2012. http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_12/06/2012_485171

[iii] Βλ. σχόλιο αρ. 2 σε Ν. Σαραντάκος, ‘Ντεκαφεϊνέ μεταφράσεις;’, blog Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία, 13 Ιουνίου 2012.

[iv] Π. Μανδραβέλης, ‘Το ορθό μάθημα από την Ισλανδία’, Η Καθημερινή, 6 Ιουνίου 2012. http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_06/06/2012_484482

[v] K. Marx and F. Engels, The German Ideology, σε Marx και Engels, Collected Works, τομ. 5, Lawrence & Wishart, 1976, σελ. 59.

[vi] A. G. Frank, Lumpenbourgeoisie – Lumpendevelopment: Dependence, Class and Politics in Latin America, Νέα Υόρκη: Monthly Review Press, 1972.

[vii] Π. Κονδύλης, Η Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού, Αθήνα, Θεμέλιο, 2007, σελ. 40.

[viii] Μανδραβέλης, ‘Ντεκαφεϊνέ και γνήσιες μεταφράσεις’.