Pages

Showing posts with label Άρθρα. Show all posts
Showing posts with label Άρθρα. Show all posts

01 October 2017

Η ρωσική στρατιωτική ισχύς και τα κουλουβάχατα της ιστορίας

 




 
Η ρωσική στρατιωτική ισχύς και τα κουλουβάχατα της ιστορίας*
 
 
 
του Ηρακλή Οικονόμου
 
Δημοσιεύτηκε σε Ουτοπία, τ. 123, Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2017, σελ. 83-88.
 
 
Ελάχιστα πράγματα θυμίζουν σήμερα τη φιλελεύθερη θριαμβολογία περί του «τέλους της Ιστορίας» που αρθρώθηκε ήδη από το 1989, μέσα στην πτώση των καθεστώτων του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» (Fukuyama 1989)· και ο αυξανόμενος ρόλος της ρωσικής στρατιωτικής ισχύος στις διεθνείς εξελίξεις σίγουρα δεν είναι ένα από αυτά. Για την ακρίβεια, βλέποντας τα ρωσικά οπλικά συστήματα και τους χειριστές τους να αποχωρούν σταδιακά από τη Συρία έχοντας αλλάξει ριζικά την επιχειρησιακή εικόνα στα πεδία των μαχών εκεί, δεν μπορεί παρά να σκεφτεί κάποιος πόσο μακριά από την πραγματικότητα στεκόταν τούτη η φαντασιοπληξία ότι δήθεν η επέκταση της παγκόσμιας αγοράς θα έφερνε και την υποχώρηση των ενδο-ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων κάτω από την ομπρέλα του θριάμβου της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας.
 
Το επιχείρημα του παρόντος σημειώματος είναι το εξής: ότι η ανέλιξη της ρωσικής στρατιωτικής μηχανής σε παράγοντα καθορισμού της διεθνούς πραγματικότητας συνιστά ένα ιστορικό παράδοξο επιρροής ενός προηγούμενου κοινωνικού σχηματισμού στον επόμενο. Η συσσωρευμένη τεχνολογική και βιομηχανική δυνατότητα της Ρωσίας στον κλάδο του στρατιωτικού εξοπλισμού δεν είναι παρά μια κληρονομιά της Σοβιετικής Ένωσης που παρέμεινε εν υπνώσει τα χρόνια αμέσως μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, για να αποκαλυφθεί σε όλη της την κλίμακα δύο δεκαετίες μετά, στα χέρια εκείνων των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που επεδίωξαν κάτι τέτοιο. Με άλλα λόγια, η στρατιωτική – τεχνολογική και βιομηχανική δυναμική, παρουσιάζοντας αξιοσημείωτη αδράνεια, επιβίωσε και κορυφώθηκε αφότου οι κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές σχέσεις που την τροφοδότησαν έπαψαν να υπάρχουν.
 
Το πέρασμα από τη Σοβιετική Ένωση στη Ρωσία σηματοδοτεί το πέρασμα από έναν «αντίπαλο» που είχε τεράστιες στρατιωτικές δυνατότητες αλλά δεν είχε καμία διάθεση να τις χρησιμοποιήσει σε έναν «αντίπαλο» που δεν διστάζει να εκμεταλλευτεί αυτές τις δυνατότητες, να τις εξελίξει, και να τις τοποθετήσει όπου κρίνει ότι αυτό είναι απαραίτητο. Το γύρισμα της στρατιωτικής πλάστιγγας στη Συρία και, ευρύτερα, η ικανότητα της Ρωσίας να δημιουργεί πλέον στρατιωτικά τετελεσμένα δεν είναι παρά ένα από τα πολλά και άκρως ενδιαφέροντα κουλουβάχατα της ιστορίας: η «εκδίκηση» – μεταχρονολογημένη, σίγουρα – του «υπαρκτού σοσιαλισμού» απέναντι στον ψυχροπολεμικό εχθρό του. Ένα φαινόμενο που βασίζεται, κι αυτό, σ’ ένα άλλο κουλουβάχατο της ιστορίας: τη γιγάντωση των στρατιωτικών δαπανών και τη διοχέτευση τεράστιου όγκου πόρων από την παραγωγική οικονομία στον στρατιωτικό τομέα τη σοβιετική περίοδο – μια διαδικασία που υποτίθεται ότι θα προστάτευε το καθεστώς αλλά τροφοδότησε κι αυτή, μεταξύ άλλων, την κατάρρευσή του.
 
Είναι αλήθεια ότι η Δύση έκανε ό,τι μπορούσε για να επιφέρει, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, την ανάδυση της ρωσικής στρατιωτικής ισχύος – αυτήν ακριβώς την κατάσταση που ήθελε να αποφύγει. Πρώτα με τον πόλεμο στη Γεωργία και μετά με τις εμπορικές κυρώσεις, έδωσε το πάτημα στη Ρωσία να εντείνει τις προσπάθειες ενίσχυσης της εγχώριας στρατιωτικής τεχνολογικής και βιομηχανικής βάσης. Το 2014, με αφορμή το δυτικό εμπάργκο, ο Ρώσος Πρόεδρος Πούτιν έθεσε ως στόχο την όσο το δυνατόν ταχύτερη μετάβαση σε καθεστώς στρατιωτικο-βιομηχανικής αυτάρκειας· «πρέπει να κάνουμε τα πάντα ώστε καθετί που χρησιμοποιείται στον αμυντικό μας τομέα να παράγεται στη χώρα μας για να μην εξαρτιόμαστε από κανέναν» (Reuters 2014). Αλλά και νωρίτερα, τον Οκτώβριο του 2008, τα διδάγματα από τον πόλεμο στη Γεωργία δύο μήνες πριν οδήγησαν σε ένα μεγάλο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και εκσυγχρονισμού των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων με χρονικό ορίζοντα την περίοδο 2011-2020 (de Haas 2011: 19-21).
 
Τίποτε απ’ όλα αυτά, όμως, δεν θα ήταν εφικτό χωρίς το ιστορικό υπόβαθρο της μόνιμης στρατιωτικής οικονομίας που προκάλεσε η σύνδεση του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού με την εμπόλεμη κατάσταση. Η ιστορία είναι λίγο-πολύ γνωστή: η επανάσταση των Μπολσεβίκων πραγματοποιείται εν μέσω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, και στη συνέχεια ακολουθεί ο εμφύλιος πόλεμος και η εξωτερική στρατιωτική επέμβαση. Στα τέλη της δεκαετίας του ’20 «η αβεβαιότητα κυριαρχούσε στις εκτιμήσεις» των σοβιετικών ηγετών, οι οποίοι «φοβούνταν την έλευση ενός πολέμου που οι ίδιοι δεν είχαν πρόθεση να ξεκινήσουν» (Barber κ.α. 2000: 3). Και από τότε, η Σοβιετική Ένωση εισέρχεται σε φάση προετοιμασίας για πόλεμο, επενδύοντας σε εξειδικευμένες υποδομές παραγωγής στρατιωτικού εξοπλισμού. Το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου την αναγκάζει να εφαρμόσει κάτι ακόμα πιο φιλόδοξο: ένα κολοσσιαίο πρόγραμμα ταχείας μετατροπής του συνόλου της βιομηχανικής της βάσης για στρατιωτικούς σκοπούς.
 
Μετά τον πόλεμο, επιδιώχθηκε η γιγάντωση του στρατιωτικού τομέα ώστε ακριβώς η ύπαρξη ετοιμότητας να μην οδηγούσε στην επανάληψη αυτής της εμπειρίας σε έναν επόμενο πόλεμο. Ο στόχος ήταν διττός: αφενός, η προμήθεια ενός αποθέματος αμυντικού υλικού προς άμεση χρήση και, αφετέρου, η διατήρηση εφεδρικών παραγωγικών δυνατοτήτων που θα μπορούσαν με ευκολία να ενεργοποιηθούν σε περίπτωση πολεμικής αναμέτρησης (Harrison 1994: 251-252). Η μεταπολεμική στρατιωτική περικύκλωση της Σοβιετικής Ένωσης και η ανάγκη στρατιωτικής εξισορρόπησης των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ιδιαίτερα αφότου αυτές απέκτησαν πυρηνικό μονοπώλιο, σταθεροποίησαν και «κανονικοποίησαν» αυτή την κατάσταση στρατιωτικής προετοιμασίας και την επιδίωξη ολοκληρωτικής τεχνολογικής και παραγωγικής αυτάρκειας στον κλάδο των εξοπλισμών. Ακόμα και σήμερα, δεν υπάρχουν απολύτως αξιόπιστα στοιχεία για τις στρατιωτικές δαπάνες της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά μια αξιόπιστη εκτίμηση δείχνει προς ένα ποσοστό 10% – 16% του ΑΕΠ τις δεκαετίες του ’60, του ’70 και του ’80, ενώ το εύρος των στρατιωτικών δαπανών των ΗΠΑ κινείτο στο 5% – 10% του ΑΕΠ για την ίδια περίοδο (Harrison 2003: Παρ. 30). Δεν προκαλεί έκπληξη αυτό το μεγαλύτερο ποσοστό στρατιωτικών δαπανών – εφόσον η οικονομία των ΗΠΑ ήταν σταθερά μεγαλύτερη από τη σοβιετική, η επίτευξη στρατιωτικής ισορροπίας ήταν εφικτή μόνο με μεγαλύτερο ποσοστό αμυντικών δαπανών επί του ΑΕΠ.
 
Το αποτέλεσμα της γιγαντιαίας σοβιετικής προσπάθειας στον χώρο της αμυντικής τεχνολογίας ήταν μια σειρά οπλικών συστημάτων που αναπτύχθηκαν τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, τα οποία ακόμα και σήμερα αποτελούν τη σπονδυλική στήλη της ρωσικής στρατιωτικής μηχανής, έχοντας φυσικά περάσει μέσα από διαδοχικές φάσεις εκσυγχρονισμού. Πύραυλοι επιφανείας-εδάφους μεγάλης ακτίνας δράσεως, αντιαεροπορικά συστήματα, αεροσκάφη αναχαίτισης και βομβαρδισμού, επιθετικά & μεταγωγικά ελικόπτερα, άρματα μάχης και τεθωρακισμένα οχήματα μάχης είναι μερικά μόνο από τα οπλικά συστήματα όπου αποτυπώνεται αυτό το καταφανέστατο δεδομένο: το σημερινό στρατιωτικο-βιομηχανικό και τεχνολογικό πλεονέκτημα της Ρωσίας έχει τις ρίζες του στη Σοβιετική Ένωση.
 
Ας δούμε μερικά από τα ρωσικά οπλικά συστήματα που άλλαξαν την πορεία του πολέμου στη Συρία, με έμφαση στον χρόνο ανάπτυξης και αρχικής παραγωγής τους. Στις αεροπορικές δυνάμεις, συναντάμε καταρχήν τα τακτικά βομβαρδιστικά Su-24M2, τα οποία είναι μια εξελιγμένη έκδοση του Su-24 που εντάχθηκε στη σοβιετική πολεμική αεροπορία το 1975 ενώ η ανάπτυξή του ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Μαζί τους, στάλθηκαν και τα αεροσκάφη εγγύς υποστήριξης Su-25SM – πρόκειται για απόγονο του Su-25, η πρώτη πτήση του οποίου έγινε το 1975 και η παραγωγή ξεκίνησε το 1978. Η ίδια εικόνα εμφανίζεται και στα ρωσικά στρατηγικά βομβαρδιστικά αεροσκάφη, τα οποία βρέθηκαν στα δελτία ειδήσεων με τις θεαματικές εκτοξεύσεις των πυραύλων cruise Kalibr που έπληξαν στόχους του ISIS. Η επιχειρησιακή ιστορία του «αρχαίου» Tu-95 ανάγεται στα μέσα της δεκαετίας του ’50, το Tu-22M εισήχθη στο σοβιετικό στόλο των στρατηγικών βομβαρδιστικών το 1973, ενώ το νεότερο Tu-160 τέθηκε σε υπηρεσία το 1987. Στα ελικόπτερα βρίσκουμε το Mi-28 που πέταξε για πρώτη φορά το 1982, εγκαταλείφθηκε το 1993, και επανήλθε για να αντικαταστήσει το Mi-24. Από το Mi-24, που σχεδιάστηκε και αναπτύχθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’60, προήλθε το Mi-35M, το οποίο χρησιμοποιείται για την παροχή εγγύς υποστήριξης στη Συρία, ρόλος που υπηρετείται και από τα Ka-52. Η παραγωγή τους ξεκίνησε το 1996, αλλά το μοντέλο αποτελεί εξέλιξη του Ka-50, η ανάπτυξη του οποίου ξεκίνησε το 1985 και διήρκεσε όλο το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80.
 
Αυτή η σύνδεση παρελθόντος και παρόντος είναι δυναμική και όχι στατική. Δηλαδή, την κληρονομιά που δόθηκε από τον προηγούμενο κοινωνικο-οικονομικό σχηματισμό στον επόμενο δεν πρέπει να την αντιληφθούμε σαν έναν σωρό από βόμβες ή κάμποσα παρκαρισμένα τανκ. Ο στρατιωτικός εξοπλισμός καθίσταται παρωχημένος αν δεν εκσυγχρονίζεται ή δεν εξελίσσεται, τροφοδοτώντας νέα, σύγχρονα οπλικά συστήματα. Άρα, εδώ αναφερόμαστε σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από την απλή διατήρηση προϋπάρχοντος οπλοστασίου – αναφερόμαστε πρώτα και κύρια στην ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού, την τεχνογνωσία, τις παραγωγικές υποδομές, τα συστήματα καινοτομίας, την έρευνα & ανάπτυξη, σε όλα δηλαδή τα στοιχεία που μεταφέρθηκαν από τη σοβιετική εποχή και επέτρεψαν στη Ρωσία να ανακτήσει το εξοπλιστικό πλεονέκτημα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, μέσα σε συνθήκες οικονομικής στασιμότητας και – εσχάτως – διεθνούς απομόνωσης, και αφού προηγήθηκε η δραματική μείωση της χρηματοδότησης και της ζήτησης για την αγορά όπλων. Όπως σημειώνει ο Sánchez-Andrés (2004: 689), «καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, η αμυντική βιομηχανία ήταν ένας από τους τομείς της ρωσικής οικονομίας που επηρεάστηκαν βαθύτερα από την οικονομική κρίση». Ενδεικτικά, το 1997, οι περικοπές είχαν οδηγήσει σε επίπεδα βιομηχανικής παραγωγής στον κλάδο της άμυνας που ήταν 90% χαμηλότερα από το 1991 (Bystrova 2011: 13).
 
Παρότι μεσολάβησε, λοιπόν, μια δεκαετία δραματικής υπο-χρηματοδότησης, η στρατιωτική-βιομηχανική βάση της Ρωσίας διατηρήθηκε με δυνατότητα εγχώριας παραγωγής και κάλυψης του συνόλου των αναγκαίων εξοπλιστικών δυνατοτήτων. Αυτό δεν θα ήταν δυνατό δίχως «την κληρονομιά της υπερ-στρατιωτικοποίησης κατά τη σοβιετική εποχή» που έθεσε ως «προτεραιότητα, ιστορικά, τη διατήρηση μιας ανεξάρτητης αμυντικο-βιομηχανικής βάσης» (Connolly & Sendstad 2017: 7). Ούτε βεβαίως θα ήταν δυνατή η συνεχιζόμενη ηγετική θέση της Ρωσίας στις εξαγωγές στρατιωτικού υλικού, όπου καταλαμβάνει τη 2η θέση παγκοσμίως πίσω από τις ΗΠΑ, ελέγχοντας το 23% της παγκόσμιας εξαγωγικής πίτας των εξοπλισμών για την περίοδο 2012-2016 (SIPRI 2017: 3). Τα οφέλη από μια τέτοια θέση αφορούν συνολικά τη θέση της Ρωσίας στον διεθνή καταμερισμό ισχύος· μεταξύ άλλων, μέσω των εξαγωγών όπλων η Ρωσία – και κάθε χώρα, γενικότερα – οικοδομεί διμερείς συμμαχίες, αποκτά πρόσβαση και επιρροή στο εγχώριο πολιτικό σύστημα της χώρας που εισάγει, και ωφελείται προφανώς και οικονομικά μέσω των εσόδων από τις πωλήσεις.
 
Η ιστορική σύνδεση της σοβιετικής εμπειρίας με την τωρινή ρωσική στρατιωτική ισχύ αποτυπώνεται ανάγλυφα στην καταγωγή των μεγάλων ρωσικών εταιρειών παραγωγής όπλων. Ας πάρουμε ένα, μόνο, ενδεικτικό παράδειγμα: την United Aircraft Corporation. Πρόκειται για τον 16ο μεγαλύτερο κατασκευαστή όπλων παγκοσμίως (Defense News 2016) που ιδρύθηκε το 2006 συνενώνοντας τις λειτουργίες όλων των μεγάλων ρωσικών εταιρειών αεροναυτικής. Ποιες είναι αυτές και πότε ιδρύθηκαν; Η Sukhoi ιδρύθηκε το 1939· η MiG επίσης το 1939· η Yakovlev το 1934· η Ilyushin το 1933· η Irkut το 1932· και η Tupolev το 1922. Η σύμπτωση των σοβιετικών προσπαθειών με την τωρινή ρωσική αμυντική βιομηχανία δεν είναι, με άλλα λόγια, σποραδική αλλά απολύτως συνεκτική και καθολική.
 
Συμπερασματικά, η σημερινή λειτουργία της ρωσικής στρατιωτικής ισχύος ως ημι-αυτόνομος παράγοντας διαμόρφωσης των διεθνών σχέσεων και αντιθέσεων είναι μια κρίσιμη και μάλλον απρόσμενη πτυχή της κληρονομιάς του Οκτώβρη – πλάι σε πτυχές που ήδη γνωρίζουμε όπως η νίκη απέναντι στον φασισμό, η βελτίωση της θέσης της εργατικής τάξης εντός των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κοινωνιών, και η απελευθέρωση μεγάλων γεωγραφικών ζωνών από τον αποικιακό ζυγό. Τα Τ-90 και τα Su-34 και τα Ka-52 δεν είναι απλώς οι κωδικές ονομασίες κάποιων εξελιγμένων όπλων, αλλά συσσώρευση επιστημονικού, τεχνολογικού και παραγωγικού δυναμικού που προέκυψε από τη σοβιετική περίοδο και τον αντίστοιχο κοινωνικό σχηματισμό εκείνης της περιόδου. Το ότι η όξυνση των ενδο-ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων θα συνοδευόταν τόσο σύντομα από τη διατήρηση και ανάπτυξη της απαραίτητης στρατιωτικο-βιομηχανικής και τεχνολογικής βάσης εκ μέρους της Ρωσίας είναι μια εξέλιξη με απρόβλεπτες μελλοντικές προεκτάσεις· εξέλιξη που βρήκε απροετοίμαστες όχι μόνο τις πολιτικές ελίτ της Δύσης, αλλά και τις στρατιές των ερευνητών στα ινστιτούτα και τις δεξαμενές σκέψης της.
 
 
* Φράση δανεισμένη από την ταινία του Τέρι Γκίλιαμ «Οι υπέροχοι ληστές και τα κουλουβάχατα της ιστορίας», 1981. Ευχαριστώ τον Κων/νο Φιλιππακόπουλο για κάποιες σκέψεις του που τροφοδότησαν το παρόν άρθρο.
 
 

Βιβλιογραφία

 

Barber, J., M. Harrison, N. Simonov & B. Starkov (2000), ‘The structure and development of the Soviet defence-industry complex’, σε J. Barber & M. Harrison (επιμ.), The Soviet Defence Industry Complex from Stalin to Khrushchev, Λονδίνο: Macmillan Press, σελ. 3-32.

 

Bystrova, I. (2011), ‘Russian Military-Industrial Complex’, Papers Aleksanteri, 02/2011, University of Helsinki.

 

Defense News (2016), ‘Top 100 for 2016’, διαθέσιμο σεhttp://people.defensenews.com/top-100/

 

Fukuyama, F. (1989), ‘The End of History?’, The National Interest (Καλοκαίρι 1989), σελ. 3-18.

 

de Haas, M. (2011), ‘Russia’s Military Reforms: Victory after Twenty Years of Failure?’, Clingendael Paper No. 5, Netherlands Institute of International Relations.

 

Harrison, Μ. (2003), ‘Soviet industry and the Red Army under Stalin: a military-industrial complex?’, Cahiers du monde russe, τομ. 44, αρ. 2-3, σελ. 323-342.

 

Harrison, M. (1994), ‘The Soviet Defense Industry Complex in World War II’, σε J. Sakudo & T. Shiba, World War II and the Transformation of Business Systems, Τόκιο: University of Tokyo Press, σελ. 237-62.

 

Reuters (2014), ‘Putin wants Russian defence industry to be self-sufficient’, 14 Μαΐου 2014.

 

Sánchez-Andrés, A. (2004), ‘Arms Exports and Restructuring in the Russian Defence Industry’, Europe-Asia Studies, τομ. 56, αρ. 5, Ιούλιος 2004, σελ. 687-706.

 

SIPRI (2017), ‘Trends in international arms transfers, 2016’, SIPRI Fact Sheet, Φεβρουάριος 2017.

02 January 2012

Λουκάς Παπαδήμος, Mario Monti, Τριμερής Επιτροπή: Από τη συνωμοσιολογία στην πολιτική κριτική





Λουκάς Παπαδήμος, Mario Monti, Τριμερής Επιτροπή

Από τη συνωμοσιολογία στην πολιτική κριτική


του Ηρακλή Οικονόμου

Δημοσιεύτηκε σε Λεύγα, τ. 5, Ιανουάριος 2012, 23-28.


Εισαγωγή

Ένας από τους πιο συνηθισμένους χαρακτηρισμούς που προσάπτεται στη μαρξιστική πολιτική ανάλυση είναι και η συνωμοσιολογία. Αυτό συμβαίνει συνήθως όταν στην κουβέντα αναδεικνύεται το ζήτημα του υποκειμένου· ποιος κάνει τι, πώς και γιατί. Η κατηγορία αυτή είναι καταφανώς αστήρικτη. Η συνωμοσιολογία, ως απόδοση της ιστορικής εξέλιξης σε μυστικές ομάδες με σκοτεινούς σκοπούς παγκόσμιας κυριαρχίας, ουδεμία σχέση έχει με την ανάδειξη του ιστορικού υποκειμένου από το μαρξισμό. Στη συνωμοσιολογία φταίνε πάντα οι Εβραίοι, οι ιππότες κρυφών ταγμάτων και οι ανθέλληνες ξένοι, μέσα σε ένα απλουστευτικό, μυστικιστικό και αν-ιστορικό πλαίσιο. Στον ιστορικό υλισμό δεν «φταίει» κανείς· η κάθε κοινωνική τάξη και ομάδα λειτουργούν και παρεμβαίνουν σε έναν ιστορικά καθορισμένο και μεταβαλλόμενο τρόπο παραγωγής, εμπλέκονται σε έναν αγώνα πολιτικο-οικονομικής κυριαρχίας και νομιμοποίησης, και υπόκεινται σε μία πληθώρα οικονομικών, κοινωνικών και ιδεολογικών δυνάμεων, ιστορικά μεταβαλλόμενων. Στη συνωμοσιολογία το υποκείμενο κάνει τα πάντα. Στον ιστορικό υλισμό, το υποκείμενο βρίσκεται σε αδιάρρηκτη αλληλεπίδραση με τη δομή, ενώ συμμετέχει αντικειμενικά σε μία αέναη πάλη με άλλα υποκείμενα, τάξεις, ταξικές μερίδες, συλλογικότητες. Το αστείο της υπόθεσης είναι ότι η άλλη συνήθης κατηγορία εναντίον του ιστορικού υλισμού είναι ακριβώς η αντίθετη: αναγωγισμός, οικονομισμός, έμφαση στη δομή έναντι του δρώντος. Όταν λοιπόν μιλάει για την άρχουσα τάξη ως υποκείμενο, ο ιστορικός υλισμός είναι συνωμοσιολογικός. Όταν δεν μιλάει, είναι αναγωγιστικός. Σατανικό!

Τίποτε από αυτά δεν είναι ο μαρξισμός, και επειδή δεν έχει την πολυτέλεια να «χαρίζει» θεματολογίες στους συνωμοσιολόγους, το παρόν κείμενο προσπαθεί να εξετάσει υλιστικά την ταυτόχρονη ανάδειξη του Λουκά Παπαδήμου και του Mario Monti στους πρωθυπουργικούς θώκους της Ελλάδας και της Ιταλίας αντίστοιχα. Το κύριο επιχείρημα που θα υποστηριχθεί εδώ είναι ότι τα δύο συγκεκριμένα άτομα αποτελούν επιλογή «έκτακτης ανάγκης» μιας υπερεθνικής, χρηματοπιστωτικής μερίδας του κεφαλαίου για την προώθηση βαθιά πολιτικών μέτρων μέσω του μανδύα ενός τεχνοκρατικού, δήθεν α-πολιτικού μοντέλου άσκησης εξουσίας. Προφανώς και δεν έγιναν ξάφνου ισχυροί οι δύο αυτοί τραπεζίτες μέσω της συμμετοχής τους στην Τριμερή· αντίστροφα, έγιναν μέλη της εξαιτίας της προϋπάρχουσας ισχύος τους, μία ισχύς που προκύπτει αντικειμενικά από τη θέση τους μέσα στην καπιταλιστική οικονομία. Ο συνδετικός κρίκος των δύο ανδρών – η Τριμερής – μπορεί λοιπόν να μην αφορά αιτιατά την πρωθυπουργοποίησή τους, μας βοηθά όμως να κατανοήσουμε καλύτερα τηνταξική καταγωγή και λειτουργία τους. Αυτή η διασύνδεση, έστω κι αν δεν εξηγεί την πολιτική ανέλιξη των δύο ανδρών, αποτελεί μία αφορμή για να ασχοληθούμε με άτυπες μορφές συντονισμού των διεθνοποιημένων αστικών τάξεων, δηλαδή με μία υπερεθνικοποίηση του κράτους ως μορφή παραγωγής του γενικού συμφέροντος. Μας υπενθυμίζει, με άλλα λόγια, ότι η αστική εξουσία μπορεί να γεννιέται στον πυρήνα της καπιταλιστικής παραγωγής, αναπαράγεται όμως στην πολιτική σφαίρα διεθνικά.

Η Τριμερής Επιτροπή: Μία σύνοψη

Η Τριμερής Επιτροπή ιδρύθηκε το 1973, εν μέσω παγκόσμιας κρίσης και έντασης των τριβών ανάμεσα στις καπιταλιστικές μητροπόλεις. Σκοπός της ήταν η ενίσχυση του διαλόγου και της συνεργασίας μεταξύ των τριών κύριων καπιταλιστικών κέντρων εκείνης της εποχής: των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας, και της τότε ΕΟΚ. Η πρωτοβουλία ήταν ξεκάθαρα αμερικανική· ιδρυτής της Επιτροπής υπήρξε ο David Rockefeller, γόνος της γνωστής οικογένειας και τότε πρόεδρος της Chase Manhattan Bank. Πρώτος εκτελεστικός διευθυντής της Επιτροπής την τριετία 1973-1976 υπήρξε ο Zbigniew Brzezinski, εκ των κυριότερων εμπνευστών του αμερικανικού μιλιταρισμού κατά τα τελευταία 40 χρόνια. Η προεδρεία του Jimmy Carter ανέδειξε για πρώτη φορά την πολιτική επιρροή της Τριμελούς, καθώς πάνω από είκοσι μέλη της βρέθηκαν σε ανώτερα κυβερνητικά αξιώματα, συμπεριλαμβανομένων του ίδιου του προέδρου Carter, του αντιπροέδρου Walter Mondale, του υπουργού οικονομικών Michael Blumenthal, του υπουργού εξωτερικών Cyrus Vance, του υπουργού άμυνας Harold Brown, και βεβαίως του συμβούλου εθνικής ασφαλείας Brzezinski.

Η Τριμερής διακρίνεται σε τρεις υποεπιτροπές: την ευρωπαϊκή, την βορειο-αμερικανική και την υποεπιτροπή Ειρηνικού – Ασίας. Σήμερα, η Επιτροπή αριθμεί 390 μέλη: 160 από την Ευρώπη, 120 από τη Βόρεια Αμερική και 110 από την περιφέρεια Ειρηνικού-Ασίας. Στην αμερικανική υποεπιτροπή συναντάμε ως επικεφαλής τον θεωρητικό των διεθνών σχέσεων Joseph Nye, στην υποεπιτροπή Ειρηνικού-Ασίας τον Yotaro Kobayasi, πρόεδρο της Fuji Xerox, ενώ του ευρωπαϊκού σκέλους της Επιτροπής ηγείτο ο Mario Monti, προτού αναδειχθεί σε πρωθυπουργό της Ιταλίας. Η είσοδος στην Τριμερή Επιτροπή γίνεται αυστηρά κατόπιν πρόσκλησης από τις περιφερειακές υποεπιτροπές, όπως συνηθίζεται σε παρεμφερή εγχειρήματα. Όμως, η Τριμελής διαφέρει από αυτά (Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, λέσχη Μπίλντεμπεργκ), όντας μία οργάνωση με μόνιμη σύνθεση, που δίνει έμφαση όχι σε προσκεκλημένους ομιλητές αλλά σε μόνιμα μέλη.

Τα μέλη της Τριμελούς συναντώνται μία φορά κάθε χρόνο ως ολομέλεια, και άλλη μία φορά σε περιφερειακό επίπεδο. Στα πλαίσια της ιδεολογικής λειτουργίας της, η Τριμερής έχει μία πλούσια εκδοτική δραστηριότητα που περιλαμβάνει εκθέσεις των ετήσιων συναντήσεων, έκτακτες εκθέσεις για ειδικά θέματα, και εκθέσεις θεματικών ομάδων που αποτελούνται από ένα μέλος από κάθε περιφέρεια. Η θεματολογία των πιο πρόσφατων εκθέσεων περιλαμβάνει ενδεικτικά, την παγκόσμια οικονομική κρίση, τη διασπορά των πυρηνικών όπλων, το Ιράν, την ενεργειακή ασφάλεια και την κλιματική αλλαγή· πρόκειται για ζητήματα που αφορούν τις διεθνείς σχέσεις, τις τρεις καπιταλιστικές μητροπόλεις, και βεβαίως τα επιχειρηματικά συμφέροντα. Κατά τα λοιπά, η συνωμοσιολογική παρουσίαση της Τριμερούς ως μία μυστική, παντοδύναμη ομάδα είναι σαθρή· ούτε μυστική είναι (εφόσον οι συναντήσεις και τα μέλη της είναι δημοσιοποιημένα), ούτε παντοδύναμη (εφόσον σε καμία περίπτωση δεν υποκαθίστανται η ταξική πάλη και οι ενδο-καπιταλιστικοί ανταγωνισμοί από ένα φόρουμ τριμερούς επικοινωνίας). Αντανακλά όμως η Επιτροπή την ταξική καταγωγή και λειτουργία των μελών της, συντονίζοντας και αναπαράγοντας τις μερικές τους οπτικές και συμφέροντα.

Τα μέλη της Τριμερούς Επιτροπής: ταξική προέλευση και λειτουργία

Σύμφωνα και με την τυπολογία του Stephen Gill, τα μέλη της επιτροπής προέρχονται από τρία βασικά πεδία: το οικονομικό (επιχειρήσεις), το θεσμικό (πολιτικά αξιώματα) και το ιδεολογικό (ερευνητικά κέντρα).[1] Για να κατανοήσουμε την ταξική προέλευση και αποστολή της Τριμερούς, ας περιδιαβούμε ενδεικτικά στη λίστα μελών της ευρωπαϊκής περιφέρειας.[2] Περιοριζόμαστε στα ευρωπαϊκά μέλη για λόγους οικονομίας χώρου, όμως ο αναγνώστης μπορεί να είναι βέβαιος ότι οι ίδιες ακριβώς τάσεις κυριαρχούν και στα μέλη από τη Βόρεια Αμερική και την Ασία.
Έχουμε καταρχήν τους τραπεζίτες, πολλούς τραπεζίτες. Για λόγους οικονομίας χώρου, παραθέτουμε απλώς τις θεσμικές στέγες κάποιων μελών, δίχως θέσεις κι ονόματα:Bank Santander, Εθνική Τράπεζας της Πολωνίας, Εθνική Τράπεζα της Δανίας, Banco Santander UK, Société Générale, Εθνική Τράπεζα του Βελγίου, Banco Finantia, Deutsche Bank, Σύνδεσμος Τραπεζών της Τσεχίας, HSBC, Commerzbank, Κεντρική Τράπεζας της Αυστρίας, Unicredit, Σύνδεσμος γερμανικών τραπεζών,Allianz, Gruppo Banca Sella, Ένωση Γερμανικών Τραπεζών, Citigroup Πολωνίας, Danske Bank, Intesa Sanpaolo Group· Eerste Group Bank· KBC· Κεντρική Τράπεζα της Ολλανδίας, UBS, κ.α.

Στη συνέχεια, έχουμε τους βιομήχανους. Κάποιοι μάλιστα απ’ αυτούς, έχουν στενές σχέσεις με την ευρωπαϊκή βιομηχανία όπλωνκαι με εταιρείες όπως η EADS, η Finmeccanica, η BAE Systems και η Thales. Ο κύκλος των συμμετοχών από το βιομηχανικό κεφάλαιο είναι πολυάριθμος, όχι όμως τέτοιου μεγέθους όπως εκείνος από το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Συναντάμε πρόσωπα που συνδέονται με εταιρείες όπως: BP, Fiat, Siemens, Deutsche Telekom,Telenor, Italcementi, Air Liquide, ΕΝΙ, Pirelli, κ.α.

Άλλα μέλη ενσαρκώνουν στην πράξη τη συνένωση χρηματοπιστωτικού και βιομηχανικού κεφαλαίου. Ενδεικτικά: Eli Leenaars, στέλεχος τόσο της τράπεζας ING όσο και του Ολλανδικού Συνδέσμου Βιομηχάνων· Richard Burrows, πρώην διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Ιρλανδίας και νυν πρόεδρος της British American Tobacco· Borja Prado, πρόεδρος της εταιρείας ηλεκτρισμού Endesa και της τράπεζας Mediobanca. Δεν χρειάζεται, βεβαίως, να αναζητήσουμε στις ατομικές βιογραφίες αυτή τη συνένωση· την γνωρίζουμε ήδη. Πρόκειται για μία αντικειμενική σύζευξη που, προτού αποκρυσταλλωθεί στα πρόσωπα και στα αξιώματα που φέρουν, έχει ήδη πραγματοποιηθεί στην παραγωγή με την παγίωση και επέκταση του χρηματιστικού κεφαλαίου ως τέκνο της συγχώνευσης τραπεζικών και βιομηχανικών συμφερόντων.

Ο πολιτικός-θεσμικός κλάδος της Τριμερούς περιλαμβάνει μια σειρά εξαιρετικά προβεβλημένων πρώην και νυν πολιτικών προσώπων. Μια ματιά στις ιδιότητές τους επιβεβαιώνει το φαινόμενο της «περιστρεφόμενης πόρτας», δηλαδή της τακτικής μετάθεσης υψηλόβαθμων αξιωματούχων από την πολιτική στη βιομηχανία και αντίστροφα. Στην αστική μας «δημοκρατία», ο νομοθέτης συχνά καταλήγει να δίνει συμβουλές στις επιχειρήσεις που διψούν για νομοθετήματα ως μάνατζερ, ενώ ο μάνατζερ εξίσου συχνά καταλήγει να γίνεται νομοθέτης. Τι έχουμε εδώ; Αντιπρόεδρο της Nokia και πρώην πρωθυπουργό της Φιλανδίας· πρόεδρο της CNP Assurances και πρώην υπουργό οικονομικών της Γαλλίας· πρώην πρόεδρο του Nordic Venture Network και νυν υπουργό εξωτερικών της Σουηδίας· αντιπρόεδρο της UBS και πρώην αντιπρόεδρο της Κομισιόν· αναπληρωτή πρόεδρο της Royal Dutch Shell και πρώην γενικό γραμματέα της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης· πρόεδρο του Ιδρύματος BMW και πρώην υφυπουργό εξωτερικών της Γερμανίας· σύμβουλο της Goldman Sachs και πρώην υπουργό οικονομίας της Τσεχίας· διοικητή της Εθνικής Τράπεζας της Ρουμανίας και πρώην πρωθυπουργός, πρόεδρο του Γερμανικού Συνδέσμου Αυτοκινητοβιομηχάνων και πρώην υπουργό έρευνας και μεταφορών της Γερμανίας, κ.α.

Δεδομένης και της ιδεολογικής λειτουργίας της Τριμερούς, αλλά και της ευρύτερης σημασίας της ιδεολογίας για την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων παγκοσμίως, δεν προκαλεί έκπληξη η συμμετοχή στελεχών από δεξαμενές σκέψης και ινστιτούτα. Ανάμεσα σε μία πλειάδα καθηγητών και ερευνητών, ξεχωρίζουν ο πρόεδρος του Γαλλικού Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων, η διευθύντρια του ιταλικού παραρτήματος του Ινστιτούτου Aspen, ο πρόεδρος του Ιταλικού Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων, και ο πρόεδρος του Κέντρου Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής στις Βρυξέλλες.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί κρίσιμο μηχανισμό αναπαραγωγής της διεθνοποιημένης αστικής εξουσίας. Συνεπώς, δικαιολογείται εύκολα η πλημμυρίδα πρώην κοινοτικών αξιωματούχων στην Τριμερή: Λόρδος Brittan, Meglena Kuneva, Erki Liikanen, Abel Matutes, Λόρδος Mandelson, Mario Monti, Λόρδος Patten, Jacques Santer, Javier Solana, Peter Sutherland. Οι βιογραφίες τριών πρώην επικεφαλής του ευρωπαϊκού σκέλους της Τριμελούς φωτίζουν ακόμα περισσότερο τη σχέση ανάμεσα στην Τριμερή και την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Ο Max Kohnstamm (επικεφαλής του ευρωπαϊκού σκέλους 1973-76) είχε διατελέσει γραμματέας της Ανώτατης Αρχής της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, από την οποία ξεκίνησε όλη η διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. O George Berthoin(1976-92) ήταν προσωπικός σύμβουλος του οραματιστή της ενωμένης Ευρώπης Jean Monnet, καθώς και αντιπρόσωπος της Κομισιόν στη Μεγάλη Βρετανία όταν αυτή έγινε μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Τέλος, ο Peter Sutherland (2001-2010) υπήρξε κοινοτικός Επίτροπος σε θέματα ανταγωνισμού και εσωτερικής αγοράς, προτού καταλήξει πρόεδρος της Goldman Sachs. Η «ευρωπαϊστική» κλίση των κορυφαίων μελών της Τριμελούς από την ευρωπαϊκή ήπειρο είναι πραγματικά αξιοσημείωτη, καταρρίπτοντας τον μύθο του ευρωπαϊσμού ως αντίβαρο στις ΗΠΑ. Ιστορικά, οι κύκλοι που επιδίωξαν μία ισχυρή και ενωμένη Ευρώπη δεν αμφισβήτησαν ποτέ την ατλαντική ηγεμονία, παρά μόνο διεκδίκησαν καλύτερους όρους συμμετοχής του ευρωπαϊκού μορφώματος σε αυτήν.

Τα ελληνικά μέλη της Τριμερούς αποτελούν μία μικρογραφία της: Οδυσσέας Κυριακόπουλος, πρόεδρος της S&B Βιομηχανικά Ορυκτά· Παναγής Βουρλούμης, πρώην πρόεδρος του ΟΤΕ και νυν σύμβουλος της N.M. Rothschild· Αλέξης Παπαχελάς, διευθυντής της εφημερίδας «Καθημερινή»· και βέβαια Λουκάς Παπαδήμος, πρώην αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και επίτιμος διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος. Η ιδεολογική διάσταση της παρουσίας τους στα ελληνικά πράγματα πιστοποιείται όχι μόνο από το όνομα του διευθυντή της Καθημερινής, αλλά και από τη συμμετοχή τόσο του Παπαχελά όσο και του Βουρλούμη στο Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής με την ιδιότητα του γενικού γραμματέα και του ταμία αντίστοιχα.Στους Έλληνες – πρώην μέλη της Τριμερούς συγκαταλέγονται ο Στέλιος Αργυρός, πρώην πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων, και ο καθηγητής ευρωπαϊκής πολιτικής Λουκάς Τσούκαλης.

Αστική εξουσία: διεθνοποίηση, κρίση, και το τέλος της πολιτικής

Η περιδιάβαση στα μέλη της Τριμερούς καταδεικνύει την πυκνότητα των άτυπων σχέσεων επικοινωνίας και συντονισμού που ενυπάρχουν εντός των αστικών τάξεων, παράλληλα με τον ανταγωνισμό μεταξύ τους. Και βέβαια, η δημόσια έκφραση αλληλεγγύης ανάμεσα στα μέλη της είναι δεδομένη· ιδού ένα δείγμα: «Ο κ. Παπαδήμος πρόβαλε χθες μια αίσθηση ηρεμίας, αλλά και γνώσης της κατάστασης. … Οι Έλληνες πολίτες θα διαπιστώσουν ίσως ότι πέραν των θαμώνων των τηλεοπτικών παραθύρων υπάρχουν άνθρωποι με γνώση και ήθος, που μπορούν να προσφέρουν στον τόπο όταν βρίσκεται σε μεγάλη ανάγκη. … Ίσως η ωμή ειλικρίνεια, η επάρκεια, η σωστή διαπραγμάτευση με τους έξω και η ευπρέπεια να είναι ένα, προσωρινά, ισχυρό αντίδοτο στην τρέλα της υστερίας και της βίας…».[3]

Όμως, η περίπτωση των Παπαδήμου και Monti– και η σύνδεσή τους με την Τριμερή – δείχνει κάτι πολύ βαθύτερο από μία απλή προώθηση και αλληλοϋποστήριξη ανθρώπων και θεσμών· δείχνει ότι το ζήτημα της πολιτικής ηγεσίας και του πολιτικού προσωπικού παραμένει κομβικής σημασίας για την αναπαραγωγή της αστικής ηγεμονίας. Η εξουσία του κεφαλαίου απαιτεί άτομα με σαφή αντίληψη των συμφερόντων του και με αποδεδειγμένη θητεία στην κυρίαρχη ιδεολογία· απαιτεί «δικούς μας» ανθρώπους, πρόσωπα «συστημένα», μέλη εγνωσμένης αξίας και προσανατολισμού. Με άλλα λόγια, απαιτεί άτομα έτοιμα να προτάξουν το συμφέρον της τάξης που εκπροσωπούν έναντι του οποιουδήποτε άλλου μερικού ή καθολικού συμφέροντος. Δεν χωράνε αμφιβολίες και «σκιές» όταν κρίνεται η ηγεμονία της αστικής τάξης· για τη διατήρησή της απαιτούνται πρόσωπα σιδηράς πειθαρχίας και πυγμής, τα οποία να συμμερίζονται με θρησκευτική ευλάβεια την προτεραιότητα αυτού του ταξικού συμφέροντος. Απρόσωπη εξουσία δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει. Τα πρόσωπα που απαρτίζουν τις κρίσιμες θέσεις της εξουσίας πρέπει τα ίδια να διαπαιδαγωγούνται και να κοινωνικοποιούνται μέσα σε έναν αυστηρά προσδιορισμένο αξιακό και ιδεολογικό προσανατολισμό.

Άτυπες ιδιωτικές λέσχες προσωπικοτήτων, όπως η Τριμερής Επιτροπή, παίζουν ένα ρόλο σε αυτήν την κοινωνικοποίηση, διανοίγοντας κανάλια επικοινωνίας ανάμεσα στα εν λόγω πρόσωπα, πέρα από εθνικούς και τομεακούς διαχωρισμούς. Τα συμφέροντα του διεθνοποιημένου κεφαλαίου είναι πρωτίστως υλικά, βασίζονται όμως στην μετέπειτα ιδεατή τους αναπαράσταση και την αντίστοιχη παραγωγή μιας κοινής ταυτότητας όσων πρόκειται να τα υπηρετήσουν. Η εξασφάλιση της συναίνεσης των εκμεταλλευόμενων τάξεων απαιτεί την οικοδόμηση μιας παράλληλης συναίνεσης ανάμεσα στις κυρίαρχες μερίδες των εκμεταλλευτριών τάξεων. Με άλλα λόγια, άτυπες οργανώσεις όπως η Τριμερής συμβάλλουν στην παραγωγή του «γενικού» συμφέροντος ανάμεσα στα μέλη της διεθνοποιημένης αστικής τάξης, ένα γενικό συμφέρον που στη συνέχεια τα αστικά κράτη καλούνται να προάγουν και να αναπαράγουν. Όταν κάτι τέτοιο φαντάζει αδύνατο σε περιπτώσεις ευρείας κρίσης νομιμοποίησης (όπως τέτοιες υπήρξαν οι περιπτώσεις της Ελλάδας και της Ιταλίας πριν την πρωθυπουργοποίηση Παπαδήμου και Monti), τότε τα ίδια τα μέλη καλούνται να διαχειριστούν τα πολιτικά πράγματα, υποκαθιστώντας τους πολιτικούς και την πολιτική. Λειτουργούν δηλαδή ως δίοδοι άμεσης και εξασφαλισμένης προώθησης των αστικών συμφερόντων, χωρίς τις αμφισημίες και τις διακινδυνεύσεις της πολιτικής διαμεσολάβησης.

Στην τρέχουσα συγκυρία, ποιο είναι το μερικό συμφέρον της διεθνοποιημένης αστικής τάξης, που πρέπει πάραυτα να «γενικευθεί»; Καταρχήν, να καταβληθεί στους δανειστές το μεγαλύτερο μέρος του δημόσιου χρέους της ευρωπαϊκής περιφέρειας, ώστε να αποφευχθεί η πλήρης κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος στο ευρωπαϊκό κέντρο. Επίσης, να εξασφαλιστεί η παραμονή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη και στην Ευρ. Ένωση, όχι μόνο για να μην πληγούν οι συγκεκριμένοι θεσμοί περιφερειακής ολοκλήρωσης αλλά και για να αποφευχθεί η απειλή του «κακού παραδείγματος» απέναντι σε άλλους επίδοξους «εξοδούχους». Κρίσιμο επίδικο είναι επίσης και η κατανομή των βαρών που προκύπτουν από την κρίση, βάρη τα οποία η άρχουσα τάξη επιθυμεί να καταπέσουν στη μισθωτή εργασία και στους μικρομεσαίους, και όχι στο μεγάλο κεφάλαιο. Παράλληλα, δεν πρέπει να αγνοούμε την καταλήστευση πλουτοπαραγωγικών πηγών υπέρ του διεθνοποιημένου κεφαλαίου που θα προέλθει μέσω της ιδιωτικοποίησης αυτής της έστω αδύναμης παραγωγικής βάσης της χώρας. Τέλος, υπάρχει και μία πολιτική διάσταση στο «γενικό συμφέρον» που εκφράζουν οι Monti και Παπαδήμος: η ανάσχεση της λαϊκής δυσαρέσκειας και της ανόδου της Αριστεράς μέσω της προβολής εντελώς αόριστων και υποκειμενικών χαρακτηριστικών (αποτελεσματικότητα, αξιοπιστία, σοβαρότητα, ήθος) ενός άφθαρτου πολιτικά ηγέτη που καλείται δήθεν να ανταποκριθεί ηρωικά και με σηκωμένα τα μανίκια στις έκτακτες περιστάσεις. Και όλα αυτά, καλυμμένα με ένα μανδύα τεχνοκρατικής αναγκαιότητας και κοινού νου, δήθεν αποστειρωμένου από ιδεολογίες και πολιτικές έριδες. Στο όνομα αυτής της αναγκαιότητας, ακόμα και θεμελιώδεις αστικοδημοκρατικές διαδικασίες – όπως δημοψηφίσματα, εκλογές, κλπ. – παρουσιάζονται περίπου ως εξωτικά και άκρως δηλητηριώδη φρούτα που καλό είναι να αποφεύγονται. Εν τέλει, η πολιτική συνολικά εμφανίζεται σαν ένα περιττό βαρίδι που πρέπει να πεταχτεί στη θάλασσα ώστε να πλεύσει με ασφάλεια το καράβι της τεχνοκρατικής, δήθεν ταξικά ουδέτερης σκέψης.

Θα ήταν σοβαρό λάθος να αποδώσουμε στην Τριμερή Επιτροπή και στα μέλη της υπερφυσικές ιδιότητες και συνωμοτικά σχέδια παγκόσμιας παντοδυναμίας. Η επικοινωνία δεν συνιστά και συντονισμό· και ο ενίοτε συντονισμός κάποιων εξεχόντων μελών μιας διεθνοποιημένης αστικής τάξης δεν συνιστά και συντονισμό του συνόλου των εθνικών αστικών τάξεων. Και ο συντονισμός δεν συνιστά και επίλυση των ενδο-ιμπεριαλιστικών διαφορών· εμπορικοί πόλεμοι, διαφωνίες ως προς την επίλυση των χρηματοπιστωτικών κρίσεων, αντιπαραθέσεις ως προς το κούρεμα του δημόσιου χρέους, εντάσεις σε ζητήματα διεθνών επεμβάσεων… τόσες και τόσες περιστάσεις πιστοποιούν την αδυναμία πλήρους εξομάλυνσης των σχέσεων ανάμεσα στα τρία μέρη.Είναι άλλο πράγμα ο συγχρονισμός της αστικής τάξης έναντι των εκμεταλλευόμενων τάξεων, και άλλο πράγμα η κατάλυση των ενδο-καπιταλιστικών αντιθέσεων· το δεύτερο δεν προκύπτει από το πρώτο.

Πάνω απ’ όλα, όμως, το κύριο πρόβλημα που διατρέχει κάποιος δίδοντας υπερβολική έμφαση στα πεπραγμένα οργανώσεων όπως η Τριμερής είναι η άγνοια του ρόλου που παίζει ιστορικά η λαϊκή βούληση, το συλλογικό υποκείμενο των «από κάτω». Τελικός κριτής και διαμορφωτής της ιστορικής εξέλιξης είναι η ταξική πάλη, και όχι κάποιο υποτιθέμενο μυστικό σχέδιο παγκόσμιας κυριαρχίας. Στην τρέχουσα συγκυρία, φαίνεται ότι ο συντονισμός και η ταχεία αντίδραση των εκμεταλλευτών υπερνικά την έλλειψη οργάνωσης, οράματος και προγράμματος των εκμεταλλευομένων. Τίποτε όμως δεν μπορεί να προδικάσει την τελική έκβαση της τρέχουσας πολιτικο-οικονομικής κρίσης. Το τέλος της πολιτικής, όπως συμβολίζεται από την τοποθέτηση των Παπαδήμου και Monti στους πρωθυπουργικούς θώκους της Ελλάδας και της Ιταλίας σηματοδοτεί την αδυναμία της αστικής τάξης να αναπαράγει με πολιτικά μέσα την ηγεμονία της. Και καθώς ο υλικός αντίκτυπος των μνημονιακών μέτρων θα παγιώνεται μέσα στην κοινωνία, η δήθεν τεχνοκρατική ουδετερότητα του Παπαδήμου και τα δακρύβρεχτα editorials του Παπαχελά ίσως φανούν λίγα απέναντι στην πιθανή ριζοσπαστικοποίηση των μαζών.

Βιβλιογραφικές πηγές διαθέσιμες μόνο στην έντυπη έκδοση.




02 November 2011

Το διαστημικό πρόγραμμα Galileo και η δημιουργική λογιστική της Ευρωπαϊκής Ένωσης






Το διαστημικό πρόγραμμα Galileo και η δημιουργική λογιστική της Ευρωπαϊκής Ένωσης



του Ηρακλή Οικονόμου

Δημοσιεύτηκε σε Λεύγα, τ. 4, Νοέμβριος 2011, σελ. 15-20.



Εισαγωγή

Σήμερα στη χώρα μας εξελίσσεται μία ιδεολογική προσπάθεια απόδοσης των ευθυνών για το ελληνικό πρόβλημα στην κακιά τη μοίρα μας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και τα αναπτυγμένα κράτη-μέλη του Βορρά προβάλλονται ως ιδανικοί διαχειριστές των εγχωρίων πραγμάτων και ως παραδείγματα προς μίμηση. Το μόνο που χρειάζεται για να περάσουμε από το στάδιο του παρασίτου σε εκείνο του ανθρώπου είναι να μιμηθούμε τη Γαλλία, τη Γερμανία και τις Βρυξέλλες. Οι πρακτικές, όμως, της δημιουργικής λογιστικής, της υπέρβασης προϋπολογισμών, της ενίσχυσης φατριών και συντεχνιών, έχουν ως πρώτο διδάξαντα την ίδια την ΕΕ. Όχι για λόγους γραφειοκρατίας ή ανθρώπινης φύσης ή δημοσιοϋπαλληλικής λαμογιάς, αλλά για λόγους ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας του διεθνοποιημένου βιομηχανικού κεφαλαίου· μία αποστολή την οποία η ΕΕ ξέρει να υπηρετεί στην εντέλεια.

Το παράδειγμα του Galileo, του μεγαλύτερου διαστημικού προγράμματος που διαχειρίζεται και χρηματοδοτεί η ΕΕ, φωτίζει πτυχές λειτουργίας της Ένωσης που οι «ευρωπαϊστές» παραβλέπουν. Το πρόγραμμα αποτελεί μνημείο του ταξικού προσανατολισμού της ΕΕ ως μηχανισμός υπεράσπισης των συμφερόντων των διεθνοποιημένων ευρωπαϊκών αστικών τάξεων. Ένας μηχανισμός, ο οποίος, την ίδια στιγμή που διεκδικεί την εφαρμογή των «νόμων της ελεύθερης αγοράς» για τα κράτη-μέλη της περιφέρειας, προβαίνει σε άμεσες επιδοτήσεις προς τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Το παρόν σημείωμα διηγείται την ιστορία του Galileo, με έμφαση στη σκανδαλώδη ανάληψη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Κομισιόν) το 2007 του συνολικού χρηματικού κόστους ανάπτυξης και παραγωγής που υποτίθεται ότι θα αναλάμβανε μία εταιρική κοινοπραξία στα πλαίσια μιας σύμπραξης δημοσίου-ιδιωτικού τομέα. Επ’ ευκαιρία της εκτόξευσης των δύο πρώτων λειτουργικών δορυφόρων του συστήματος στις 20 Οκτωβρίου 2011, προσδεθείτε για ένα ταξίδι στο διάστημα και στην πολιτική οικονομία της ευρωπαϊκής διαστημικής πολιτικής.

Το πρόγραμμα Galileo: μία σύνοψη

Μπορεί το ευρωπαϊκό οικοδόμημα να τρεκλίζει υπό το βάρος της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, του χρέους και της εκτίναξης των ελλειμμάτων, όμως …έξω στο διάστημα πάμε καλά. Η ΕΕ έχει αναδειχτεί σε σημαντικό «παίκτη» στο πεδίο του διαστήματος, με εμπροσθοφυλακή το πρόγραμμα δορυφορικής πλοήγησης Galileo. Το συγκεκριμένο πρόγραμμα αποτελεί την ευρωπαϊκή απάντηση στο γνωστό GPS, το οποίο μέσω του Ι.Χ. αυτοκινήτου και άλλων εφαρμογών έχει εισέλθει στην καθημερινή ζωή. «Ποιο είναι το πρόβλημα του GPS ώστε να απαιτείται και ένα δεύτερο ευρωπαϊκό GPS;» θα αναρωτηθείτε. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι το GPS είναι αμερικανικό, έχει χρηματοδοτηθεί από το αμερικανικό κράτος και έχει ωφελήσει τις αμερικανικές εταιρείες αεροδιαστημικής. Και μπορεί οι ΗΠΑ να θεωρούνται στρατηγικός σύμμαχος και εταίρος της ΕΕ, δεν θεωρούνται όμως άξιες εμπιστοσύνης για να μας πλοηγήσουν στο σπίτι μας! Στην πραγματικότητα, όταν κρίνονται η ανταγωνιστικότητα και η κερδοφορία του ευρωπαϊκού στρατιωτικο-βιομηχανικού κεφαλαίου έναντι των παγκόσμιων ανταγωνιστών του, ξεχνιούνται και συμμαχίες, και ειδικές σχέσεις, και διακηρύξεις περί υπερατλαντικής φιλίας.

Το σύστημα έχει τις ρίζες του στα μέσα της δεκαετίας του ’90 και σε μία πρόταση της Επιτροπής για τη συμμετοχή της ΕΕ στη δορυφορική πλοήγηση. Όταν ολοκληρωθεί, το Galileo θα αποτελείται από 30 δορυφόρους και από επίγειες υποδομές ελέγχου και διοίκησης. Οι εφαρμογές του συστήματος είναι πολυποίκιλες: οδικές μεταφορές και σιδηρόδρομοι, θαλάσσιες μεταφορές, αλιεία, διοικητική μέριμνα, τηλεπικοινωνίες, γεωργία, επιστημονική έρευνα, πολιτική προστασία, άμυνα και ασφάλεια, κ.α. Οι υπηρεσίες του διακρίνονται σε πέντε κατηγορίες: υπηρεσία ανοιχτής πρόσβασης, για τον μέσο χρήστη· εμπορική υπηρεσία, για εξειδικευμένους επαγγελματίες χρήστες που απαιτούν υψηλή απόδοση· υπηρεσία ασφάλειας της ζωής, για εφαρμογές όπου απειλείται η ανθρώπινη ζωή· υπηρεσία έρευνας και διάσωσης, για την υποστήριξη επιχειρήσεων διάσωσης· και η «δημόσια ρυθμιζόμενη υπηρεσία» για στρατιωτικές εφαρμογές και εφαρμογές ασφάλειας.[1]

«Σύμπραξη δημόσιου-ιδιωτικού τομέα», Galileo Statistics και δημιουργική λογιστική

Αρχικά, το πρόγραμμα Galileo επρόκειτο να χρηματοδοτηθεί από την Ευρωπαϊκή Διαστημική Υπηρεσία (διακυβερνητικός μη κοινοτικός οργανισμός διαχείρισης των ευρωπαϊκών διαστημικών θεμάτων που συμμετέχει στην ανάπτυξη του Galileo), την Επιτροπή και μία κοινοπραξία εταιρειών. Η τελευταία επρόκειτο να επιλεγεί μέσω διαγωνισμού, αλλά τελικά προήλθε μετά από συγχώνευση των δύο διαγωνιζόμενων κοινοπραξιών το 2005! Ελεύθερος ανταγωνισμός αλά ευρωπαϊκά… Τον Ιανουάριο του 2006 υπογράφτηκε το πρώτο συμβόλαιο, ύψους €1δισ. ανάμεσα στη νέα κοινοπραξία Galileo Industries και την Ευρωπαϊκή Διαστημική Υπηρεσία για την κατασκευή των πρώτων πειραματικών δορυφόρων και τη δοκιμή των υποσυστημάτων. Στην κοινοπραξία συμμετείχαν οι εταιρείες Alcatel Alenia Space, EADS Astrium και Thales. Περιχαρής, ο τότε γενικός διευθυντής της Alcatel δήλωσε: «Μόνο μία ενωμένη Ευρώπη μπορούσε να καταστήσει δυνατό το Galileo, και ως αντάλλαγμα το Galileo καθιστά την Ευρώπη μία ακόμα ισχυρότερη πραγματικότητα».[2]

Στη συνέχεια εμφανίστηκαν τα πρώτα σύννεφα ανάμεσα στις επιχειρήσεις και στους ευρωπαίους αξιωματούχους. Ως τα μέσα του 2006, η ESA και η Κομισιόν είχαν ήδη «επενδύσει» περίπου €1,5 δισ. Η συμφωνία προέβλεπε την καταβολή του υπόλοιπου ποσού των €2,4 δισ. που απαιτούνταν τότε για την ολοκλήρωση του προγράμματος ως εξής: τα 2/3 θα καταβάλλονταν από την κοινοπραξία των κατασκευαστών και το 1/3 από την Επιτροπή. Οι εταιρείες όμως, έχοντας εξασφαλίσει την προηγούμενη χρηματοδότηση και την εκκίνηση του προγράμματος, ανακαλύπτουν ότι η συμμετοχή τους στο Galileo είναι αδύνατον να αποβεί κερδοφόρα. Ο τότε Επίτροπος Μεταφορών προειδοποιεί με πυγμή: «Θέλω να είμαι ξεκάθαρος. Η Επιτροπή δεν είναι έτοιμη να πληρώσει το οποιοδήποτε τίμημα για να αποκτήσει το Galileo. Τα κόστη πρέπει να είναι λογικά και να μας επιτρέψουν να δούμε αξία για τα χρήματά μας».[3]Η πυγμή επρόκειτο να πάει περίπατο, μόλις η κοινοπραξία ανακοίνωσε την αδυναμία κάλυψης του μεριδίου της επί τους κόστους εξαιτίας της έλλειψης εμπορικών εφαρμογών. Σχεδόν αμέσως, το 2007, η Επιτροπή έσπευσε να καλύψει το σύνολο του κόστους παραγωγής και λειτουργίας του προγράμματος!
Η μεταφορά €2,4 δισ. από άλλες δαπάνες στο Galileo έπρεπε να σερβιριστεί ως μία αναγκαία και φυσιολογική εξέλιξη, για την οποία αρκούσε απλά μία σωστή προσθαφαίρεση. Ας θαυμάσουμε το δελτίο τύπου της Επιτροπής που ανέλαβε να επεξηγήσει τις λογιστικές αλχημείες:

Η Επιτροπή ανέλυσε διάφορες χρηματοδοτικές εκδοχές για το Galileo και το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τεχνολογίας (EIT), και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πιο αποτελεσματική λύση είναι να προτείνει μία αναθεώρηση του Πολυετούς Χρηματοοικονομιού Πλαισίου 2007-2013 (MAFF) χρησιμοποιώντας διατάξεις του Δια-Θεσμικού Συμφώνου για τη δημοσιονομική πειθαρχία και την άρτια χρηματοοικονομική διαχείριση (ΙΙΑ) της 17 Μαΐου 2006, χωρίς καμία αύξηση της συνολικής οροφής.[4]

Για να μη στέκει ολομόναχο το Galileo και εκτίθεται στα μάτια των πολιτών, η ανάγκη εύρεσης πόρων συνδέθηκε και με το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τεχνολογίας, αν και το ποσό ίδρυσης του Ινστιτούτου ήταν σαφώς μικρότερο. Έτσι, το Galileo έπαψε να φαίνεται ως παρέκκλιση. Το πρώτο βήμα για τη νομιμοποίηση της όλης πρωτοβουλίας είχε γίνει. Απέμενε η καθεαυτή εύρεση των πόρων.

Από το συνολικό ποσό που απαιτείται, €220 εκ. θα μεταφερθούν από το περιθώριο που είναι διαθέσιμο για το 2007 και το 2008 υπό την επικεφαλίδα «Διοίκηση», η οποία καλύπτει τα έξοδα λειτουργίας των Ευρωπαϊκών θεσμών· €2,189 δισ. θα μεταφερθούν από το περιθώριο που είναι διαθέσιμο για το 2007 και το 2008 υπό την επικεφαλίδα 2 «Συντήρηση και Διαχείριση Φυσικών Πόρων» που δεν θα χρειαστούν και που έτσι κι αλλιώς αφήνουν ένα περιθώριο €2 δισ. για το 2008· και €0,3 δισ. που είναι διαθέσιμα για τα σχετικά με τις μεταφορές ερευνητικά προγράμματα που αφορούν το Galileo υπό το 7οΠρόγραμμα-Πλαίσιο για την Έρευνα.[5]


Για να αποφύγει την αντίδραση των παραδοσιακών ευρω-σκεπτικιστικών κρατών, η Επιτροπή έκρινε σκόπιμο να χρηματοδοτήσει τα επιπλέον κόστη χωρίς αύξηση του συνολικού κοινοτικού προϋπολογισμού. Το πολιτικό ρίσκο αποτυχίας του εγχειρήματος θα ήταν μεγάλο. Και γιατί να το κάνει άλλωστε; Από το παραπάνω απόσπασμα φαίνεται πόσο διακοσμητικός είναι εν τέλει ο εκάστοτε κοινοτικός προϋπολογισμός: πόροι που διατίθενται αλλά δεν χρειάζονται και προϋπολογισμοί εξόδων λειτουργίας που προφανώς υπερκαλύπτονται – αλλιώς δεν θα μεταφέρονταν χρήματα με τέτοια ευκολία από εδώ κι από εκεί. Ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι ο συνολικός προϋπολογισμός δεν επιβαρύνθηκε είναι αστείος, εφόσον δεν λαμβάνει υπόψη τη μελλοντική επιβάρυνση από τις ευθύνες που οι εταιρείες μετακύλησαν στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.  Εντύπωση, δε, προκαλεί η απίστευτη ταχύτητα και ευκολία με την οποία βρέθηκαν πόροι από τον υπάρχοντα προϋπολογισμό.

Το αντεπιχείρημα της Επιτροπής ήταν τα προσδοκώμενα οφέλη από το Galileo σε οικονομικό επίπεδο. Και εδώ όμως, τα Galileo Statistics περισσότερο μπερδεύουν παρά εξηγούν:

Οι εφαρμογές συστημάτων δορυφορικής πλοήγησης αυξάνονται ραγδαία, και ο ετήσιος τζίρος τους παγκοσμίως αναμένεται να έχει φτάσει τα €240 δισ. ως το 2020. Επιπλέον, ως αποτέλεσμα των πλεονεκτημάτων του Galileo και του EGNOS σε σχέση με τα άλλα ανταγωνιστικά συστήματα, αυτά αναμένεται να τροφοδοτήσουν οικονομικά και κοινωνικά οφέλη αξίας περίπου €60-90 δισ. στα επόμενα 20 χρόνια. [6]

Γενικά, υπάρχει μία ευλυγισία ως προς τα στατιστικά στοιχεία· π.χ., σε άλλα έγγραφα η παγκόσμια αγορά για προϊόντα και υπηρεσίες δορυφορικής πλοήγησης υπολογίζεται ότι το 2025 θα προσεγγίσει τα €400δις.[7] Παράλληλα, η ίδια νεφελώδης αντίληψη περί στατιστικών δεδομένων παρατηρείται και ως προς τον υπολογισμό του συνολικού μακροπρόθεσμου κόστους του προγράμματος. Πλάι στα €3,4δισ. που έχουν ήδη καταβληθεί, την περίοδο 2014-2020 εκτιμάται ότι θα απαιτηθούν €1,9 δισ., ενώ το ετήσιο κόστος λειτουργίας του Galileo υπολογίζεται σε €800 εκατ.[8]Με απλά μαθηματικά, το συνολικό άθροισμα όλων των παρελθόντων και μελλοντικών οικονομικών ενισχύσεων εκ μέρους της ΕΕ ξεπερνάει τα €20δισ., υπολογίζοντας 20 χρόνια λειτουργίας του συστήματος! Το ποσό αυτό θα κληθεί να το πληρώσει ο ευρωπαίος φορολογούμενος εξ’ ολοκλήρου, σε αντίθεση με το αρχικό σχέδιο που προέβλεπε αφενός ένα πολύ μικρότερο προϋπολογισμό και αφετέρου την κατά τα 2/3 κάλυψή του από τις εταιρείες.

Μπορεί το συνολικό ποσό να παραμένει άγνωστο, αλλά οι εταιρείες – παραλήπτες των μελλοντικών παραγγελιών είναι ήδη γνωστές: η Thales Alenia Space για τις υπηρεσίες βιομηχανικής υποστήριξης, ο γερμανικός κολοσσός OHB System για την πρώτη παρτίδα 14 δορυφόρων, η EADS Astrium για τους επόμενους 14 δορυφόρους εναλλάξ με την OHB System, και η Arianespace για τις υπηρεσίες εκτόξευσης. «Ελεύθερη» η αγορά μεν, απολύτως ολιγοπωλιακός ο χαρακτήρας της δε, και με τη βούλα της Επιτροπής. Και οι απορίες πληθαίνουν. Εάν τα οφέλη είναι αυτά που ισχυρίζεται η Κομισιόν, γιατί άραγε κατάρρευσε η σύμπραξη δημοσίου-ιδιωτικού τομέα με πρωτοβουλία των ιδιωτικών εταιρειών; Πώς γίνεται να προκύπτουν τέτοιοι τζίροι, όταν το ανταγωνιστικό GPS διατίθεται δωρεάν στους χρήστες του; Και πώς μπορεί να μετρηθεί το «κοινωνικό όφελος»; Ποιο είναι το κοινωνικό όφελος της αναπαραγωγής μιας ήδη υπάρχουσας – και δωρεάν διατιθέμενης! – υπηρεσίας; Στην πραγματικότητα, τα «οφέλη» στα οποία αναφέρεται η Επιτροπή είναι εξαιρετικά γενικά και μη μετρήσιμα. Τα στοιχεία, εδώ, δεν υπηρετούν την ενημέρωση ή την ανάλυση αλλά την άντληση νομιμοποίησης μέσω της επίκλησης ασαφών προβλέψεων. Ποιες διαδικασίες επιδιώκει να συσκοτίσει αυτή η επίκληση;

Απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας

Η διαδικασία μέσω της οποίας προγράμματα όπως το Galileo προωθήθηκαν σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι βαθύτατα πολιτική, έχοντας παράλληλα κρίσιμες κοινωνικο-οικονομικές και βιομηχανικές ρίζες. Είναι αδύνατον να ερευνηθούν οι πηγές της διαστημικής πολιτικής της ΕΕ χωρίς την κατανόηση της σχέσης πολιτικής και οικονομίας, η οποία εν πολλοίς έγκειται στη στενότατη σχέση και διάδραση των κρατών-μελών, των ευρωπαϊκών θεσμών και του διεθνοποιημένου βιομηχανικού κεφαλαίου. Το υπόβαθρο αυτής της διάδρασης μπορεί να εμφανίζεται με έναν μανδύα τεχνικής αναγκαιότητας αλλά στην ουσία του είναι οικονομικό. Συνίσταται στη χρήση των διαστημικών εφαρμογών – ή των εφαρμογών οποιουδήποτε άλλου βιομηχανικού πεδίου – για την προάσπιση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου. Κι αν δε με πιστεύεται, ρωτήστε και τον Πρόεδρο της Επιτροπής Ζ. Μπαρόζο:

Οι διαστημικές δραστηριότητες παίζουν ένα χρήσιμο ρόλο στην ενδυνάμωση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας και οικονομικής ανάπτυξης. Ο λόγος είναι απλός. Το διάστημα απαιτεί και παράγει νέες τεχνολογίες, νέες υπηρεσίες έντασης γνώσης, νέα προϊόντα και νέες μορφές συνεργασίας. (…) Το διάστημα μπορεί σίγουρα να συμβάλλει στην οικονομική ανάκαμψη βραχυπρόθεσμα και στη στιβαρή βιομηχανική ανάπτυξη μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.[9]

Θεμέλιο της διαδικασίας προώθησης των βιομηχανικών συμφερόντων είναι η ενότητα σκοπού των ευρωπαϊκών θεσμών. Κι αν τους σκοπούς της «κακής» Επιτροπής τους ξέρουμε εκ των προτέρων, σημειώστε ότι και το «καλό» Ευρωκοινοβούλιο υπήρξε σταθερός υποστηρικτής του Galileo σε όλα τα βήματά του. Αυτό που ο ευρωπαϊσμός ξεχνά όταν αναφέρεται στο συγκεκριμένο θεσμό ωσάν να ήταν το προπύργιο της επανάστασης στην ΕΕ είναι ότι στα κρίσιμα ζητήματα το Ευρωκοινοβούλιο στέκεται ένας ιδιαίτερα πιστός και μαχητικός σύμμαχος της Επιτροπής. Και βέβαια το Galileo δεν αποτελεί εξαίρεση. To Κοινοβούλιο, όχι μόνο διεκδίκησε τη μεγιστοποίηση των διαθέσιμων πόρων, αλλά και επικρότησε την ανάληψη της χρηματοδότησης και της διαχείρισης του προγράμματος αποκλειστικά από την Επιτροπή. Η επιχειρηματολογία του υπέρ του προγράμματος απλώς επικύρωσε την υπάρχουσα συναίνεση σε επίπεδο Κομισιόν: «το Galileo είναι ένα πρόγραμμα για ειρηνικούς σκοπούς, εγγυάται την ανεξαρτησία της ΕΕ ως προς τρίτες χώρες, ικανοποιεί στρατηγικά, οικονομικά, βιομηχανικά, διαστημικά συμφέροντα και συμφέροντα ασφαλείας καθώς και πολλά άλλα συμφέροντα…».[10]

Αυτή η ενότητα σκοπού επικυρώνεται από την πολιτική δράση του διεθνοποιημένου κεφαλαίου σε επίπεδο ΕΕ. Η δράση αυτή τροφοδοτείται πρωτίστως από τον Σύνδεσμο Βιομηχανιών Αεροδιαστημικής και Άμυνας (ASD), τον επίσημο θεσμό εκπροσώπησης των συμφερόντων του στρατιωτικο-βιομηχανικού και αεροδιαστημικού κεφαλαίου στις Βρυξέλλες. Στην πραγματικότητα, οι δύο αυτές μερίδες κεφαλαίου είναι μία ενιαία πολιτικο-οικονομική οντότητα· ο πολιτικός και ο στρατιωτικός κλάδος της αεροδιαστημικής βιομηχανίας είναι απόλυτα συνενωμένοι μεταξύ τους. Οι δύο κύριοι βιομηχανικοί παίκτες στην Ευρώπη σήμερα είναι η Γαλλο-Γερμανο-Ισπανική EADS Astrium και η Γαλλο-Ιταλική Thales Alenia Space, που αποτελούν θυγατρικές της EADS αφενός, και των Thalesκαι Finmeccanica αφετέρου – αμφότερες βιομηχανίες όπλων. Όλες αυτές οι εταιρείες γεννήθηκαν μέσα από μία μακρά διαδικασία διεθνοποίησης, δηλαδή διεθνούς συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, η οποία κορυφώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Μέσω αυτής της διεθνοποίησης και μέσω της ολοένα και αυξανόμενης ανάπτυξης προϊόντων «διπλής χρήσης» (ειρηνικής και στρατιωτικής), η παραγωγή για στρατιωτικούς σκοπούς συγχωνεύθηκε με την παραγωγή για πολιτικούς σκοπούς.

Η ιστορία του Galileo αποδεικνύει τον τεράστιο βαθμό εμπλοκής της ευρωπαϊκής διακρατικής εξουσίας με το διεθνοποιημένο βιομηχανικό κεφάλαιο. Παρά τις κορώνες των νεοφιλελεύθερων για «λιγότερο κράτος», «ελεύθερη αγορά» και «ιδιωτική επιχειρηματικότητα», ο ομφάλιος λώρος ανάμεσα στις οικονομικές λειτουργίες του κράτους (είτε του εθνικού κράτους, είτε του ημι-κρατικού μορφώματος της ΕΕ) και στην επιβίωση και επέκταση των μεγάλων κατασκευαστών στον τομέα της αεροδιαστημικής και άμυνας είναι ισχυρότερος παρά ποτέ. Ο κρατικο-μονοπωλιακός καπιταλισμός είναι ολοζώντανος, με μία μόνο διαφορά σε σχέση με παλαιότερα: διαθέτει μία ολοένα και διογκούμενη υπερεθνική διάσταση, με τη δράση του μηχανισμού ταξικής επιβολής των Βρυξελών να πλαισιώνει την παραδοσιακή λειτουργία του αστικού κράτους. Είναι, δηλαδή, ένας διακρατικο-μονοπωλιακός καπιταλισμός, που αναπαράγει τη σχέση κράτους-κεφαλαίου σε επίπεδο ΕΕ.

Ευρύτερα, το Galileo μαρτυρά την τεράστια καταστροφή παραγωγικών δυνάμεωνπου απαιτεί η αναπαραγωγή του σύγχρονου καπιταλισμού. Τεράστιοι και πολύτιμοι πόροι – όχι μόνο χρηματικοί, αλλά και σε επίπεδο έρευνας, ανθρώπινου δυναμικού, γνώσης – αφιερώνονται σε μία ήδη υπάρχουσα τεχνολογία η οποία έχει μετουσιωθεί σε ένα ήδη υπάρχον σύστημα και σε μία ήδη υπάρχουσα εφαρμογή και υπηρεσία (δορυφορική πλοήγηση)! Και όλα αυτά για να εξασφαλιστούν οι πιεζόμενες υπό το βάρος του παγκόσμιου ανταγωνισμού και των μειούμενων στρατιωτικών προϋπολογισμών εταιρείες αεροδιαστημικής στην Ευρώπη. Μπορεί ρητορικά ο όρος “duplication” (αλληλεπικάλυψη) να είναι «κόκκινο πανί» για τους ευρωπαίους αξιωματούχους, όμως το πρόγραμμα Galileo είναι ένα από τα μεγαλύτερα εγχειρήματα αλληλεπικάλυψης τεχνολογικών πόρων (GPS) στην ιστορία του ύστερου καπιταλισμού.

Αυτό είναι το βαρύ τίμημα που η κοινωνία καλείται να πληρώσει, όχι μόνο εξαιτίας της ασίγαστης αναζήτησης της καπιταλιστικής κερδοφορίας, αλλά και εξαιτίας της όξυνσης των ενδο-ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών ανάμεσα στις καπιταλιστικές μητροπόλεις. Αυτοί οι ανταγωνισμοί αποκτούν πλέον μία στρατιωτική διάσταση και βρίσκουν στη δορυφορική πλοήγηση μία πολύτιμη προσθήκη στην εργαλειοθήκη τους. Ας μην ξεχνάμε ότι οι ΗΠΑ ανέπτυξαν το GPS πρωτίστως για στρατιωτικούς σκοπούς, ενώ η Ρωσία και η Κίνα έχουν ήδη θέσει σε λειτουργία ένα μέρος των δικών τους αντίστοιχων συστημάτων, του GLONASSκαι του COMPASS αντίστοιχα. Το Galileo έχει μία αντίστοιχη στρατιωτική λειτουργία με τη «δημόσια ρυθμιζόμενη υπηρεσία», η οποία θα προσφέρεται αποκλειστικά σε κυβερνητικούς φορείς και θα αφορά κωδικοποιημένα σήματα για χρήση σε στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Συμπέρασμα

Σε μία απολύτως καταδικαστική του έκθεση για το Galileo το 2009, το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο έκανε λόγο για απαράδεκτες υπερβάσεις κόστους, καθυστερήσεις και κακοδιαχείριση, συνοδευόμενες από ανεπαρκή σχεδιασμό της σύμπραξης δημόσιου-ιδιωτικού τομέα, ελλιπείς προϋπολογισμούς, μείωση του ήδη περιορισμένου ανταγωνισμού και έλλειψη εποπτείας των εταιρειών. Επίσης, η έκθεση εντόπισε «ανεπαρκή διακυβέρνηση εκ μέρους του δημόσιου τομέα» και «απουσία σαφών ορίων στην υποχρέωση λογοδοσίας».[11]Όχι, αυτοί οι χαρακτηρισμοί δεν αφορούν την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία· την Κομισιόν αφορούν!

Η περίπτωση Galileo δεν είναι μία παρεκκλίνουσα στιγμή αλλά μία υπόθεση ρουτίνα για το βασίλειο των Βρυξελλών. Αρκεί κάποιος να ξύσει την επίφαση μιας ρητορείας «ανάπτυξης» και «απασχόλησης», για να βρεθεί μπροστά σε μία καλογυαλισμένη μηχανή επιδοτήσεων και άμεσης χρηματικής υποστήριξης προς τις μεγάλες ευρωπαϊκές πολυεθνικές εταιρείες. Το διάστημα είναι ένα μόνο από τα πεδία αυτής της υποστήριξης· η έρευνα & τεχνολογία, η βιομηχανία όπλων, οι μεταφορές, η χημική βιομηχανία, η ενέργεια, η αγρο-βιομηχανία, είναι περιοχές όπου αποκαλύπτεται η ίδια ακριβώς συνάρθρωση κράτους, διακρατικών μηχανισμών και κεφαλαίου. Κάποιες φορές αυτή η συνάρθρωση έχει μία επίφαση νομιμότητας, ενώ κάποιες άλλες είναι τόσο σκανδαλώδης ώστε να βάλλεται και εκ των έσω. Είναι μία συνάρθρωση εγγεγραμμένη στην ΕΕ ως ταξικός μηχανισμός επιβολής της καπιταλιστικής πειθαρχίας, και όχι ένα τυχαίο αποτέλεσμα αέναα μεταβαλλόμενων συσχετισμών.

Τέλος, σε ό,τι αφορά την προπαγάνδα των ευρωπαίων και άλλων «εταίρων» για τη μάχη που πρέπει να δώσει η Ελλάδα απέναντι στις συντεχνίες, καθίσταται σαφές ότι αυτή η φιλολογία έχει ταξικό πρόσημο. Οι συντεχνίες είναι κακές όταν εκπροσωπούν δημόσιους υπαλλήλους και μικρομεσαίους. Αντίθετα, όταν εκπροσωπούν τους μεγαλοκαρχαρίες της βιομηχανίας όπλων, οι συντεχνίες συνιστούν παράγοντα ανάπτυξης και ισότιμο συνομιλητή της Επιτροπής. Παρομοίως, η δημιουργική λογιστική είναι κακή όταν πάει να συγκαλύψει ελλείμματα και επιδόματα. Όταν όμως αυτή η ίδια λογιστική χρησιμοποιείται για να κάνει χώρο στις γενναιόδωρες παροχές της Ένωσης προς το στρατιωτικο-βιομηχανικό κεφάλαιο, είναι απλά business as usual.

Παραπομπές διαθέσιμες μόνο στην έντυπη έκδοση.




01 January 2010

Εξοπλισμοί, ιδέες, και η Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφαλείας: Μεταφράζοντας τις απειλές σε κέρδη





Εξοπλισμοί, ιδέες, και η Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφαλείας
 
Μεταφράζοντας τις απειλές σε κέρδη




του Ηρακλή Οικονόμου

Δημοσιεύτηκε σε Ουτοπία, τεύχος 88, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2010, σελ. 139-152.



Εισαγωγή
 
Παρόλο που η Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφαλείας (ΕΣΑ) έχει τύχει της εκτενούς προσοχής των μελετητών της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας (ΕΠΑΑ), η συγκεκριμένη επίδρασή της επί των στρατιωτικο-βιομηχανικών ζητημάτων έχει ως επί το πλείστον αγνοηθεί. Ποιες υπήρξαν οι συνέπειες της υιοθέτησης της ΕΣΑ τον Δεκέμβριο του 2003 για τη σύσταση μιας στρατιωτικο-βιομηχανικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ); Πώς και γιατί έχει χρησιμοποιηθεί η ΕΣΑ από την ευρωπαϊκή βιομηχανία όπλων και τους πολιτικούς εκφραστές της ως μέσον προώθησης μεταρρυθμίσεων στο πεδίο της πολιτικής εξοπλισμών; Αντανακλά η εκμετάλλευσή της από την ευρωπαϊκή στρατιωτική βιομηχανία κάποιες βαθύτερες πολιτικο-οικονομικές λειτουργίες που τροφοδοτούν την ιδεολογική διάσταση της Στρατηγικής, και, αν ναι, ποιες είναι αυτές; Το άρθρο ισχυρίζεται ότι, με το να προσδιορίζει βασικές απειλές προς την ΕΕ και να προτείνει τρόπους αντιμετώπισής τους, η Στρατηγική παρέχει ένα χρησιμότατο εργαλείο στις άρχουσες τάξεις για την προώθηση και νομιμοποίηση μιας πολιτικής εξοπλισμών υπέρ της βιομηχανίας όπλων. Εμπειρικά, η ανάλυση εστιάζει σε συγκεκριμένες χρήσεις της ΕΣΑ από τους αξιωματούχους της ΕΕ και το στρατιωτικο-βιομηχανικό κεφάλαιο. Θεωρητικά, η εργασία υπογραμμίζει την εγκυρότητα μιας ιστορικο-υλιστικής ερμηνείας της σχέσης ανάμεσα στον ηγεμονικό λόγο περί ΕΠΑΑ και τα πανευρωπαϊκά, διεθνοποιημένα στρατιωτικο-βιομηχανικά συμφέροντα.

Ο κύριος λόγος για τον οποίο η στρατιωτικοποίηση της ΕΕ δεν έχει τύχει της προσοχής της διεθνούς θεωρίας είναι η ανάδυση και η παγίωση του κονστρουκτιβιστικού παραδείγματος. Το αποτέλεσμα υπήρξε η κυριάρχηση της ανάλυσης της ευρωπαϊκής ασφάλειας από ιδεαλιστικές (με τη φιλοσοφική, όχι την κανονιστική έννοια) προσεγγίσεις που αναγνωρίζουν την πρωτοκαθεδρία ιδεατών παραγόντων, όπως αξίες, κανόνες και ταυτότητες, στο σχηματισμό της κοινωνικής πραγματικότητας. Ο κονστρουκτιβισμός έχει αναχθεί σε ηγεμονικό παράδειγμα των σπουδών ευρωπαϊκής ασφαλείας. Η κύρια θέση του άρθρου είναι ότι, στην περίπτωση της πολιτικής εξοπλισμών της ΕΕ, οι ιδεατοί παράγοντες εδράζονται σε μια υλική διαδικασία παραγωγής, η οποία καθορίζει σε τελική ανάλυση τον προσανατολισμό και τη λειτουργία αυτών των παραγόντων. Οι κυρίαρχες ιδέες σε αυτό το πεδίο πολιτικής δεν είναι αυτόνομες αλλά αντανακλούν προϋπάρχουσες σχέσεις εξουσίας ανάμεσα σε διαφορετικές κοινωνικές δυνάμεις, υπό την ηγεμονία του ευρωπαϊκού στρατιωτικο-βιομηχανικού κεφαλαίου. Η διττή ιδεολογία της στρατιωτικοποίησης και της ανταγωνιστικότητας που κατευθύνει την πολιτική εξοπλισμών της ΕΕ προέκυψε ως ένα συνεκτικό πολιτικό πρόγραμμα, ιδεολογικά τροφοδοτημένο από τη δημοσίευση της ΕΣΑ. Η σημασία της ΕΣΑ δεν βρίσκεται στον υποτιθέμενο τρόπο με τον οποίο συγκροτεί τα συμφέροντα, αλλά αντίθετα στον τρόπο με τον οποίο ταξικές σχέσεις και ταξικά ορισμένα συμφέροντα παράγουν και αναπαράγουν συγκεκριμένες ιδέες μέσω βαθιά πολιτικών διαδικασιών.

Ιδέες και συμφέροντα: πέρα από την πλάνη του κονστρουκτιβισμού

Δεδομένου ότι ο κονστρουκτιβισμός έχει πολλές εκδοχές, συζητείται εδώ ως ιδεότυπος ενός ευρύτατου παραδείγματος της ιδεαλιστικής θεωρίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ο όρος ιδεαλισμός ορίζεται ως η αντίληψη σύμφωνα με την οποία «η βαθιά δομή της κοινωνίας αποτελείται από ιδέες παρά από υλικές δυνάμεις».[1] Για τον ιδεαλισμό, η κοινωνική πραγματικότητα σχηματίζεται κυρίως ως αποτέλεσμα της κοινωνικής συνείδησης. Οι υλικές δυνάμεις είναι δευτερεύουσες, «στο βαθμό που οι ίδιες συγκροτούνται μέσω ιδιαίτερων νοημάτων από τους δρώντες».[2] Η κονστρουκτιβιστική θεωρία βασίζεται σε τρεις κύριες προτάσεις: Πρώτον, υποθέτει ότι οι ιδέες και οι νόρμες προηγούνται οντολογικά των υλικών δομών, ως προς τη διαμόρφωση της συλλογικής συμπεριφοράς των πολιτικών δρώντων. Σύμφωνα με τον Αλεξάντερ Γουεντ, «οι δομές της ανθρώπινης συσχέτισης καθορίζονται πρωταρχικά από κοινές ιδέες, παρά από υλικές δυνάμεις».[3] Δεύτερον, ισχυρίζεται ότι τα συμφέροντα ενημερώνονται από ταυτότητες, και φέρουν ένα δια-υποκειμενικό νόημα, διαμορφωμένο από ιδεατές – γνωστικές κατανοήσεις της πραγματικότητας. Τρίτον, προτάσσει την αμοιβαία σύσταση φορέων και δομών. Οι αξίες, οι νόρμες και οι ιδέες επηρεάζουν βαθιά τις ταυτότητες και τις ενέργειες των φορέων, ενώ την ίδια ώρα οι ενέργειες των δρώντων παρέχουν τη βάση για τη διατήρηση και τον μετασχηματισμό αυτών των ιδεατών δομών. Για τον κονστρουκτιβισμό, οι υλικοί πόροι είναι ενσωματωμένοι σε συγκεκριμένες δομές κοινωνικής γνώσης και πρόσληψης, οι οποίες ορίζουν το νόημα που αποδίδεται σε αυτούς.[4]

Στην προσπάθειά τους να ερμηνεύσουν την ανάδυση της ΕΠΑΑ, οι κονστρουκτιβιστές εστιάζουν στην κοινωνικοποίηση, ως μια «διαδικασία μέσω της οποίας δι-υποκειμενικά μοιρασμένες κατανοήσεις της πολιτικής συνεργασίας παρέχουν κώδικες που δύνανται να χρησιμοποιηθούν από διπλωμάτες όταν αυτοί διεξάγουν εξωτερική πολιτική».[5] Με άλλα λόγια, οι ομοιότητες στις προσλήψεις και στους σκοπούς ασφαλείας παράγονται από τη συνεχή και καθημερινή αλληλεπίδραση σε ιδεατό και ρητορικό επίπεδο. Μέσω αυτής της διαδικασίας, οι Ευρωπαϊκοί δρώντες ασφαλείας έχουν δημιουργήσει ένα σετ προσμονών που περιλαμβάνουν κοινές δράσεις και συμφέροντα, βασισμένα σε κοινές αντιλήψεις και κατανοήσεις.[6] Επίσης, οι κονστρουκτιβιστικές ερμηνείες δίνουν έμφαση στην έννοια του λόγου, ο οποίος συχνά εξομοιώνεται με τη γλώσσα. Η κύρια σημασία του έγκειται στη συμβολή του στη δημιουργία ταυτοτήτων. Στο πλαίσιο της ΕΠΑΑ, ιδιαίτερα δημοφιλής είναι ο ισχυρισμός ότι ο λόγος συνέβαλλε τα μέγιστα στο μετασχηματισμό των ταυτοτήτων σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής των κρατών-μελών. Σύμφωνα με τον Λάρσεν, «οι λόγοι κατασκευάζουν ταυτότητες και υποκείμενα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο».[7] Συνεπώς, δεν είναι παράδοξο ότι αποδίδει την έναρξη της διαδικασίας στρατιωτικοποίησης της ΕΕ στην κυριαρχία ενός συγκεκριμένου λόγου.

Η κονστρουκτιβιστική προσέγγιση σε ζητήματα ευρωπαϊκής ασφάλειας καταλήγει να είναι περιγραφική και ταυτολογική. Ο κονστρουκτιβισμός υποθέτει ότι ένας φορέας κατασκευάζει την ταυτότητά του μέσω του λόγου και της διάδρασης, και τα συμφέροντά του μέσω της ταυτότητας. Σε τελευταία ανάλυση, δηλαδή, ο λόγος παράγει συμφέροντα. Εάν ισχύει κάτι τέτοιο, τι παράγει αρχικά τον λόγο και τη διάδραση, εάν και οι ταυτότητες, και τα συμφέροντα είναι παράγωγα του λόγου; Η μόνη αληθοφανής απάντηση θα ήταν ότι συγκεκριμένες αυτό-προσλήψεις της ταυτότητας ή συνειδητές επιδιώξεις ηγεμονικών πολιτικο-οικονομικών συμφερόντων αποτελούν τις βασικές γεννήτριες παραγωγής λόγου. Και οι δύο πιθανές απαντήσεις, όμως, οδηγούν στην ταυτολογία, καθώς ο λόγος καταλήγει να είναι η αιτία και το αποτέλεσμα των δύο άλλων παραγόντων. Ο μόνος τρόπος να αποφευχθεί η ταυτολογία είναι να αποφευχθεί και η ερμηνεία του τι παράγει τον κυρίαρχο λόγο και την κυρίαρχη ιδεολογία καταρχήν, και αυτό ακριβώς κάνει ο κονστρουκτιβισμός. Ένας τρόπος ανάλυσης όπου το εξηγητέο συνιστά ταυτόχρονα και το εξηγούν είναι προφανώς προβληματικός. Με άλλα λόγια, οι κονστρουκτιβιστές μπορούν να γίνουν αποδέκτες της ίδιας κριτικής που ο Μαρξ εξαπέλυσε στους Χεγκελιανούς ιδεαλιστές το 1845, οι οποίοι «αποσπούν τις ιδέες της άρχουσας τάξης από την ίδια την άρχουσα τάξη και τους αποδίδουν μια ανεξάρτητη ύπαρξη(…)χωρίς να νοιάζονται(…)για τις συνθήκες παραγωγής και τους παραγωγούς αυτών των ιδεών».[8]

Στις ευρωπαϊκές σπουδές, η αφετηρία μιας αντίστοιχης κριτικής στον κονστρουκτιβισμό, σε συνομιλία μαζί του, βρίσκεται στο ρεύμα του νεο-Γραμσιανισμού, της μόνης εκδοχής της μαρξιστικής θεωρίας με μια ανερχόμενη παρουσία στον τομέα της διεθνούς και ευρωπαϊκής πολιτικής. Πυρήνας του είναι η έννοια των κοινωνικών δυνάμεων, δηλαδή τάξεων ή ταξικών μερίδων διαμορφωμένων στη διαδικασία της κοινωνικής παραγωγής, οι οποίες φέρουν συγκεκριμένα συμφέροντα.[9] Η έννοια του ιστορικού μπλοκ είναι κεντρική στο νέο-Γκραμσιανό πλαίσιο. Στην απλούστερη μορφή του, ένα ιστορικό μπλοκ μπορεί να οριστεί ως μια «συμμαχία τάξεων ή ταξικών μερίδων, η οποία επιχειρεί να εγκαθιδρύσει μια συγκεκριμένη μορφή κράτους και / ή παγκόσμιας τάξης πραγμάτων».[10] Σύμφωνα με τον Γκράμσι, ένα ιστορικό μπλοκ ενσωματώνει τόσο υλικά όσο και ιδεολογικά στοιχεία: «δομές και εποικοδομήματα σχηματίζουν ένα ιστορικό μπλοκ».[11] Συμπεριλαμβάνοντας το στοιχείο της ιδεολογίας μέσα στο ιστορικό μπλοκ, ο νέο-Γκραμσιανισμός αποφεύγει την κατηγορία του οικονομικού αναγωγισμού, ενώ υποστηρίζοντας τη διαλεκτική σύνδεση του εποικοδομήματος από τη βάση αποφεύγει την κατηγορία του πλουραλισμού. Ένα ιστορικό μπλοκ μπορεί να είναι και δι-εθνικό ως προς τη σύσταση και λειτουργία του. Άρα, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η ανάδυση μιας νέας στρατιωτικο-βιομηχανικής τάξης πραγμάτων στο επίπεδο της ΕΕ ανταποκρίνεται στην κυριαρχία ενός δι-εθνικού ιστορικού μπλοκ, στον πυρήνα του οποίου βρίσκεται το διεθνοποιημένο στρατιωτικο-βιομηχανικό κεφάλαιο. Η έννοια του ιστορικού μπλοκ είναι αλληλένδετη με τον άλλο εννοιολογικό κρίκο του νέο-Γκραμσιανισμού, την ηγεμονία, η οποία βασίζεται σε υλικές, θεσμικούς και ιδεολογικούς άξονες και υποδηλώνει έναν τύπο εξουσίας που βασίζεται τόσο στην επιβολή όσο και στη συναίνεση, και υπηρετεί τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης μέσω της φαινομενικής υπέρβασής τους με αιτιάσεις παγκοσμιότητας και κοινού νου.[12] Η ηγεμονία μιας κοινωνικής τάξης είναι η βάση και η προϋπόθεση της εγκαθίδρυσης ενός ιστορικού μπλοκ. Όμως, η εξουσία του ιστορικού μπλοκ δεν εδραιώνεται μόνο στο υλικό επίπεδο. Οι ιδεατοί και θεσμικοί παράγοντες είναι επίσης σημαντικοί για τη διατήρηση αυτής της εξουσίας. Ο Μπαστιάν Φαν Άπελντοορν συμπεραίνει ορθά ότι υπάρχει μια στέρεα διασύνδεση ανάμεσα στις ιδέες και τις κοινωνικές δυνάμεις ορισμένες ταξικά, καθώς οι ιδέες παράγονται σε ένα δεδομένο πλαίσιο κοινωνικών σχέσεων εξουσίας και αντανακλούν τις προτιμήσεις και τις πρακτικές αυτών των δυνάμεων.[13]

Στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής εξοπλιστικής συνεργασίας, μια ιστορικο-υλιστική προσέγγιση εστιάζει στους τρόπους με τους οποίους η ηγεμονική ταξική δύναμη – στην περίπτωσή μας το διεθνοποιημένο στρατιωτικο-βιομηχανικό κεφάλαιο – κινητοποιεί όλους τους διαθέσιμους ιδεατούς πόρους και παράγει ιδεολογία ώστε να εξασφαλίσει τη δημόσια νομιμοποίηση και καλύτερους όρους υλοποίησης ενός συγκεκριμένου πολιτικού προγράμματος, από κοινού με το πολιτικο-στρατιωτικό προσωπικό της ΕΕ. Το έργο των ειδικών, των διανοουμένων και των δεξαμενών σκέψης είναι κεντρικής σημασίας σε ένα θεωρητικό πλαίσιο που τονίζει τις πολλαπλές χρήσεις της κυρίαρχης ιδεολογίας για τη διασπορά και τη διατήρηση των ηγεμονικών ισχυρισμών και συμφερόντων του κυρίαρχου ιστορικού μπλοκ. Το πρωταρχικό συμφέρον στο στρατιωτικο-βιομηχανικό χώρο είναι η συντήρηση της κερδοφορίας (σε συνθήκες πτώσης του μέσου ποσοστού του κέρδους) και της ανταγωνιστικότητας μέσω μιας εκτεταμένης στρατιωτικοποίησης της ΕΕ.[14] Η ακόλουθη ενότητα φωτίζει τις αλληλένδετες διαστάσεις της αναπαραγωγής και της χειραγώγησης των μηνυμάτων της Στρατηγικής για την προώθηση και νομιμοποίηση μιας εξοπλιστικής πολιτικής για την ΕΕ.

Από τις απειλές στα κέρδη: η Στρατηγική ως ταξικό πολιτικό εργαλείο

Γραμμένη από τον Ρόμπερτ Κούπερ, Γενικό Διευθυντή πολιτικο-στρατιωτικών υποθέσεων του Συμβουλίου, και υιοθετημένη από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Δεκέμβριο του 2003, η Στρατηγική υπήρξε η πρώτη χειροπιαστή σύνοψη των προτεραιοτήτων και των ανησυχιών της ΕΕ στον τομέα της ασφάλειας. Αφού εντοπίσει πέντε κύριες απειλές στην ασφάλεια της ΕΕ – τρομοκρατία, διάδοση όπλων μαζικής καταστροφής, περιφερειακές απειλές, αποτυχημένα κράτη και οργανωμένο έγκλημα-, η ΕΣΑ συστήνει μια πιο ενεργή πολιτική, οικονομική και στρατιωτική εμπλοκή με τις πιθανές γεωγραφικές πηγές αυτών των απειλών, καλώντας σε προβολή ισχύος κάτω από τη σημαία της προληπτικής εμπλοκής.[15] Χρησιμοποιώντας ως προμετωπίδα την αποτελεσματική πολυμέρεια, η ΕΣΑ νομιμοποίησε την προληπτική δράση ως εργαλείο εξωτερικής παρέμβασης της ΕΕ.[16] Η δυνατότητα διεξαγωγής επεμβάσεων με στενό χρονικό ορίζοντα και ευρείες δυνάμεις είναι ένα εγγενές στοιχείο της στρατηγικής κουλτούρας που εγγράφεται στην ΕΠΑΑ, καθώς η χρήση στρατιωτικών εργαλείων προβάλλεται ως λύση για την επαναφορά της τάξης σε αποτυχημένα κράτη.[17] Στο πλαίσιο της ΕΣΑ, η προβολή ισχύος και η στρατιωτικοποίηση είναι δύο αλληλοτροφοδοτούμενες τάσεις. Η Στρατηγική αποτέλεσε αντανάκλαση αυτής της τάσης, ισχυριζόμενη ότι «για να μετασχηματίσουμε τις ένοπλες δυνάμεις μας ώστε να γίνουν πιο ευέλικτες και ευκίνητες, και για να τους επιτρέψουμε να αντιμετωπίσουν τις νέες απειλές, απαιτούνται περισσότεροι πόροι για την άμυνα και πιο αποτελεσματική χρήση αυτών των πόρων».[18] Η έμφαση στην ανάπτυξη στρατιωτικών δυνατοτήτων είναι η άμεση συνέπεια της ΕΣΑ για την πολιτική άμυνας της ΕΕ.[19] Ορισμένες δεξαμενές σκέψης προχώρησαν ακόμα και σε προτάσεις ορισμού κριτηρίων για τις στρατιωτικές δαπάνες: «η υλοποίηση των αποστολών τύπου ΕΣΑ προϋποθέτει ότι κάθε κράτος-μέλος της ΕΕ θα δαπανά τουλάχιστον 2% του ΑΕΠ για την άμυνα».[20] Για όλους αυτούς τους λόγους, η ευρωπαϊκή βιομηχανία όπλων καλωσόρισε τη δημοσίευση της ΕΣΑ και έσπευσε να τη συμπεριλάβει σε κείμενά της.[21]

Η ΕΣΑ είναι απαραίτητη για τη ρητορική κατασκευή της αναγκαιότητας προώθησης μιας στρατιωτικο-βιομηχανικής πολιτικής, σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Πλήθος επίσημων εγγράφων προερχόμενων από την Ευρ. Επιτροπή, το Ευρ. Κοινοβούλιο και τον Ευρωπαϊκό Αμυντικό Οργανισμό (ΕΑΟ) αναπαράγουν τις απειλές στην ευρωπαϊκή ασφάλεια και τις ανάγκες που προκύπτουν από αυτές τις απειλές, όπως ορίζονται από την ΕΣΑ.[22]Η Στρατηγική έχει αναχθεί σε ισχυρότατο όπλο στα χέρια εκείνων των δυνάμεων που προσδοκούν μια μεγαλύτερη εμπλοκή της ΕΕ στα στρατιωτικά ζητήματα. Συγκεκριμένα, η ΕΣΑ: α) αντιπροσωπεύει την πρώτη συνεκτική και ξεκάθαρη άρθρωση των προσλήψεων ασφάλειας ολόκληρης της ΕΕ, β) ενέχει ένα στοιχείο επείγοντος, αφού οι πανταχού παρούσες απειλές είναι έτοιμες να υποσκάψουν ανά πάσα στιγμή την ασφάλεια της ΕΕ και των πολιτών της, γ) διευρύνει τις αποστολές, τα καθήκοντα και τον γενικό προσανατολισμό της ΕΠΑΑ προς την προβολή ισχύος, και δ) προσφέρει νομιμοποίηση και ένα τεχνοκρατικό «άρωμα» κοινού νου σε πρακτικές που είναι βαθύτατα πολιτικοποιημένες και μπορούν εν δυνάμει να γεννήσουν αρνητικές λαϊκές αντιδράσεις. Αυτά τα τέσσερα στοιχεία, η αντιπροσωπευτικότητα όλης της ΕΕ, η κατάσταση έκτακτης ανάγκης, η διεύρυνση του προσανατολισμού, και το τεχνοκρατικό πέπλο, κινητοποιήθηκαν για να ανοίξει ο δρόμος σε αποφάσεις της ΕΕ που στοχεύουν στην προώθηση της ανταγωνιστικότητας και κερδοφορίας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας όπλων. Η διατήρηση της κερδοφορίας απαιτεί επιπλέον πόρους για στρατιωτικές δαπάνες και αυτοί οι πόροι, όπως επισημαίνει εμφατικά μια έκθεση του RAND, «μπορεί να δικαιολογηθούν μέσω μιας επαναξιολόγησης μιας νέας σειράς απειλών ασφαλείας και απροόπτων όχι μόνο στα Βαλκάνια, αλλά και σε περιοχές που ενδιαφέρουν την ΕΕ και βρίσκονται γεωγραφικά μακριά από την Ευρώπη».[23] Η Στρατηγική όχι μόνο κωδικοποίησε αυτές τις νέες απειλές, αλλά και όρισε ότι τα στρατιωτικά μέτρα εναντίον τους πρέπει να διατηρούν μια διευρυμένη γεωγραφική ακτίνα δράσης.

Ο ορισμός κοινών απειλών που πέτυχε η ΕΣΑ συνιστά προϋπόθεση για τον ορισμό κοινών προδιαγραφών για τις ξεχωριστές εθνικές στρατιωτικές δυνάμεις και τα οπλικά τους συστήματα. Η εναρμόνιση των προδιαγραφών ανάμεσα σε μερικές πολύ ετερογενείς εθνικές αγορές στρατιωτικού εξοπλισμού είναι κλειδί για την επιβίωση της βιομηχανίας όπλων σε ένα ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον. Αυτή η εναρμόνιση προκύπτει μόνο μέσα από μια προηγούμενη συμφωνία γύρω από τη φύση των απειλών και τα μέσα αντιμετώπισής τους. Η ΕΣΑ παρέχει και τα δύο: οι απειλές ταυτοποιήθηκαν και αποτιμήθηκαν, και τα μέσα πολιτικής και στρατιωτικήςαντιμετώπισής τους συζητήθηκαν σε ένα πρώτο επίπεδο. Η ανάγκη αυτή είχε προταθεί από την ίδια τη βιομηχανία: «υπάρχει ανάγκη συμφωνίας στις απειλές, τις αποστολές και τις απαιτούμενες δυνατότητες πρώτα, η οποία θα επιτρέψει τη σύγκλιση στις λειτουργικές απαιτήσεις για συγκεκριμένες εφαρμογές».[24] Χωρίς αμφιβολία, ο δρόμος είναι ακόμα μακρύς μέχρι τα κράτη-μέλη να επιτύχουν κοινή αντιμετώπιση των αναγκών τους για στρατιωτικές δυνατότητες στην πράξη. Η ΕΣΑ υπήρξε ένα πρώτο βήμα που σηματοδότησε τόσο την σταδιακή αλλαγή των στάσεων και αντιλήψεων στο πολιτικο-στρατιωτικό προσωπικό της ΕΕ και των κρατών-μελών, όσο και την υιοθέτηση της ανάγκης της βιομηχανίας για κοινές αποτιμήσεις απειλών που οδηγούν στον εναρμονισμό και την τυποποίηση των τεχνικών απαιτήσεων.

Η ΕΣΑ και το ιδεολογικό της μήνυμα έχουν χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα από δρώντες της ΕΕ για την προώθηση μιας πολιτικής εξοπλισμών υπέρ της βιομηχανίας όπλων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ο Σβεν Μπίσκοπ διακρίνει σε αυτές τις προσπάθειες μια τάση «έξυπνης, τακτικής χρήσης της ΕΣΑ» από θεσμούς της ΕΕ και κράτη-μέλη εξίσου.[25] Η λίστα είναι πραγματικά εντυπωσιακή, τόσο σε σχέση με το μέγεθός της, όσο και σε  σχέση με το βάθος των αιτημάτων που προτάσσονται και νομιμοποιούνται μέσω της Στρατηγικής.

Το 2005, η Έκθεση της Ομάδας Ειδικών για το Διάστημα και την Ασφάλεια, την οποία συνέστησε η Ευρ. Επιτροπή, βασίστηκε εξ’ ολοκλήρου στην ΕΣΑ για την αποτίμηση των απειλών και την υποτιθέμενη ανάγκη άμεσης ανάληψης πρωτοβουλιών για την ενίσχυση των διαστημικών δυνατοτήτων της Ένωσης.[26] Οι συστάσεις της Έκθεσης περιελάμβαναν την εγκαθίδρυση ενός φόρουμ βιομηχάνων και τελικών χρηστών και τη διασύνδεση των δραστηριοτήτων αυτού του φόρουμ με τον ΕΑΟ, ενώ επεκτείνονταν στην προώθηση της συνεργασίας σε επίπεδο ΕΕ για δραστηριότητες όπως η προστασία των κριτικών υποδομών, η διαλειτουργικότητα των υπάρχοντων συστημάτων, η συνοριακή προστασία και η παρακολούθηση της Γης από το διάστημα.[27] Το κύριο μοτίβο της Έκθεσης, βασισμένο στις προτάσεις της ΕΣΑ, ήταν η ανάπτυξη δυνατοτήτων, με επίκληση της ανάγκης ενίσχυσης της χρηματοδότησης για την ανάπτυξη των εφαρμογών ασφαλείας της διαστημικής τεχνολογίας. Η ρητορική της ΕΣΑ υιοθετήθηκε άκριτα από την Ομάδα Ειδικών: «Ενεργητικής πολιτικές είναι αναγκαίες για να αντισταθμίσουν δυναμικές απειλές, με την ικανότητα προληπτικής εμπλοκής».[28]Και η βιομηχανία έσπευσε να ακολουθήσει το βηματισμό των ειδικών της Επιτροπής: «Το διάστημα (τηλεπικοινωνίες, πλοήγηση, και αναγνωριστικοί δορυφόροι) είναι απαραίτητο για να επιτευχθούν οι κύριοι στόχοι ασφάλειας που βρίσκονται διατυπωμένοι στη Στρατηγική Ασφάλειας της ΕΕ».[29]

Μια όμοια χειραγώγηση των μηνυμάτων της ΕΣΑ είναι εμφανής στην Έκθεση της Ομάδας Προσωπικοτήτων στο πεδίο της Έρευνας Ασφάλειας που οργανώθηκε με πρωτοβουλία της Ευρ. Επιτροπής και δημοσιεύτηκε το 2004. Ξανά, αναπαράχθηκαν οι πέντε απειλές, μαζί με το συμπέρασμα ότι «εφόσον οι τωρινές απειλές αγνοούν τα εθνικά σύνορα και μπορούν να πλήξουν τα Ευρωπαϊκά συμφέροντα κατ’ οίκον και στο εξωτερικό, η διάκριση ανάμεσα σε εξωτερική και εσωτερική ασφάλεια γίνεται ολοένα και περισσότερο μη ευκρινής».[30] Αντλώντας από την ιδεολογική ασπίδα της ΕΣΑ, οι προτάσεις της Ομάδας Προσωπικοτήτων ήταν ιδιαίτερα φιλόδοξες και περιελάμβαναν τη θέσπιση ενός προϋπολογισμού 1 δισεκατομμυρίου Ευρώ ετησίως και την εγκαθίδρυση μιας Συμβουλευτικής Επιτροπής για την Έρευνα Ασφάλειας με τη συμμετοχή των Ευρωπαίων κατασκευαστών όπλων, για τον καθορισμό μιας στρατηγικής ατζέντας έρευνας για την ασφάλεια στο μέλλον.[31] Αυτές οι προσπάθειες ευοδώθηκαν τελικά με τη συμπερίληψη της έρευνας ασφάλειας στο 7οΠρόγραμμα Πλαίσιο, με χρονικό ορίζοντα την περίοδο 2007-2013.

Ο ΕΑΟ, το βασικό κανάλι προώθησης μιας πολιτικής εξοπλισμών της Ε.Ε., και ο πρώην Γενικός Διευθυντής του Νικ Γουίτνεϊ, υπήρξαν πρωτοπόροι στη χρήση της ΕΣΑ ως ένα ρητορικό εργαλείο. Παρατηρήστε τα ακόλουθα αποσπάσματα:

Ήδη έχουμε μια Ευρωπαϊκή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας, και μια Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας, η οποία ορίζει ξεκάθαρα το νόημα και το σκοπό της ΕΠΑΑ. Ο ΕΑΟ υπάρχει ώστε να επιτρέψει στην Ευρώπη να πράξει εκείνα τα πράγματα που ορίζονται στη Στρατηγική Ασφάλειας. Αλλά η Στρατηγική Ασφάλειας καταδεικνύει ότι, εάν η Ευρώπη πρόκειται να αναλάβει το δικό της μερίδιο της παγκόσμιας ευθύνης για την ασφάλεια, θα χρειαστεί τα εργαλεία για τη δουλειά.[32]

Ο ΕΑΟ είναι ένα παιδί της ΕΠΑΑ (…) Έχουμε αναλάβει, αν θέλετε, να εργαστούμε ώστε να εξασφαλίσουμε τη διαθεσιμότητα των εργαλείων που απαιτούνται για να φέρουμε σε πέρας την αποστολή μας – την αποστολή που περιγράφεται στην Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας.[33]

Η σωστή αφετηρία για να αρχίσουμε είναι αυτό το έγγραφο – η Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας (…). Αν δεν το έχετε ήδη διαβάσει, σας το συστήνω. (…) Λοιπόν, μια ισχυρή αμυντική βιομηχανία και μια ισχυρή τεχνολογική βάση στην Ευρώπη δεν συνιστούν μόνο έναν βασικό παράγοντα της Ευρωπαϊκής οικονομίας – είναι επίσης και ένα απαραίτητο στήριγμα της ικανότητας της Ευρώπης να δρα αποτελεσματικά σε παγκόσμιο επίπεδο, και να περιφρουρεί την προστασία και την ασφάλεια των πολιτών μας.[34]

Καταρχήν, είναι ξεκάθαρο πολιτικό και οικονομικό γεγονός ότι η ύπαρξη υγιών αμυντικών βιομηχανιών σε όλη την Ευρώπη συνιστά ένα βασικό στήριγμα της επιθυμίας της Ευρώπης να επενδύσει σε, και να χρησιμοποιήσει, αποτελεσματικές ένοπλες δυνάμεις. Η άμυνα έχει σημασία, – και έχει σημασία για εσωτερικούς, ενδογενείς λόγους καθώς και για τους λόγους που παρουσιάζονται τόσο καλά στην Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας.[35]

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι ομάδες ειδικών επί των εξοπλιστικών ζητημάτων που έχει συστήσει (οι οποίες αποτελούνται κυρίως από εκπροσώπους της βιομηχανίας όπλων) υπήρξαν εξίσου ενθουσιώδεις στη χρήση της ΕΣΑ για να υπενθυμίσουν στο κοινό τις απειλές και τους στόχους που ορίζονται εκεί.

Η ασφάλεια στην Ευρώπη είναι προϋπόθεση της ευημερίας και της ασφάλειας. Η Στρατηγική Ασφάλειας ‘Μια ασφαλής Ευρώπη σε έναν καλύτερο κόσμο’ που υιοθετήθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υποδεικνύει την ανάγκη για μια περιεκτική στρατηγική ασφάλειας η οποία θα ενσωματώνει τόσο πολιτικά όσο και αμυντικά μέτρα ασφάλειας.[36]

Από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η απειλή μιας ευρείας κλίμακας στρατιωτικής επίθεσης έχει υποχωρήσει και αντικατασταθεί από νέες απειλές, διακινδυνεύσεις και τρωτότητες. Όλες αυτές παρουσιάστηκαν στην Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφάλειας (…) και περιλαμβάνουν το οργανωμένο έγκλημα, την τρομοκρατία, την κατάρρευση του κράτους, τις περιφερειακές συγκρούσεις και τη διάδοση των όπλων μαζικής καταστροφής.[37]

Η θεωρητική σύζευξη της εσωτερικής και της εξωτερικής ασφάλειας συμπληρώνει τον προσανατολισμό προς την εξωτερική επέμβαση. Η ΕΣΑ αντιπροσωπεύει αυτόν το μετασχηματισμό σε επίπεδο λόγου, καθώς όλες οι απειλές που αναφέρονται εκεί εμπεριέχουν – σε διαφορετικό βαθμό η κάθε μία – μια εσωτερική και μια εξωτερική διάσταση, σύμφωνα και με την ίδια τη Στρατηγική. Η ΕΣΑ υπήρξε η πρώτη συντεταγμένη καταγραφή του προσανατολισμού της ΕΠΑΑ, εισάγοντας την τελευταία και επίσημα στο πεδίο της εσωτερικής ασφάλειας. Το γεγονός αυτό έχει τεράστιες συνέπειες, όχι μόνο για το πολιτικό σύστημα της ΕΕ και την επιχειρούμενη σύζευξη πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας, αλλά και για την πολιτική εξοπλισμών της ΕΕ και την ενδυνάμωση της στρατιωτικής έρευνας με ‘πολιτικές’ πηγές χρηματοδότησης.

Αυτή η σύζευξη είναι σημαντική επειδή λαμβάνει χώρα στο επίπεδο της ΕΕ, είναι μέρος μιας πολιτικής που επιδιώκει ανοιχτά τη χρήση στρατιωτικών μέσων για την υλοποίηση των στόχων της, και έχει χειραγωγηθεί από το πολιτικό-στρατιωτικό προσωπικό της ΕΕ για την προώθηση της στρατιωτικοποίησης της ασφάλειας και τη διεύρυνση των στοιχείων που εμπίπτουν στα πεδία της ασφάλειας και της άμυνας. Το ζήτημα δεν είναι αν έχουν συγχωνευθεί η εσωτερική και η εξωτερική ασφάλεια∙ η ασφάλεια του κεφαλαίου απαιτούσε πάντα την κινητοποίηση και των δύο πεδίων υπέρ της. Το ζήτημα είναι μάλλον πώς αυτή η συγχώνευση αντικειμενικοποιείται, από-πολιτικοποιείται, και χρησιμοποιείται για την προώθηση νέων μέτρων που επεκτείνουν την πολιτικο-οικονομική εξουσία της στρατιωτικο-βιομηχανικής μερίδας του υπερεθνικού κεφαλαίου, και των εθνικών, δι-εθνικών και υπερεθνικών θεσμικών δομών κυριαρχίας του, μέσω αυξημένης επιτήρησης, ελέγχου και καταναγκασμού. Η  σύζευξη των εσωτερικών και εξωτερικών πτυχών της ασφάλειας μέσω της ΕΠΑΑ επέτρεψε τη νομιμοποίηση πρωτοβουλιών όπως το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Έρευνας για την Ασφάλεια, η ουσία του οποίου είναι η χρηματοδότηση της βιομηχανίας όπλων με τη μορφή επιδοτήσεων από την ΕΕ. Η Ευρ. Επιτροπή απέδωσε την αναγκαιότητά του στο γεγονός ότι «η τρομοκρατία έχει οδηγήσει σε ένα ξεθώριασμα των διαχωριστικών γραμμών ανάμεσα στην εσωτερική (προσανατολισμένη προς την αστυνομία) και την εξωτερική (στρατιωτική) ασφάλεια».[38]

Οι ιδέες έχουν πράγματι προωθήσει την ανάδυση μιας Ευρωπαϊκής στρατιωτικο-βιομηχανικής πολιτικής. Ιδιαίτερα, η νεοφιλελεύθερη έμφαση στην ανταγωνιστικότητα και η υποτιθέμενη ανάγκη ανάπτυξης στρατιωτικών δυνατοτήτων έχουν παράσχει σημαντική υποστήριξη και νομιμοποίηση σε αυτή την πολιτική. Η ανάγκη ανάπτυξής της κατασκευάστηκε επανειλημμένα από τον επίσημα διατυπωμένο λόγο των αρμόδιων θεσμών, υπηρετώντας όμως συγκεκριμένες υλικές αναγκαιότητες. Με άλλα λόγια, οι ιδεατοί/ρητορικοί παράγοντες συνέβαλλαν στην αλλαγή της ευρωπαϊκής εξοπλιστικής πολιτικής, όντας όμως ταυτόχρονα συνέπειες βαθύτερων κοινωνικο-οικονομικών μεταβολών. Η σύνθετη και αντιφατική διαδικασία διαμόρφωσης μιας στρατιωτικο-βιομηχανικής πολιτικής σε επίπεδο ΕΕ είχε και έχει υλικές ρίζες, και συγκεκριμένα στη διεθνοποίηση της Ευρωπαϊκής βιομηχανίας όπλων στη δεκαετία του 1990.[39] Οι ιδέες που συνηγορούν στην προώθηση αυτής της πολιτικής υπήρξαν επιτυχημένες μόνο εξαιτίας των δομικών μεταβολών στο πεδίο της παραγωγής που επέτρεψαν τη θεσμοποιημένη άρθρωση και υλοποίηση αυτών των ιδεών.

Ένα κύμα εξαγορών και συγχωνεύσεων κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90 οδήγησε στη διεθνή συγκέντρωση και συγκεντροποίηση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας όπλων. Διεθνοποιημένοι γίγαντες όπως η EADS, η Thales, η Finmeccanica και η BAE Systems υπήρξαν οι πυρήνες ενός υπερεθνικού ιστορικού μπλοκ, του οποίου η εξουσία προωθήθηκε όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο, αλλά και σε επίπεδο ΕΕ. Η ενοποίηση της πολιτικής παρουσίας της βιομηχανίας όπλων κάτω από την Ένωση Ευρωπαϊκών Αεροδιαστημικών και Αμυντικών Βιομηχανιών (ASD) σφράγισε τη δράση αυτού του μπλοκ μέσα στα όργανα της ΕΕ και οδήγησε σε μια ραγδαία τάση στρατιωτικοποίησης της Ένωσης. Αυτή η τάση δεν τροφοδοτήθηκε μόνο από τις βιομηχανίες όπλων, αλλά και από τον ευρύτερο, ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του ευρωπαϊκού κοινωνικού σχηματισμού.[40] Κορυφαία στιγμή αυτής της τάσης είναι η ίδρυση του ΕΑΟ το 2004, του πρώτου πανευρωπαϊκού θεσμού για τη διευθέτηση των στρατιωτικο-βιομηχανικών θεμάτων, και η πρωτοφανής μίξη στρατιωτικής και πολιτικής έρευνας υπό την αιγίδα της Ευρ. Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Έρευνας Ασφαλείας.[41]

Η ύπαρξη και ανάπτυξη μιας κοινής πολιτικής άμυνας και ασφάλειας, και η παραγωγή ενός κοινού κειμένου όπως η ΕΣΑ έδωσε στην ευρωπαϊκή βιομηχανία όπλων και τους πολιτικούς της εκπροσώπους το κατάλληλο ιδεολογικό και αξιακό πλαίσιο για την προώθηση των σχεδίων τους. Αυτό το πλαίσιο, όμως, δεν γεννήθηκε αυτόματα, αλλά αποτέλεσε προϊόν μιας οξύτατης ιδεολογικής επίθεσης μέσα από δεξαμενές σκέψεις, ινστιτούτα διεθνών σχέσεων, συλλογικούς και ατομικούς οργανικούς διανοούμενους μιας διεθνοποιημένης αστικής τάξης σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ΕΕ υπήρξε ενεργός μέτοχος σε αυτή την ιδεολογική μάχη, μέσω του Ινστιτούτου Σπουδών Ασφαλείας στο Παρίσι, αλλά και μέσω δεκάδων εκθέσεων που χρηματοδότησε η Ευρ. Επιτροπή για να καταδείξει την υποτιθέμενη τεχνική αναγκαιότητα προώθησης μεταρρυθμίσεων υπέρ της βιομηχανίας όπλων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Σε αυτές τις εξελίξεις, η Αριστερά δεν κατάφερε ούτε να αρθρώσει έναν εναλλακτικό λόγο, ούτε να αμφισβητήσει τη στρατιωτικοποίηση στην πράξη. Αντίθετα, κάποια κομμάτια της Αριστεράς υποστήριξαν τη στρατιωτικοποίηση στο όνομα ενός δήθεν αριστερού ευρωπαϊσμού και του αστικού ιδεώδους της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης σε συνθήκες καπιταλιστικής διεθνοποίησης. Συνέπεια και αυτής της στάσης είναι η τωρινή κατάσταση, όπου το πολιτικό πρόγραμμα του στρατιωτικο-βιομηχανικού ιστορικού μπλοκ αποτελεί κοινό νου στην ΕΕ και στα κράτη-μέλη.

Συμπέρασμα

Το βασικό επιχείρημα που τέθηκε από το παρόν άρθρο είναι ότι η κονστρουκτιβιστική καμπή στις σπουδές ευρωπαϊκής ασφάλειας δεν παρέχει ικανοποιητική απάντηση στο πρόβλημα της σχέσης των ιδεών με τα υλικά συμφέροντα. Η εμπειρική ανάλυση καταδεικνύει ότι οι ιδεατοί παράγοντες δεν μπορούν να απομονωθούν από τα κυρίαρχα κοινωνικο-οικονομικά συμφέροντα. Η αναπαραγωγή των ιδεών και των διαδικασιών που επιτρέπουν την κυριαρχία ενός πακέτου ιδεών έναντι ενός άλλου στις θεωρήσεις της ευρωπαϊκής ασφάλειας συνδέονται στενότατα με την υπερεθνική πολιτικο-οικονομική εξουσία εντός της ΕΕ. Ενδεικτική αυτής της σύνδεσης είναι η χρήση της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής Ασφαλείας από την ευρωπαϊκή βιομηχανία όπλων και τους θεσμικούς της συμμάχους σε επίπεδο ΕΕ για τη νομιμοποίηση μιας διαδικασίας στρατιωτικοποίησης της Ευρώπης. Υποκρύπτοντας την πρωταρχική ισχύ των καπιταλιστικών συμφερόντων και της δικής τους λειτουργίας αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας, ο κονστρουκτιβισμός απλά συμβάλλει στη νομιμοποίηση αυτών των συμφερόντων και στην από-πολιτικοποίηση της κυριαρχίας τους.

Αντίθετα, ο ιστορικός υλισμός ως εργαλείο ανάλυσης της πραγματικότητας καθίσταται επίκαιρος, θέτοντας τον άξονα συμφέροντα – ιδέες πάνω στα πόδια του. Η διατύπωση των Μαρξ και Έγκελς από τη Γερμανική Ιδεολογία παραμένει επίκαιρη:

Οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης είναι σε κάθε εποχή οι κυρίαρχες ιδέες, δηλαδή η τάξη που είναι η κυρίαρχη υλική δύναμη της κοινωνίας, είναι την ίδια στιγμή η κυρίαρχη διανοητική δύναμη. Η τάξη που έχει στην διάθεσή της τα μέσα της υλικής παραγωγής, έχει την ίδια στιγμή και τον έλεγχο των μέσω της πνευματικής παραγωγής, με συνέπεια, μιλώντας γενικά, οι ιδέες εκείνων που δεν κατέχουν τα μέσα της πνευματικής παραγωγής να υποτάσσονται σε αυτήν. Οι κυρίαρχες ιδέες δεν είναι τίποτε περισσότερο από την ιδεατή έκφραση των κυρίαρχων υλικών σχέσεων, που γίνονται αντιληπτές ως ιδέες.[42]

Στην περίπτωση της Στρατηγικής Ασφάλειας, μια ιστορικο-υλιστική προσέγγιση δείχνει ότι η ρητορική ασφάλειας της ΕΕ είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με τα στρατιωτικο-βιομηχανικά συμφέροντα και με τον ευρωπαϊκό καπιταλιστικό σχηματισμό. Οι ιδέες δεν δημιούργησαν τα ευρωπαϊκά στρατιωτικο-βιομηχανικά συμφέροντα, αλλά συνέβαλαν ώστε οι υποτιθέμενες ή υπαρκτές απειλές να μεταφράζονται σε, και να νομιμοποιούνται ως, καπιταλιστικά κέρδη.


Παραπομπές διαθέσιμες μόνο στην έντυπη έκδοση.