Pages

02 June 2009

Κρίση της ευρωπαϊκής ενοποίησης και μαρξιστική θεωρία





Κρίση της ευρωπαϊκής ενοποίησης και μαρξιστική θεωρία



των Κωνσταντίνου Φιλιππακόπουλου και Ηρακλή Οικονόμου

Δημοσιεύτηκε σε Monthly Review – Μηνιαία Επιθεώρηση, Νο. 54 (119), Ιούνιος 2009, σελ. 22-41.



Ι. Εισαγωγή

Δύο δεκαετίες περίπου μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η αρχική αισιοδοξία των κυρίαρχων κύκλων για την οικοδόμηση μιας ισχυρής, ενωμένης Ευρώπης έχει αντικατασταθεί από το φάντασμα της κρίσης της Ευρωπαϊκής ενοποίησης, που πλανιέται πάνω από το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.). Η κρίση αυτή είναι βαθιά και πολυποίκιλη, και το μέγεθος της δεν μπορεί να το αποκρύψει η αισιοδοξία των δηλώσεων των Ευρωπαίων αξιωματούχων που πλέον δεν πείθει κανέναν. Η απόρριψη της Συνθήκης της Λισσαβόνας από το Ιρλανδικό δημοψήφισμα ήρθε απλά να επιβεβαιώσει αυτό που η αποτυχία του σχεδίου ευρωπαϊκού συντάγματος είχε ήδη υπονοήσει: ότι η διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης έχει καθηλωθεί εν μέσω σημαντικών αντιθέσεων και αντιφάσεων. Η κυριότερη εξ αυτών είναι η συνύπαρξη των ενδο-καπιταλιστικών ανταγωνισμών και της εξουσίας του εθνικού κράτους σε συνθήκες οικονομικής διεθνοποίησης. Την ίδια στιγμή που οι αναγκαιότητες της καπιταλιστικής ανταγωνιστικότητας και κερδοφορίας ενθαρρύνουν το βάθεμα της τάσης δημιουργίας διευρυμένων υπερεθνικών αγορών με ενιαία χαρακτηριστικά λειτουργίας στις οποίες επιχειρείται να δοθεί η μορφή και το περιεχόμενο ενός ενιαίου υπερεθνικού κρατικού μορφώματος σε συνθήκες κατακόρυφης αύξησης συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου και συνύπαρξης με το εθνικό κράτος, αυτό το βάθεμα φαντάζει ολοένα και περισσότερο ως ένα αδύνατο ενδεχόμενο.[i]

Το παρόν άρθρο φιλοδοξεί να ερμηνεύσει αυτή την πρωταρχική αντίφαση της Ευρωπαϊκής ενοποίησης στρεφόμενο στην αλληλεπίδραση των παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής σε διεθνές επίπεδο. Συγκεκριμένα, ισχυριζόμαστε ότι η κρίση της Ε.Ε. είναι μια έκφραση της τάσης των σχέσεων παραγωγής να λειτουργούν ως εμπόδιο στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, διαστρεβλώνοντας την κατεύθυνση και ανάπτυξη των τελευταίων, τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά. Η συνεχιζόμενη κυριαρχία του εθνικού κράτους, βασικής έκφρασης των καπιταλιστικών ταξικών σχέσεων, τροφοδοτεί τις δυνάμεις που αντιμάχονται τις διαδικασίες υπερεθνικών ενοποιήσεων όπως η Ε.Ε.

ΙΙ. Η κρίση της ευρωπαϊκής ενοποίησης και οι ερμηνείες της

Η τρέχουσα κρίση της ευρωπαϊκής ενοποίησης εκφράζεται στο επίπεδο της πολιτικής ηγεσίας της Ε.Ε. με την απόπειρα μεταβολής του τρόπου λήψης των κρίσιμων αποφάσεων ενώ αντανακλάται στο επίπεδο των εργαζομένων με συμπτώματα όπως η απόρριψη του Ευρωσυντάγματος και της Συνθήκης της Λισσαβόνας. Ταυτόχρονα αγγίζει κοινωνικο-οικονομικές, θεσμικές και πολιτικο-στρατιωτικές πτυχές του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Ενδεικτικά, η μη εκπλήρωση των στόχων της Στρατηγικής της Λισσαβόνας, το σχίσμα ανάμεσα στην «Παλιά» και τη «Νέα» Ευρώπη με αφορμή τον πόλεμο στο Ιράκ, τα Γαλλο-Γερμανικά προβλήματα στη διαχείριση των συγχωνευμένων βιομηχανιών παραγωγής όπλων, η αδυναμία άρθρωσης μιας κοινής εξωτερικής πολιτικής έναντι της Ρωσίας, και οι Αγγλο-Γαλλικές διαφωνίες αναφορικά με τον προσανατολισμό του Ευρωπαϊκού Αμυντικού Οργανισμού καταδεικνύουν την κρίση στην απόπειρα δημιουργίας του υπερεθνικού κρατικού μορφώματος της Ε.Ε. Σε τελευταία ανάλυση, η κρίση εδράζεται στην πολιτική οικονομία της Ε.Ε. καθώς τα συνεχή θεσμικά προβλήματα στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση που απορρέουν από τους διακρατικούς ανταγωνισμούς, δηλαδή την επιμονή του εθνικού κράτους να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, παράγουν οικονομικά αποτελέσματα και συνδέονται άμεσα με την καπιταλιστική παραγωγή και αναπαραγωγή. Για παράδειγμα, η δημιουργία θεσμών και μηχανισμών για ενιαία εξωτερική και αμυντική πολιτική, όπως προέβλεπε η Συνθήκη της Λισσαβόνας, θα είχε θετικές συνέπειες για τη στήριξη του τραπεζικού, χρηματιστηριακού και στρατιωτικο-βιομηχανικού κεφαλαίου, οι οποίες τώρα παραπέμπονται για το μέλλον.

Μπορούμε να διακρίνουμε δύο βασικές σχολές ερμηνείας της κρίσης: την νεοφιλελεύθερη και τη σοσιαλφιλελεύθερη, η οποία εμπεριέχει και τη σύγχρονη σοσιαλδημοκρατική. Η πρώτη θεωρεί την κρίση ως ένα αποτέλεσμα φοβικών συνδρόμων και εθνοκεντρικών πρακτικών, που χαρακτηρίζουν κοινωνίες που πλήττονται από την παγκοσμιοποίηση. Ταυτόχρονα, εστιάζει στην αδυναμία του Ευρωπαϊκού πολιτικού προσωπικού να πείσει τους πολίτες για την αναγκαιότητα ολοκλήρωσης της διαδικασίας ενοποίησης, αδυναμία η οποία ερμηνεύεται ότι προέρχεται είτε από ανικανότητα, είτε από υπερβολική σιγουριά και αλαζονεία. Η δεύτερη θεώρηση δίνει έμφαση στο «δημοκρατικό έλλειμμα» της Ένωσης και στο χάσμα ανάμεσα στους πολίτες από τη μία, και τις κυβερνήσεις και τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς από την άλλη. Έτσι, η απόρριψη του Ευρωσυντάγματος και της Ευρωσυνθήκης γίνεται αντιληπτή ως αποτέλεσμα της έλλειψης δημοκρατικής συμμετοχής και ως απάντηση των πολιτών σε αυτή την έλλειψη. Παρά τις διαφορετικές πολιτικές τους αφετηρίες, και οι δύο αυτές ερμηνείες της κρίσης είναι ιδεαλιστικές, στο βαθμό που αγνοούν το υλικό, πολιτικο-οικονομικό υπόβαθρο της κρίσης. Αποδίδουν αιτιώδεις ιδιότητες στο αποτέλεσμα της κρίσης (αναποτελεσματικές πολιτικές ελίτ, λαϊκή δυσαρέσκεια για το δημοκρατικό έλλειμμα), αποφεύγοντας να θίξουν τις αιτίες που το γεννούν. Το περιεχόμενο της διαδικασίας ολοκλήρωσης και οι αιτίες των αντιθέσεων που αυτό εμπερικλείει δεν προσεγγίζονται και δεν αναλύονται και από τις δύο παραπάνω ερμηνείες.

Προφανείς λόγοι για τις δομικές αδυναμίες αυτών των σχολών σκέψης είναι ο αστικός πολιτικός προσανατολισμός τους. Το να αγνοείται για την ερμηνεία των κρισιακών κοινωνικών φαινομένων της Ε.Ε. η καθοριστικά αιτιώδης διαλεκτική σχέση μεταξύ βάσης και εποικοδομήματος, μεταξύ των δομικών στοιχείων της βάσης αλλά και μεταξύ των αντιστοίχων του εποικοδομήματος μαρτυρεί την ταξική προέλευση αυτών των σχολών σκέψης. Όμως, και η Αριστερά στις σημερινές συνθήκες της ιδεολογικής της δυσανεξίας και των απόνερων της κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού δεν έχει να επιδείξει κάποια ιδιαίτερη ερμηνεία της κρίσης∙ ιδιαίτερα δε η «ανανεωτική» της πτέρυγα θεοποιεί τους θεσμούς και τις διαδικασίες της ενοποίησης έχοντας οριστικά εγκαταλείψει τη μαρξιστική κοσμοαντίληψη για την κίνηση της ιστορίας. Τα «πώς» και τα «γιατί» της κρίσης της Ε.Ε. μάλλον υπονοούνται, όταν δεν αγνοούνται εντελώς. Συνεπώς, μια μαρξιστική ερμηνεία της τωρινής φάσης της Ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι όχι μόνο θεωρητικά χρήσιμη αλλά και πολιτικά αναγκαία. Η ένταση και το βάθος της σημερινής χρηματοπιστωτικής κρίσης αναδεικνύει την ανάγκη της επαναστατικής θεώρησης της Ε.Ε. για να βασιστεί πάνω της η επαναστατική πράξη.

ΙΙΙ. Εθνικό κράτος, οικονομική διεθνοποίηση και Ευρωπαϊκή Ένωση

Υπερεθνικά κρατικά μορφώματα υπό διαμόρφωση, όπως η Ε.Ε., αντιμετωπίζουν σοβαρότατα εμπόδια στην προσπάθειά τους να παράγουν κοινές στρατηγικές. Ένα βασικό εμπόδιο είναι ο χρόνος που απαιτείται για τη διασύνδεση των ξεχωριστών εθνικών-κρατικών οντοτήτων και την επίτευξη μιας σχετικής ομοιογένειας, υπερβαίνοντας ιστορικές, πολιτισμικές και γλωσσικές διαφορές. Ταυτόχρονα παρατηρείται μια ισχυρότατη τάση θρυμματίσματος των υπαρχόντων κρατικών οντοτήτων σε μικρότερα κομμάτια, για την ικανοποίηση της ανάγκης οικονομικών συγχωνεύσεων και εξαγορών, και οικονομικής επέκτασης γενικότερα. Στην πραγματικότητα, είμαστε μάρτυρες της δικαίωσης της θέσης του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό ως το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού. Ένας πολυπολικός κόσμος με κρατικές οντότητες στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού που έχουν επιτύχει μυθικών διαστάσεων συσσώρευση κεφαλαίου και στρατιωτική ισχύ και οι οποίες ανταγωνίζονται αχαλίνωτα η μία την άλλη είναι η ουσία, αλλά και η αρχή του τέλους του ιμπεριαλισμού. Το καπιταλιστικό σύστημα στην αυγή του 21ου αιώνα δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια και τη δυναμική του εθνικού κράτους. Ακόμη και αν η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δεν έχει εξαντληθεί, οι σχέσεις παραγωγής στη συγκεκριμένη ταξική έκφρασή τους μέσα στα πλαίσια του εθνικού κράτους έχουν αγγίξει το ανώτατο σημείο ανάπτυξής τους και προκαλούν πλέον στρεβλώσεις δομικού περιεχομένου στην ανάπτυξη των πρώτων. Αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να παρατηρήσουμε περαιτέρω ανάπτυξη των επιστημών και της τεχνολογίας που είναι αναγκαία αλλά όχι και ικανή συνθήκη για τη βελτίωση των παραγωγικών δυνάμεων. Οι σημερινές καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής εμποδίζουν τη δημιουργία της ικανής συνθήκης που θα σταματήσει το μπλοκάρισμα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων οδηγώντας έτσι σε κοινωνικές παραμορφώσεις και προϊούσα αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού. Ο ισχυρισμός της λειτουργικής θεωρίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων θα οδηγούσε στη δημιουργία νέων υπερεθνικών και υπερκρατικών ρυθμίσεων και στην υπέρβαση και τη σμίκρυνση του ρόλου του εθνικού κράτους αποδεικνύεται ανέφικτος στόχος. Υπήρχε η ελπίδα ότι μέσα από την ένωση διαφορετικών εθνικών κρατών, την οποία αντιπροσωπεύει η Ε.Ε., μια νέα προσέγγιση θα γεννιόταν συνολικά στη διεθνή πολιτική. Τα όρια αυτής της πρόβλεψης μόλις σήμερα γίνονται αντιληπτά σε όλους.

Ας επιστρέψουμε στα βασικά: Το κράτος είναι μέρος του εποικοδομήματος. Οι παραγωγικές δυνάμεις και οι σχέσεις παραγωγής συναποτελούν τη βάση, το έδαφος πάνω στο οποίο στηρίζεται το εποικοδόμημα, σε μία συστημική, διαλεκτική σχέση αλληλοκαθορισμού ενώ η ιστορική τους πορεία μπορεί να προσομοιωθεί με σπειροειδή αμφίδρομη ανέλιξη.[ii] Αυτό το έδαφος είναι ασταθές και οι ρήξεις βρίσκονται στην ημερήσια διάταξή. Ενώ οι σχέσεις παραγωγής βρίσκονται σε αντιστοιχία με τον κυρίαρχο κοινωνικο-οικονομικό σχηματισμό (τρόπο παραγωγής), η αλληλεπίδρασή τους με τις παραγωγικές δυνάμεις γεννάει φαινόμενα κρίσης στο εποικοδόμημα που σταδιακά βαθαίνουν. Το μπλοκάρισμα των παραγωγικών δυνάμεων είναι αποτέλεσμα της αναντιστοιχίας τους με τις επικρατούσες παραγωγικές σχέσεις, η οποία αντανακλάται στην μορφή του κράτους. Στο σύγχρονο κόσμο, κυρίαρχη μορφή του κράτους είναι το εθνικό κράτος. Ενώ η οικονομική ρύθμιση της υλικής παραγωγής, των αντίστοιχων υπηρεσιών και του χρηματοπιστωτικού πλαισίου, σε συνθήκες εξαιρετικής κοινωνικοποίησης της εργασίας και ταυτόχρονης μεγιστοποίησης της ιδιοποίησης της γεννώμενης υπεραξίας, απαιτεί την παγκοσμιοποίησή της και η δημιουργία υπερεθνικών κρατικών οντοτήτων καθίσταται αναγκαία, το εθνικό κράτος, ως κύριος εκφραστής και θεματοφύλακας των συμφερόντων της αστικής τάξης, παραμένει απαραίτητο. Αυτή φανερώνει το εργαλείο, δηλαδή το εθνικό κράτος, με το οποίο οι σχέσεις παραγωγής εμποδίζουν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Ας θυμηθούμε τον Μαρξ:

Σε ένα συγκεκριμένο στάδιο ανάπτυξης, οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας έρχονται σε σύγκρουση με τις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής ή – αυτό βασικά εκφράζει το ίδιο πράγμα με νομικούς όρους – με τις σχέσεις ιδιοκτησίας στο πλαίσιο των οποίων έχουν λειτουργήσει έως τώρα. Από μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, αυτές οι σχέσεις μετατρέπονται στα δεσμά τους.[iii]

Οι εκμεταλλευτικές σχέσεις εμφανίζουν το συμφέρον της αστικής τάξης ως το κοινό συμφέρον όλης της κοινωνίας. Η ανταγωνιστική φύση της καπιταλιστικής επιχείρησης προαπαιτεί για την επιβίωσή της τη συνεχή συγκέντρωση οικονομικής ισχύος ενώ, όταν ένας κλάδος της οικονομίας εκτείνεται πέρα από ένα συγκεκριμένο επίπεδο ωριμότητας, η κυκλική κρίση και ο θάνατος ενός αριθμού επιχειρήσεων αυτού του κλάδου γίνονται αναγκαία κακά. Οι κυκλικές κρίσεις στις περιόδους ιδιαίτερης όξυνσής τους αγκαλιάζουν ταυτόχρονα πολλούς κλάδους της οικονομίας οδηγώντας στη χρεοκοπία χιλιάδες επιχειρήσεις. Τεράστιες συγκρούσεις οικονομικών συμφερόντων λαμβάνουν χώρα και, μερικές φορές, ολόκληροι κλάδοι βιομηχανίας, γεωργίας και υπηρεσιών καταρρέουν. Γιγαντιαίες συγκεντρώσεις και συγκεντροποιήσεις κεφαλαίου βαθμιαία αδρανοποιούνται και παρασιτούν. Σήμερα, η όξυνση αυτών των φαινομένων της κρίσης από τις μεθόδους του νέο-συντηρητισμού και του νέο-φιλελευθερισμού, που εφαρμόζονται στις οικονομίες όλων των χωρών σε συνθήκες καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, ακυρώνουν τη δυνατότητα κάθε θεσμικής κρατικής παρέμβασης να διαμεσολαβήσει και εξισορροπήσει τα αντικρουόμενα καπιταλιστικά συμφέροντα καθώς και τις συγκρούσεις μεταξύ της αστικής και της εργατικής τάξης.

Η επίτευξη αυτής της εξισορρόπησης εμφανίζεται ακόμα δυσκολότερη σε υπερ-κρατικές διευθετήσεις όπως η Ε.Ε. Η απορύθμιση των εσωτερικών και διεθνών αγορών που προωθείται από τις ηγέτιδες καπιταλιστικές δυνάμεις, η οποία συνοδεύεται από τη συνεχή επέκταση της ιδεολογίας του καταναλωτισμού, συνιστά μια προσπάθεια εξαναγκασμού των ημι-αναπτυγμένων και υπανάπτυκτων κρατών της περιφέρειας να υπηρετήσουν ως αγοραστικό κοινό, φθηνό εργατικό δυναμικό και βιομηχανικό παραγωγικό μηχανισμό τις ακόρεστες καταστροφικές δυνάμεις της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Αυτή η απορύθμιση και ο αχαλίνωτος καταναλωτισμός προϋποθέτουν έναν ανταγωνισμό χωρίς κανόνες, ο οποίος σημαίνει την καταστροφή του ζωντανού και νεκρού κεφαλαίου. Σημαίνει, με άλλα λόγια, μια οικονομική σύγκρουση ανάμεσα σε όλους τους παίκτες, μικρούς και μεγάλους, η οποία ουσιαστικά διεξάγεται ανάμεσα σε πανίσχυρες οικονομικά μερίδες της αστικής τάξης κάποιες εκ των οποίων χρησιμοποιούν το εθνικό κράτος ως εργαλείο τους ενάντια στην ανάπτυξη των υπερεθνικών κρατικών οντοτήτων που υπονομεύουν την εθνική κυριαρχία τους. Με αυτό τον τρόπο, το εθνικό κράτος αναγκάζεται να εγκαταλείψει το διαμεσολαβητικό του ρόλο ανάμεσα στις τάξεις και καλείται από τις αντιμαχόμενες μερίδες της αστικής τάξης είτε να παραιτηθεί των άλλων ρόλων του πλην της καταστολής είτε να ‘επιστρατεύσει’ τους εργαζόμενους και τη μικρομεσαίους ενάντια στη δημιουργία υπερεθνικών κρατικών οντοτήτων. Εξάλλου, είναι πιθανό ότι για να είναι σε θέση να ορίσει και να αντιπροσωπεύσει το μέσο συμφέρον της αστικής τάξης, μια υπερεθνική κρατική οντότητα – όπως η Ε.Ε. – δημιουργεί τέτοιες οικονομικές και άλλες ανισότητες ώστε καθίσταται αδύνατη η επιβίωσή της. Μια πρόσφατη επιβεβαίωση αυτών των δυσκολιών είναι η αναπτυσσόμενη σύγκρουση ανάμεσα στα νέα μέλη και τις παραδοσιακές δυνάμεις μέσα στην Ε.Ε.

Η ιδεολογική αποδυνάμωση του διαμεσολαβητικού ρόλου της πολιτικής ανάμεσα στην οικονομία και τις υπόλοιπες λειτουργίες της κοινωνίας καταδεικνύει ακόμα περισσότερο το αδιέξοδο. Αυτή η ιδεολογική προσπάθεια, παρόμοια με την προσπάθεια για το «τέλος της ιστορίας», επιχειρείται να υπερβεί τα εθνικά εμπόδια στο δρόμο προς τη δημιουργία μιας υπερεθνικής κρατικής οντότητας. Παρόμοιες προσπάθειες αποθαρρύνουν τους πολίτες και επιχειρούν να πείσουν τους εργαζόμενους ότι ο μηχανισμός ενός υπερεθνικού κράτους προς την κατεύθυνση της Ε.Ε. μπορεί να λειτουργήσει. Το μόνο που χρειάζεται σύμφωνα με την κυρίαρχη αφήγηση – και της «ανανεωτικής» αριστεράς στη χώρα μας – είναι ένα κοινοβούλιο το οποίο θα ρυθμίζει τις οικονομικές και άλλες υποθέσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων. Όσο πιο μακριά βρίσκεται το κοινοβούλιο από τις γειτονιές των πολιτών, και όσο περισσότερο ελέγχεται από τις ομάδες συμφερόντων της αστικής τάξης, τόσο το καλύτερο. Με αυτήν τη προσέγγιση και τη θεσμική μορφή, τόσο απαραίτητη για τη λειτουργία ενός υπερεθνικού κρατικού μορφώματος, επιχειρείται η απόκρυψη της ταξικής του ταυτότητας. Ταυτόχρονα εντείνεται η προσπάθεια αποπολιτικοποίησης της κοινωνίας στο όνομα απρόσωπων και τεχνοκρατικών μορφών διακυβέρνησης δήθεν ταξικά ουδέτερων. Οι προσπάθειες αυτές από συγκεκριμένες μερίδες της αστικής τάξης που κύρια εκφράζουν τα συμφέροντα των πολυεθνικών επιχειρήσεων και του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου τροφοδοτούν τον εθνικισμό, ο οποίος με τη σειρά του χρησιμοποιείται ως η καλύτερη πλατφόρμα για εκείνες τις μερίδες της αστικής τάξης των οποίων τα συμφέροντα θίγονται από τη στρεβλή διεθνοποίηση της οικονομίας και του κράτους.

Τα μεγάλα πολυεθνικά – και όχι υπερεθνικά – μονοπώλια συνεχίζουν να ελέγχονται από ομάδες που παρουσιάζουν σχετική εθνική ομοιογένεια, παρά την άρση των φραγμών και των ελέγχων στην ελευθερία κίνησης του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα, αλλά δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Ως υλική οντότητα, το κεφάλαιο ελέγχεται και ανήκει σε συγκεκριμένα άτομα και ομάδες ατόμων που διατηρούν το δικαίωμα κληρονομιάς, σύμφωνα με το βασικό κανόνα της ατομικής ιδιοκτησίας. Ο πλούτος που κληρονομείται μπορεί να προέρχεται από διάφορα μέρη του κόσμου, αλλά αυτό δεν αναιρεί τον εθνικό χαρακτήρα των μελών της τάξης των ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής. Με άλλα λόγια, η διεθνής αστική τάξη αποτελείται από επιμέρους εθνικές αστικές τάξεις. Το σύνολο που προκύπτει από τις επιμέρους εθνικές αστικές τάξεις δεν συνεπάγεται την παραγωγή μιας καινούργιας οντότητας, της οποίας τα συμφέροντα υπόκεινται στις αναγκαιότητες ενός «γενικού συμφέροντος». Επίσης, οι δεσμοί μεταξύ της κάθε εθνικής αστικής τάξης και της εθνικής-κρατικής εξουσίας – συμπεριλαμβανομένων όλων των στοιχείων του εποικοδομήματος (εκπαίδευση, κουλτούρα, κλπ.) παραμένει ισχυρή και παρουσιάζει μεγάλο βαθμό αδράνειας. Συνεπώς, οι ιδέες υπέρ του βαθέματος της Ευρωπαϊκής ενοποίησης που προωθούνται κυρίως από τα διευθυντικά στελέχη των πιο διεθνοποιημένων μερίδων του κεφαλαίου και από συγκεκριμένους Ευρωπαϊκούς θεσμούς (Επιτροπή, Κοινοβούλιο) συναντούν μερική μόνο αποδοχή και στήριξη από τις εθνικές αστικές τάξεις.

Η ιστορική εμπειρία, και ιδιαίτερα το παράδειγμα της Γαλλικής Επανάστασης, δείχνει ότι ο σχηματισμός μιας νέας κυρίαρχης τάξης και η ανάδειξή της σε τάξη καθ’ εαυτή και δι’ εαυτή απαιτούσε πάντα αλλαγές στη μορφή διακυβέρνησης. Η μετάβαση σε έναν νέο τρόπο παραγωγής απαιτεί την αλλαγή στη μορφή του κράτους που στην πραγματικότητα συνιστά, σε κάθε νέο εκμεταλλευτικό στάδιο της ύπαρξής του, την ενίσχυσή του προκειμένου να ανταποκριθεί στους καινούριους τρόπους αγοράς της εργατικής δύναμης από τους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής. Η υπέρβαση του εθνικού κράτους, του κάστρου από το οποίο η αστική τάξη δίνει όλες τις οικονομικές και κοινωνικο-πολιτικές μάχες της, σημαίνει την έλευση μιας νέας εποχής. Οι παραγωγικές δυνάμεις με την εγγενή τάση τους για περαιτέρω ανάπτυξη[iv] επιφέρουν ρήξεις του περιβλήματος που ενσαρκώνεται στη μορφή της ταξικής κοινωνίας και του εθνικού κράτους αναζητώντας νέους γόνιμους κοινωνικούς σχηματισμούς με επαναστατικά αλλαγμένες παραγωγικές σχέσεις. Τα ρήγματα που επιφέρονται στο περίβλημα των παραγωγικών δυνάμεων δηλαδή στη ταξική κοινωνική ρύθμιση και στο εθνικό κράτος δημιουργούν εν σπέρματι υπερεθνικά κρατικά μορφώματα που στη συνέχεια επιχειρούν την πλήρη υποβάθμιση και περιθωριοποίησή του δεύτερου. Όμως, οι οποιεσδήποτε προσπάθειες εγκαθίδρυσης υπερεθνικών κρατικών οντοτήτων είναι σχεδιασμένες κυρίως από στοιχεία του εποικοδομήματος που δεν αντανακλούν τα συγκρουόμενα και μη ενοποιημένα συμφέροντα της άρχουσας τάξης και δεν ικανοποιούν τις πραγματικές ανάγκες των παραγωγικών δυνάμεων, και είναι συνεπώς καταδικασμένες να αποτύχουν.

IV. Η αντίσταση του εθνικού κράτους και το αδύνατο του υπερ-κράτους

Οι εντάσεις και οι ρήξεις ανάμεσα στις συνεχώς μεταβαλλόμενες ανάγκες των παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής, ώστε να διατηρείται η συστημική και δυναμική ισορροπία τους ενώ οι πρώτες ικανοποιούν την αναπτυξιακή τους τάση, δημιουργούν κυκλικές οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις με αυξανόμενη διάρκεια και βάθος που με τη σειρά τους προκαλούν σεισμικές δονήσεις στο εποικοδόμημα. Οι δονήσεις αυτές ανάμεσα στα άλλα πεδία ιδεολογικής έκφρασής τους μεταφράζονται και σε εκ διαμέτρου αντίθετες ιδεολογικές ερμηνείες για το ρόλο του εθνικού κράτους. Καθώς γίνεται ολοένα και πιο ξεκάθαρο ότι οι παραγωγικές δυνάμεις εμποδίζονται στην περαιτέρω ανάπτυξή τους, οι συγκρούσεις και οι συμμαχίες ανάμεσα στις διαφορετικές μερίδες της αστικής τάξης παίρνουν τη μορφή αιφνίδιων και ιδιαίτερα βίαιων συρράξεων. Τέτοιες συρράξεις είναι η πεμπτουσία αυτού που παρατηρούμε σήμερα στο πεδίο των εθνικών και διεθνών σχέσεων. Επιπλέον, η στασιμότητα των παραγωγικών δυνάμεων σημαίνει μεγάλες εντάσεις εντός των σχέσεων παραγωγής, εκφρασμένες σε μεγάλες κοινωνικές διαμάχες ανάμεσα στην άρχουσα και την αρχόμενη τάξη. Αυτές οι διαμάχες μέσα στις κοινωνίες των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών παρουσιάζονται κάτω από τα λάβαρα του κυρίαρχου ρόλου του εθνικού κράτους και της διατήρησης των εθνικών χαρακτηριστικών. Ο ρόλος του κράτους μεταβάλλεται κατά το δοκούν, πότε παρεμβατικός και πότε όχι, ιδιαίτερα και κυρίαρχα στον τομέα της οικονομίας και πάντοτε στο όνομα της οικονομικής αποτελεσματικότητας. Έτσι, λησμονείται η ιστορία και η εξέλιξη του κράτους από το ρόλο του ως νυχτοφύλακας σε αυτόν του παντοδύναμου βασιλιά, υπηρετώντας όμως πάντα τους ίδιους αφέντες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ερμηνεία πριν τριάντα χρόνια του φαινομένου του στασιμοπληθωρισμού από τους νεοφιλελεύθερους και τους νεοσυντηρητικούς ως οφειλόμενου στη ρυθμιστική παρουσία του κράτους στην αγορά και όχι ως αποτελέσματος της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού του κέρδους.

Ως προς τα εθνικά χαρακτηριστικά, αυτά παρουσιάζονται με το μανδύα των ηθικών, ιστορικών, γλωσσικών, θρησκευτικών, ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων, καθώς αυτά έχουν γίνει κομμάτι της αστικής ψευδούς ιδεολογίας. Οι αρχικοί διαξιφισμοί ανάμεσα στην αστική και την εργατική τάξη στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες δεν έχουν το ταξικό περιεχόμενο που κάποιος θα περίμενε να έχουν μετά την παρατεταμένη κρίση στις ρυθμίσεις του εποικοδομήματος. Το γεγονός αυτό εξηγείται από τις δυνάμεις αδράνειας που είναι παρούσες σε κάθε ιστορική περίοδο μετάβασης από έναν κοινωνικο-οικονομικό σχηματισμό σε έναν άλλον, κατά το αρχικό στάδιο μπλοκαρίσματος των παραγωγικών δυνάμεων. Στις μέρες μας, οι δυνάμεις της αδράνειας είναι ακόμα ισχυρότερες, καθώς η αστική τάξη χρησιμοποιεί τα εθνικά χαρακτηριστικά και τον ιδεολογικό έλεγχο των μέσων μαζικής ενημέρωσης, των εκπαιδευτικών θεσμών και των κρατικών μηχανισμών, για να κινητοποιήσουν μερίδες της εργατικής τάξης προς όφελός της.

Εδώ και πολλά χρόνια, παρατηρούμε τις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες να εμπλέκονται σε γιγαντιαία προγράμματα, με σημεία παραγωγής διασκορπισμένα σε διαφορετικές ηπείρους. Έτσι, καθίσταται εμφανής η ανάγκη για συντονισμό, σχεδιασμό, και οικονομικό και εργασιακό προγραμματισμό, της οποίας λογική συνέπεια και προέκταση είναι η δημιουργία υπερεθνικών αγορών στις οποίες επιτυγχάνεται η εξομάλυνση των διασυνοριακών διαφορών στα οικονομικά ζητήματα με πολιτικές όπως το κοινό νόμισμα, η κατάργηση προνομίων και προστατευτικών δασμών, τα κοινά φορολογικά κίνητρα και επιδοτήσεις, η δημιουργία κατάλληλων διεθνικών υποδομών ενέργειας, συγκοινωνίας, μεταφορών και επικοινωνίας. Η δημιουργία αυτών των υπερεθνικών αγορών όπως η Ε.Ε., NAFTA, κλπ. θα έπρεπε να οδηγεί σταδιακά στο μαρασμό και την κατάργηση του εθνικού κράτους. Όμως αντίθετα παρατηρείται η ενίσχυσή του με κυρίαρχη δύναμη καθοδήγησης της ενδυνάμωσής του τις εθνικές ιδεολογίες.

Την ίδια στιγμή που αναπτύσσονται αυτές οι αντιφατικές πορείες, δηλαδή η δημιουργία υπερεθνικών αγορών που δεν συνοδεύεται από τον ταυτόχρονο μαρασμό του εθνικού κράτους ιδιαίτερα στα ζητήματα της άμυνας, της ασφάλειας και της εξωτερικής πολιτικής, παρατηρούνται φαινόμενα διάσπασης των ήδη υφισταμένων εθνικών κρατών και δημιουργίας νέων με βάση την εθνοτική καθαρότητα. Έτσι ενώ η δημιουργία των εθνικών κρατών κυρίως του βορείου ημισφαιρίου στηρίχτηκε στην ανάγκη ύπαρξης σταθερών και ενιαίων αγορών με ακριβώς καθορισμένα γεωγραφικά όρια και με συνύπαρξη περισσοτέρων της μιας εθνοτήτων, σήμερα περίπου διακόσια χρόνια μετά τη δημιουργία τους ενισχύονται φυγόκεντρες και αποσχιστικές τάσεις στο εσωτερικό τους που βασίζουν την ύπαρξή τους και την επιχειρηματολογία τους σε εθνοτικούς διαχωρισμούς. Αυτές οι τάσεις οδήγησαν ήδη στη δημιουργία νέων εθνικών οντοτήτων σε πολλές περιοχές του κόσμου. Παρατηρείται δηλαδή η διάσπαση των ήδη υπαρχόντων κρατών σε δύο, τρία ή τέσσερα κράτη.

Αυτές οι διασπάσεις συνήθως συλλαμβάνονται, προωθούνται, χρηματοδοτούνται, οργανώνονται και, μερικές φορές, επιβάλλονται από τα αναπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη που θα είχαν κάθε λόγο να ασκήσουν πολιτική επιρροή προς την αντίθετη κατεύθυνση προκειμένου να στηρίξουν ενεργά τη δημιουργία των υπερεθνικών κρατικών οντοτήτων. Την ίδια στιγμή η Ρωσία, η Κίνα, η Ινδία και η Ιαπωνία προσπαθούν να γίνουν παγκόσμιοι παίκτες στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα μέσω της αύξησης της πολιτικής, οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος τους των κρατών εθνών τους. Αυτές οι δομικές αντιφάσεις αποτελούν τα πιο πειστικά αποδεικτικά στοιχεία της θέσης, σύμφωνα με την οποία οι σχέσεις παραγωγής εμποδίζουν τις παραγωγικές δυνάμεις στην υλοποίηση της εγγενούς αναπτυξιακής τους τάσης μέσω της αντίστασης του εθνικού κράτους στον υπερεθνικό μετασχηματισμό του.

Υπάρχουν επιπλέον λόγοι εξαιτίας των οποίων το εθνικό κράτος αντιστέκεται στην απορρόφησή του από μεγαλύτερες οντότητες. Το κράτος είναι το εργαλείο του εποικοδομήματος που εκφράζει τα συμφέροντα της αστικής τάξης συνολικά. Με άλλα λόγια, το κράτος προσπαθεί – και τις περισσότερες φορές πετυχαίνει με χρήση των μηχανισμών του, ακόμα και των κατασταλτικών – να απορροφά τις δονήσεις από τα συγκρουόμενα οικονομικά συμφέροντα θέτοντας στους ώμους της εργατικής τάξης το μεγαλύτερο βάρος αυτής της σύγκρουσης, και υποχρεώνοντας κάποιες μερίδες της άρχουσας τάξης να συμμορφώνονται με το «κοινό καλό» αυτής της τάξης. Ο καπιταλισμός παραμένει κυρίαρχος σε συνθήκες βαθέματος των συγκρούσεων ανάμεσα στους καπιταλιστές. Σήμερα, με το αδυνάτισμα των πολιτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων της εργατικής τάξης και την απουσία του στρατοπέδου του «υπαρκτού σοσιαλισμού», οι ενδο-καπιταλιστικοί ανταγωνισμοί παίρνουν μια όλο και αγριότερη μορφή στο πλαίσιο του εθνικού κράτους.

Η οικονομική αναγκαιότητα αντιστροφής της πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους της συνολικής καπιταλιστικής παραγωγής[v] οξύνει στο έπακρο τις ενδοιμπεριαλιστικές αντιθέσεις καθώς η επέκταση του χρηματοπιστωτικού συστήματος πέρα από κάθε όριο και η υπερκατανάλωση όχι μόνον δεν επαρκούν ως αντίδοτο αλλά οδηγούν στη δημιουργία και στη συνέχεια στην εισαγωγή νέων εθνικών παικτών που απαιτούν το εκ νέου μοίρασμα της πίτας. Η διάχυση της τεχνολογίας ιδιαίτερα στους τομείς της πληροφορικής και της ηλεκτρονικής σε συνδυασμό με το φθηνό εργατικό δυναμικό επιτρέπει την είσοδο νέων εθνικών κρατών στο κλαμπ των ισχυρών. Έτσι, οξύνονται καθημερινά οι ανταγωνισμοί και η επέκταση της απορύθμισης των αγορών γίνεται η απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβολή των παλαιών τζακιών της διεθνούς τάξης. Την ίδια στιγμή η ένταση των ενδοκαπιταλιστικών συγκρούσεων αυξάνεται καθώς οι κοινές αγορές, βλέπε π.χ. η Ε.Ε., αποσταθεροποιούν περισσότερο και πιο βίαια το ήδη τεταμένο παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον γιατί συστηματικά αποτυγχάνουν να οδηγήσουν στη δημιουργία υπερεθνικών κρατικών οντοτήτων με ενιαία χαρακτηριστικά στους τομείς της ασφάλειας, της άμυνας, της εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής, καταργώντας στην ουσία τα υφιστάμενα εθνικά κράτη. Η αναζήτηση και επιβολή του ‘κοινού συμφέροντος’ εκ μέρους του κράτους, ικανοποιώντας έτσι το βασικό κοινωνικό του ρόλο, ανάμεσα αφενός στις συγκρουόμενες μερίδες της αστικής τάξης και αφετέρου στη σύγκρουση ανάμεσα στην αστική και την εργατική τάξη, δεν επιτυγχάνεται από τα υπερεθνικά κρατικά μορφώματα όπως δείχνει ξεκάθαρα η πρόσφατη ιστορία της Ε.Ε.

Πόσο εφικτή είναι η δημιουργία ενός υπερ-κράτους που θα εκπληρώσει το καθήκον εύρεσης και επιβολής ενός ‘κοινού συμφέροντος’; Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όλες οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, παραδοσιακές και νέες, λειτουργούν σήμερα στη βάση της ύπαρξής τους ως ένα εθνικό κράτος και όχι ως μια ένωση κρατών. Οι υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής δεν μπορούν να δημιουργήσουν τις αναγκαίες ρυθμίσεις στο εποικοδόμημα με τη μορφή ενός νέου υπερεθνικού κράτους, εμποδίζοντας την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και επηρεάζοντας την κατεύθυνσή τους. Φαίνεται στον ορίζοντα η εξάντληση και των αδρανειακής προέλευσης δυνατοτήτων ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στα πλαίσια των κρατουσών παραγωγικών σχέσεων και του αντιστοιχούντος εποικοδομήματος.

Αυτή η θεώρηση αφενός καταδεικνύει τη σημασία του υποκειμενικού παράγοντα στην ιστορία, καθώς ένα κομμάτι των παραγωγικών δυνάμεων είναι η εργατική τάξη, της οποίας η θέση επηρεάζεται από την αστική ιδεολογική ηγεμονία όπως αυτή εκφράζεται από τις εκπαιδευτικές και πολιτιστικές δραστηριότητες του εθνικού κράτους, και αφετέρου αναδεικνύει τα όρια της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης. Το αποτέλεσμα είναι ότι η εργατική τάξη δυσκολεύεται να γίνει τάξη για τον εαυτό της δηλαδή να επιτύχει την αυτοοργάνωσή της που θα οδηγήσει στην κοινωνική απελευθέρωση. Παράλληλα η επιστημονικοτεχνική επανάσταση αντιμετωπίζει μεγάλα προβλήματα σύνθεσης των ουσιαστικών παραμέτρων της προκειμένου να συνεχίσει την εξελικτική της πορεία. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το ενεργειακό πρόβλημα και η σχέση της κοινωνίας με το περιβάλλον. Και στα δύο αυτά μέτωπα οι απαιτούμενες μη εκμεταλλευτικές σε περιεχόμενο και ‘υπερεθνικές’ σε μορφή και διάρθρωση ενέργειες και δράσεις στους τομείς της επιστήμης, της τεχνικής και της οικονομίας δεν σχεδιάζονται και επομένως δεν υλοποιούνται. Έτσι, οι παραγωγικές δυνάμεις, αναγκασμένες από τα εμπόδια που θέτουν οι σχέσεις παραγωγής, πιέζουν για τη δημιουργία στο εποικοδόμημα εκείνων των ρυθμίσεων που θα τους επιτρέψουν να αναπτυχθούν, ιδιαίτερα αναφορικά με τη μορφή του κράτους. Στο υποκειμενικό επίπεδο, οι άρχουσες τάξεις μάλλον κατανοούν ότι ο σχηματισμός υπερεθνικών κρατικών οντοτήτων θα οδηγήσει στην υπέρβαση των εθνικών εμποδίων από τις υποτελείς κοινωνικές δυνάμεις, διευκολύνοντας την ανατροπή της τάξης τους. Αυτή είναι μια επιπλέον αιτία της πάλης εναντίον της δημιουργίας τέτοιων υπερεθνικών μορφωμάτων ενώσεων κρατών από κάποιες μερίδες της αστικής τάξης.

Η εκμεταλλευτική σχέση μεταξύ των κοινωνικών τάξεων που βρίσκεται στο επίκεντρο των σχέσεων παραγωγής, γεννάει το κράτος, και στην εποχή του καπιταλισμού γεννάει το εθνικό κράτος. Το εθνικό κράτος με τη σειρά του λειτουργεί απορροφητικά και εξαναγκαστικά ως προς την εγγενή σύγκρουση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις σχέσεις παραγωγής. Συνεπώς, το εθνικό κράτος κάποια χρονική στιγμή στην εξελικτική πορεία ενός τρόπου παραγωγής γίνεται ο εκφραστής της παρεμπόδισης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων από τις παραγωγικές σχέσεις. Έτσι, το εθνικό κράτος διαδραματίζοντας το ρόλο του έναντι των συνθετικών στοιχείων της βάσης λειτουργεί στον ιστορικό χρόνο είτε ως προωθητική είτε ως ανασχετική δύναμη στην αναπτυξιακή πορεία των παραγωγικών δυνάμεων. Κατά συνέπεια και τα υπερεθνικά κρατικά μορφώματα όπως και οι διακρατικές σχέσεις, που είναι και αυτές μέρος του εποικοδομήματος, επηρεάζουν σήμερα σε μεγάλο βαθμό τη σύγκρουση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις σχέσεις παραγωγής. Η προσπάθεια δημιουργίας των υπερεθνικών κρατικών οντοτήτων, όπως της Ε.Ε., φαίνεται να ικανοποιεί τις νέες ανάγκες της βάσης αλλά προσκρούει στο εκμεταλλευτικό περιεχόμενο των παλαιών αναγκών της. Μόνο οι ανάγκες ενός νέου, σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής, μπορούν να τροφοδοτήσουν τη δημιουργία υπερεθνικών κρατικών οντοτήτων, οι οποίες θα είναι απαραίτητες για την ικανοποίηση αυτών των αναγκών.

Η ανάγκη για το εθνικό κράτος να αντισταθεί στις τάσεις ενοποίησης δεν είναι μεταφυσική, και δεν συνιστά μόνο αποτέλεσμα μιας γραμμικής αντίθεσης βάσης-εποικοδομήματος. Σύμφωνα με τον Πουλαντζά,

Εάν το κράτος στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις, παρόλο που σήμερα υφίσταται συγκεκριμένες τροποποιήσεις, διατηρεί ακόμα τον χαρακτήρα του ως εθνικό κράτος, αυτό οφείλεται ανάμεσα σε άλλα στο γεγονός ότι το κράτος δεν είναι ένα απλό εργαλείο ή όργανο των κυρίαρχων τάξεων, που δύναται να χειραγωγηθεί κατά βούληση, έτσι ώστε κάθε βήμα που το κεφάλαιο θα έπαιρνε προς την κατεύθυνση της διεθνοποίησης θα προκαλούσε αυτόματα μια παράλληλη ‘υπερεθνικοποίηση’ των κρατών. Η αποστολή του κράτους είναι η διατήρηση της ενότητας και της συνοχής ενός κοινωνικού σχηματισμού χωρισμένου σε τάξεις, και το κράτος συγκεντρώνει και συνοψίζει τις ταξικές αντιφάσεις ολόκληρου του κοινωνικού σχηματισμού με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να επικυρώνει και να νομιμοποιεί τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων και μερίδων σε αντιπαράθεση με τις άλλες τάξεις του σχηματισμού, σε ένα πλαίσιο παγκόσμιων ταξικών αντιφάσεων.[vi]

Το εθνικό κράτος οργανώνει τα εθνικά καπιταλιστικά συμφέροντα με σκοπό να ανταγωνιστούν άλλα συμφέροντα· αυτή είναι μία αναγκαία αλλά όχι και ικανή συνθήκη για τη ρύθμιση του ανταγωνισμού παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων. Η οργάνωση τέτοιων ευρύτερων συμφερόντων μέσω υπερ-κρατικών ρυθμίσεων είναι μια περίπου αδύνατη αποστολή, αλλά και μια αποστολή που απαιτεί πάρα πολύ χρόνο ώστε να αφομοιωθούν οι κοινωνικές, πολιτικές, πολιτισμικές, και ιστορικές διαφορές ανάμεσα στα εθνικά κράτη μέσα π.χ. στην Ε.Ε. Επιπλέον, ο παράγοντας της αδράνειας που χαρακτηρίζει το εποικοδόμημα ως προς την υιοθέτηση των αναγκαίων αλλαγών, σε συνδυασμό με το βάθεμα της σύγκρουσης παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων οδηγεί στο μπλοκάρισμα των πρώτων. Η συγκεκριμένη θέση καταδεικνύει την ισχύ της μαρξιστικής θεωρίας και την συνθετική της ουσία, αντικρούοντας με αυτό τον τρόπο τη συκοφαντική κατηγορία του «οικονομισμού». Οι παραγωγικές δυνάμεις από μόνες τους δεν παράγουν τίποτα, και δεν έχουν καμία αιτιώδη λειτουργία. Μόνο η διπολική τους ύπαρξη με τις σχέσεις παραγωγής εξασφαλίζει τη σπειροειδή ανοδική τους κίνηση. Η ταξική σύγκρουση σε συνδυασμό με τους ενδοταξικούς ανταγωνισμούς της κυρίαρχης τάξης, που συνιστά την ουσία των σχέσεων παραγωγής, αντανακλά την οικονομική ρύθμιση της παραγωγής και των υπηρεσιών μέσω της αγοράς. Επομένως, η αναζήτηση ποιοτικών μεταβολών στο εποικοδόμημα όπως π.χ. στη μορφή και στο περιεχόμενο του αστικού κράτους αποτελεί συνθήκη που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Οι υπερεθνικές κρατικές οντότητες για να λειτουργήσουν με κανόνες και ρυθμίσεις αντίστοιχες του εθνικού κράτους απαιτούν την εκ προοιμίου υιοθέτηση του κεντρικού σχεδιασμού και τη μη ιδιοποίηση της παραγόμενης υπεραξίας. Η ολοκληρωτική σύγχυση από την αφετηριακά λαθεμένη ανάγνωση των αιτιών που προκαλούν τα οικονομικά προβλήματα του στασιμοπληθωρισμού, της ανεργίας, της υπερκατανάλωσης φαίνεται από την ταυτόχρονη επιδίωξη για ‘λιγότερο κράτος’ και για δημιουργία υπερεθνικών κρατικών οντοτήτων. Τα σημερινά αποτελέσματα της βαθιάς κρίσης του χρηματοπιστωτικού τομέα προδίδουν αυτή τη σύγχυση. Έτσι, η ανάγκη για υπέρβαση του σημερινού επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων δεν ικανοποιείται.

V. Καπιταλιστική κρίση, ιμπεριαλισμός και υπερεθνική ολοκλήρωση

Στις σημερινές συνθήκες, η αστική τάξη εμφανίζεται ανίκητη. Επεκτείνει το εκμεταλλευτικό μοντέλο του καταναλωτισμού σε μια μάταιη προσπάθεια να υπερνικήσει τα ενδογενή προβλήματα της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού κέρδους παρά την τεράστια συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα εντείνει την κρίση, αλλάζοντας την κατεύθυνση της έρευνας και ανάπτυξης σε όλους τους τομείς και προκαλώντας παρασιτικές συνέπειες σε όλους τους τομείς της παγκόσμιας οικονομίας. Το κεφάλαιο που επενδύεται στο στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα αυξάνεται παγκοσμίως σε απόλυτους και σχετικούς όρους, σε επίπεδα υψηλότερα από εκείνα πριν το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η πτωτική τάση του μέσου ποσοστού του κέρδους έχει επιδράσει ακόμα και στο χώρο των νέων τεχνολογιών, που θεωρείτο ως η ατμομηχανή της παγκόσμιας οικονομίας που θα έβγαζε την παγκόσμια οικονομία από τις ημέρες του υψηλού πληθωρισμού και της ανεργίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της εξάπλωσης και του βαθέματος της κρίσης είναι η ταχύτητα με την οποία οι βιομηχανίες των νέων τεχνολογιών, όπως είναι η βιομηχανία ηλεκτρονικών υπολογιστών, τόσο προγραμμάτων όσο και μηχανικού εξοπλισμού, εισέρχονται στο σημείο κορεσμού του οικονομικού τους κύκλου.

Η προσπάθεια του κεφαλαίου να εκμεταλλευθεί την επιστημονικοτεχνική επανάσταση στην ηλεκτρονική και τις τηλεπικοινωνίες συνοδεύτηκε και από την τεράστια διεύρυνση του τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών μέσω της δημιουργίας επενδυτικών τραπεζών, ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων και κεφαλαίων αντιστάθμισης κινδύνων. Οι νέες τεχνολογίες στους τομείς που προαναφέρθηκαν επέτρεψαν την πολύ πέραν της πραγματικής οικονομίας διόγκωση του τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Με τη σειρά του ο τομέας αυτός για την ανάπτυξή του επέβαλε τη μεγαλύτερη απορύθμιση της αγοράς από τότε που επινοήθηκε η ρύθμισή της.[vii] Με την πολιτική της απορύθμισης της αγοράς φάνηκε προς στιγμήν ότι προκλήθηκε αντιστροφή της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού του κέρδους σε παγκόσμια κλίμακα. Η σημερινή κατάρρευση μεγάλων τραπεζικών ιδρυμάτων εξαιτίας της έκθεσής τους στη φούσκα του χρηματοπιστωτικού τομέα και η εκ νέου ανάγκη παρέμβασης των εθνικών κρατών για τη σωτηρία της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής αγοράς μαρτυρεί με τον πλέον πειστικό τρόπο ότι οι ασθένειες του καπιταλισμού μάλλον είναι μη θεραπεύσιμες.

Παρά τη συνεχή πτώση στους μισθούς, που είχαν θεωρηθεί ένοχοι για το φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού από τους θιασώτες του νέο-συντηρητισμού και του νέο-φιλελευθερισμού τη δεκαετία του ’80 και το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’90, παρά την επέκταση της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης με κύρια χαρακτηριστικά την απορύθμιση των αγορών και τη διόγκωση του τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, παρά τις στρατιωτικές επεμβάσεις στα κράτη ‘παρίες’, παρά τις συνταγές του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας στις οικονομίες των αναπτυσσόμενων χωρών, παρά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, και, τέλος, παρά την επέκταση των κοινοβουλευτικών πολιτικών διαδικασιών στα περισσότερα μέρη του κόσμου, η ανισότητα ανάμεσα στις φτωχές και τις πλούσιες χώρες, αλλά και ανάμεσα στις φτωχές και πλούσιες κοινωνικές ομάδες εντός των χωρών αυξάνεται με ταχύτητα που δεν έχει παρατηρηθεί ποτέ άλλοτε στην ανθρώπινη ιστορία. Ταυτόχρονα, οι παράφορες προσπάθειες εκ μέρους της αστικής τάξης να διατηρήσει και να αυξήσει το ποσοστό του κέρδους ή, με άλλα λόγια, να εμποδίσει την πτωτική του τάση, πυροδοτούν τοπικούς πολέμους, αναζωογονούν παλιούς εθνικισμούς, τροφοδοτούν καινούργιους, δημιουργούν βαθιά σχίσματα μέσα στην ίδια την άρχουσα τάξη.

Το κοινό έδαφος για τις γιγαντιαίες καπιταλιστικές συγχωνεύσεις που παρατηρούμε σήμερα είναι η ανάγκη επέκτασης της ισχύος του κεφαλαίου για να αντιμετωπισθούν τα καθήκοντα και οι δυσκολίες που τίθενται στην ημερήσια διάταξη της παραγωγικής διαδικασίας από τις σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις. Όταν αυτή η ανάγκη συνδυαστεί με την πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους, τότε γίνεται ξεκάθαρο ότι μόνο μια διεθνής κοινότητα κρατών στη βάση του οικονομικού σχεδιασμού και της άνευ όρων κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο μπορεί να αντιμετωπίσει τις σύγχρονες, υψηλές, πολύπλοκες, αντιφατικές και εκρηκτικών ρυθμών ανάγκες της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Η προτεινόμενη από αστούς πολιτικούς και οικονομολόγους επιστροφή στη ρύθμιση της αγοράς μέσω της κρατικής παρέμβασης δεν επαρκεί. Η κρατική ρύθμιση πρέπει να είναι ο κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας και αυτό αντιβαίνει το θεμελιώδη όρο λειτουργίας της αγοράς. Καπιταλισμός και υπερεθνικός κεντρικός σχεδιασμός είναι έννοιες μη συμβατές. Οι συγχωνεύσεις κολοσσιαίων εταιρειών σηματοδοτούν την κατάργηση των ρυθμίσεων, κανόνων και ελέγχων της αγοράς και άρα στην ουσία την κατάργηση των κύριων λειτουργιών του εθνικού κράτους και επομένως το μαρασμό της ισχύος του. Μεγάλες πολιτικοκοινωνικές ενώσεις όπως η Ε.Ε. απορυθμίζουν και στο τέλος κακοποιούν τη σχέση κοινωνίας και οικονομίας. Οι εκμεταλλευτικές σχέσεις παραγωγής έχουν εντυπωμένες στη δομή τους τις συγκρουσιακές τάσεις που κορυφώνονται με την ολική καταστροφή μέσω θερμών πολεμικών συγκρούσεων. Οι τωρινές εμπόλεμες καταστάσεις στην Ασία, αλλά και η ολοκληρωτική επέλαση του νεοφιλελευθερισμού στην Ε.Ε. καταδεικνύουν ότι οι υπερεθνικές κρατικές οντότητες δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τις λειτουργίες του εθνικού κράτους χωρίς να αποτελούν το πεδίο καταστροφής της άρχουσας τάξης, μερίδες της οποίας υποστηρίζουν τη δημιουργία τους.

Η απαξιωμένη από τους σύγχρονους αναλυτές θεωρία της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης εξηγεί πολύ καθαρά γιατί και πως υπάρχουν και λειτουργούν οι παρούσες σχέσεις ανάμεσα σε ένα αναπτυγμένο και ένα ημι-αναπτυγμένο εθνικό κράτος. Σήμερα στην Ε.Ε. επιχειρείται η ενιαιοποίησή τους σε ένα υπερεθνικό κρατικό μόρφωμα. Εάν αυτά τα εθνικά κράτη πρόκειται να συνυπάρξουν και να λειτουργήσουν μέσα και κάτω από το ίδιο κρατικό μηχανισμό, οι αναγκαίες ρυθμίσεις θα πρέπει να καταργήσουν το εθνικό κράτος, διαφορετικά θα συνεχίσει να υπάρχει ένα εθνικό κράτος μέσα στο υπερεθνικό κράτος πράγμα που είναι εκ κατασκευής θνησιγενές.

Το υπερεθνικό κρατικό μόρφωμα της Ε.Ε. είναι προϊόν των διαδικασιών απορύθμισης που απαιτούσαν συγκεκριμένες αιτιώδεις σχέσεις και αλυσιδωτές αντιδράσεις στην εποχή της οριστικής ωρίμανσης του ιμπεριαλισμού.[viii] Το επενδυμένο κεφάλαιο στην παραγωγή και τις υπηρεσίες στα μέσα της δεκαετίας του ’60 αρχίζει να παρουσιάζει τις πρώτες ενδείξεις της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού του κέρδους. Η πρώτη αντίδραση των κυρίαρχων ιμπεριαλιστικών κρατών και κυρίως των Η.Π.Α. είναι η εμπλοκή τους σε πολεμικές περιπέτειες όπως ο πόλεμος του Βιετνάμ και οι πόλεμοι ενάντια στα αντιαποικιοκρατικά κινήματα της Αφρικής. Οι πολεμικές εμπλοκές προκαλούν επιδείνωση της πτωτικής τάσης, η οποία εκδηλώνεται με τα κρισιακά φαινόμενα του στασιμοπληθωρισμού και της απότομης αύξησης των τιμών των πρώτων υλών και των εμπορευμάτων στα μέσα της δεκαετίας του ’70.[ix] Οι διανοούμενοι και οι πολιτικοί της αστικής τάξης επανέρχονται στα ιδεολογικά προτάγματα του Άνταμ Σμιθ και υιοθετούν τις απόψεις των σύγχρονων οπαδών του, δηλαδή της σχολής του Σικάγου. Κυρίαρχος μοχλός για τη δομική μεταβολή των κανόνων, των ελέγχων και των ρυθμίσεων της αγοράς είναι η συνολική απορρύθμισή της. Η απορύθμιση βαφτίζεται παγκοσμιοποίηση, η οποία όμως έχει ήδη συντελεστεί μέσα από τη λειτουργία των πολυεθνικών εταιρειών στους τομείς της παραγωγής και των υπηρεσιών χωρίς όμως να έχει επιτύχει την αντιστροφή της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού του κέρδους. Έτσι, η απορρύθμιση επικεντρώνεται στο χρηματοπιστωτικό τομέα, ο οποίος στη συνέχεια γιγαντώνεται.[x] Επιχειρείται με τη συστηματική διόγκωση του μεριδίου του στο σύνολο του Α.Ε.Π. των πλέον αναπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών η αντιστροφή της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού του κέρδους σε παγκόσμια κλίμακα. Όμως ο χρηματοπιστωτικός τομέας δεν μπορεί να αποκτήσει μέγεθος που δεν αντιστοιχεί και αναλογεί στην υλική παραγωγή και στις υπηρεσίες. Η πέραν αναλογιών και αντιστοιχιών ανάπτυξή του δεν αποτελούσε παρά ένα ντοπάρισμα της παγκόσμιας οικονομίας που ευνοήθηκε από τις πολιτικές της απορύθμισης των αγορών των εθνικών κρατών και που ταυτόχρονα την απαιτούσε. Η τεχνητή διόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα σε σχέση με την υλική παραγωγή και τις αντίστοιχες υπηρεσίες και η προκύπτουσα δυσαναλογία μεγεθών στην παγκόσμια οικονομία είναι το σαθρό θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίχτηκε τα τελευταία τριάντα χρόνια η καπιταλιστική ηγεμονία.

Η εξέλιξη αυτή της παγκόσμιας οικονομίας, η οποία άρχισε στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ενισχύθηκε πέρα από τις πολιτικές της απορύθμισης των αγορών των εθνικών κρατών και με τη δημιουργία κατ’ ουσίαν υπερεθνικών αγορών όπως η Ε.Ε., η NAFTA κλπ. Στις υπερεθνικές αυτές αγορές ο ρόλος του εθνικού κράτους φάνηκε προς στιγμήν περιττός. Οι απόψεις αυτές ενισχύθηκαν με την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, ενώ πολλοί υποστήριξαν ότι ο νέος τρόπος λειτουργίας της αγοράς συνέβαλε αποφασιστικά σε αυτό το αποτέλεσμα. Η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού συνέπεσε χρονικά με την κυριαρχία των απόψεων και ρυθμίσεων του νεοφιλελευθερισμού και έτσι στα ιδεολογήματα του τελευταίου αποδόθηκε αυτή η κατάρρευση στην καπιταλιστική αναγέννηση και στην ανανεωτική δύναμη που ενυπάρχει στην αγορά…

VI. Συμπέρασμα

Το παρόν άρθρο επιχείρησε να αναλύσει το πρόβλημα της κρίσης της Ευρωπαϊκής ενοποίησης εστιάζοντας στη σχέση μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής. Εξετάσαμε τους πολλαπλούς τρόπους μέσω των οποίων τα εμπόδια στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων από τις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής επηρεάζουν το εθνικό κράτος και καθορίζουν την αντίδρασή του έναντι υπερεθνικών κρατικών μορφωμάτων όπως η Ε.Ε. Το κράτος κατοχυρώνει και νομιμοποιεί τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης έναντι των υπόλοιπων τάξεων του κοινωνικού σχηματισμού. Βασική πτυχή της στρατηγικής του κράτους για να το πετύχει αυτό είναι η στήριξη κάποιων από τα αιτήματα των εκμεταλλευόμενων τάξεων ώστε να διατηρήσει την ενότητα του κοινωνικού σχηματισμού χωρίς τη συνεχή και απροκάλυπτη των κατασταλτικών του μηχανισμών. Επιπλέον, το κράτος πρέπει να συγκεράσει τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα του κεφαλαίου, ένα αναπόσπαστο στοιχείο των παραγωγικών σχέσεων και της ταξικής πάλης. Αυτό καθίσταται εξαιρετικά δύσκολο σε μια εποχή που οι παραγωγικές σχέσεις δρουν ανασταλτικά στην περαιτέρω ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Σε τελική ανάλυση, το κράτος προσπαθεί συνεχώς να ικανοποιήσει τις ανάγκες ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, όπως αυτές διαμεσολαβούνται από τις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής, με το συνεχή εξορθολογισμό τους σύμφωνα πάντα με τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Η αδυναμία ικανοποίησης αυτών των αναγκών οφείλεται στην είσοδο στην εποχή του μπλοκαρίσματος των παραγωγικών δυνάμεων από τις παραγωγικές σχέσεις, συνθήκη που οδηγεί στην κατακόρυφη όξυνση της ταξικής και ενδοταξικής πάλης.

Εάν αυτό το μπλοκάρισμα εμφανίζεται με την αδυναμία του εθνικού κράτους να ανταποκριθεί στα ταξικά καθήκοντά, του με τη μορφή της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού κέρδους, με τη σχετική και απόλυτη εξαθλίωση των εκμεταλλευόμενων τάξεων, και με την άκρως ανισόμετρη ανάπτυξη όχι μόνο μεταξύ κρατών, αλλά και μέσα στα ίδια τα κράτη, τότε δύο κύρια ρεύματα σκέψης για την αντιμετώπιση της βαθιάς δομικής κρίσης του καπιταλισμού αρχίζουν να εμφανίζονται εντός της κυρίαρχης τάξης.

Το ένα κύριο ρεύμα συμφερόντων και σκέψης της αστικής τάξης αντιπροσωπεύει κατά κύριο λόγο το κεφάλαιο των ιδιοκτητών των μέσων υλικής παραγωγής και των αντίστοιχων υπηρεσιών, οι οποίοι παρατηρούν ότι η τεχνολογική ανάπτυξη δεν μπορεί να υπερβεί το επίπεδο που επιτεύχθηκε στις δεκαετίες του ’30, ’40 και ’50 του 20ου αιώνα, καθώς οι κλάδοι της ηλεκτρονικής και της πληροφορικής προκαλούν επαναστατικές βελτιώσεις στις επικοινωνίες αλλά η ενσωμάτωσή τους στη βασική υλική παραγωγή δεν μεταβάλλει ποιοτικά τους όρους λειτουργίας της τελευταίας. Έτσι, η ενσωμάτωση των νέων τεχνολογιών στις ήδη υπάρχουσες βελτιώνει την αποτελεσματικότητα των τελευταίων χωρίς να επιφέρει την ποιοτική μεταβολή τους. Το πάντρεμα των τεχνολογιών είναι μια αναγκαία αλλά όχι και ικανή συνθήκη για να οδηγηθούν σε περαιτέρω ανάπτυξη οι παραγωγικές δυνάμεις. Επομένως, το ρεύμα αυτής της σκέψης της αστικής τάξης επιμένει στη διατήρηση του εθνικού κράτους και των θεσμών του γιατί αντιλαμβάνεται ότι η κατάλυσή του θα οδηγήσει σε ταχύτερη χειροτέρευση του βασικού προβλήματος της οικονομίας που είναι η πτωτική τάση του μέσου ποσοστού του κέρδους.[xi] Η απορύθμιση της αγοράς και τα υπερεθνικά κρατικά μορφώματα αποτελούν για το ρεύμα αυτό ευκαιρία άκρατου και δυσανάλογου πλουτισμού του τραπεζικού και χρηματιστηριακού κεφαλαίου και οδηγούν σε ολική καταστροφή την πραγματική οικονομία. Γι’ αυτό και το ρεύμα αυτό, αν και ευκαιριακά εκμεταλλεύεται την απορύθμιση της αγοράς, εναντιώνεται στις πρακτικές της παγκοσμιοποίησης που υπερβαίνουν το βαθμό που επιτεύχθηκε στις συνθήκες του ελεγχόμενου κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού.

Το άλλο ρεύμα συμφερόντων και σκέψης της αστικής τάξης αντιπροσωπεύει κατά κύριο λόγο το τραπεζικό και χρηματιστηριακό κεφάλαιο καθώς και το βιομηχανικό κεφάλαιο των νέων τεχνολογιών που, αφενός, επιχειρεί τη συστηματική εξάρτηση των ιδιοκτητών των μέσων υλικής παραγωγής και των αντίστοιχων υπηρεσιών μέσω των τραπεζικών χρηματοδοτήσεων, της χειραγώγησης των μετοχών, των τιμών των εμπορευμάτων και των πρώτων υλών στα διεθνή χρηματιστήρια, και, αφετέρου, επιδιώκει την πλήρη απορύθμιση των αγορών και τη δημιουργία υπερεθνικών μορφωμάτων προκειμένου ληστεύοντας την πραγματική οικονομία να επιτύχει την αντιστροφή της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού του κέρδους. Φυσικά αυτό που επιτυγχάνει είναι μια χωρίς ιστορικό προηγούμενο μεταφορά – κλοπή – κεφαλαίου και κερδών από τους ιδιοκτήτες των μέσων υλικής παραγωγής και υπηρεσιών στους βαρόνους των τραπεζών, των χρηματιστηρίων και των επενδυτικών κεφαλαίων. Η σύγκρουση αυτή των δύο ρευμάτων συμφερόντων και σκέψης βαθαίνει καθημερινά καθώς αποτελεί έκφραση του μπλοκαρίσματος της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων από τις παραγωγικές σχέσεις.

Συνεπώς, οι παραγωγικές δυνάμεις απαιτούν έναν νέο τύπο σχέσεων παραγωγής που θα τους επιτρέψει να κινηθούν προς τα εμπρός. Η τάση αναζήτησης νέου τύπου παραγωγικών σχέσεων οδηγεί σε οξύτατες κοινωνικές συγκρούσεις ταξικού και ενδοταξικού περιεχομένου ενώ ταυτόχρονα απαιτεί τη δημιουργία υπερεθνικών κρατικών οντοτήτων που για να γίνουν και να λειτουργήσουν χρειάζεται η αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων. Η Ε.Ε., με την κοινοβουλευτική και υπηρεσιακή γραφειοκρατία της, θα παραμείνει γραφική καρικατούρα κρατικού μορφώματος που θα υπηρετεί ορισμένη μερίδα του μεγάλου κεφαλαίου χωρίς να μπορεί να μετασχηματιστεί σε ενιαίο ομοσπονδιακό κράτος όπως οι Η.Π.Α. Την ίδια στιγμή τα εθνικά κράτη που συνιστούν την Ε.Ε. θα βυθίζονται όλο και περισσότερο στη δομική κρίση του καπιταλισμού και θα στρέφονται το ένα ενάντια στο άλλο. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, οι αντικειμενικές συνθήκες και η κρίση της ευρωπαϊκής ενοποίησης φαίνεται να απαιτούν την επαναστατική μεταβολή των παραγωγικών σχέσεων με την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Παρά τις δυσκολίες, η εμπειρία του υπαρκτού σοσιαλισμού και της σοσιαλδημοκρατικής διακυβέρνησης φώτισαν αρκετές πλευρές του εγχειρήματος του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού αφήνοντας την ίδια στιγμή πολλά καίρια ερωτήματα για το τι πρέπει να γίνει προκειμένου να περάσει ο άνθρωπος από την προϊστορία στην ιστορία.

Σημειώσεις

[i] Αυτή η αντίφαση ανάμεσα σε δύο αντιθετικές τάσεις (διεθνοποίηση του κεφαλαίου & εθνική μορφή πολιτικού εποικοδομήματος), εγγεγραμμένες στη φύση του καπιταλισμού, επισημαίνονται στο E. Meiksins Wood, ‘Global capital, national states’, σε M. Rupert και H. Smith (επιμ.), Historical Materialism and Globalization (London: Routledge, 2002), σελ. 30-31.

[ii] Βλ. Ε. Μπιτσάκης, Θεωρία και Πράξη: Προβλήματα Φιλοσοφίας του Ανθρώπου (Αθήνα: Gutenberg, 1980), σελ. 88-91.

[iii] K. Marx, ‘Preface’ σε A Contribution to the Critique of Political Economy (Moscow: Progress Publishers, 1970), σελ. 20, μετάφραση των συγγραφέων.

[iv] Η εγγενής τάση για ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων νοείται ως η ανάγκη ικανοποίησης του συνόλου των προϋποθέσεων που εξασφαλίζουν την ομαλή λειτουργία της κοινωνίας στο επίπεδο της υπό εξέταση χρονικής στιγμής ύπαρξής της.

[v] Ο όρος ‘πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους’ χρησιμοποιείται εδώ σε ένα αφαιρετικό επίπεδο, όπως ορίζεται από τη σύνθετη και συχνά αντιφατική θεώρηση του Μαρξ και παρουσιάζεται κριτικά στο Β. Χωραφάς, ‘Η θεωρία του Μαρξ για τις οικονομικές κρίσεις’, Μηνιαία Επιθεώρηση, Νο. 49 (Ιανουάριος 2009), σελ. 2-33.

[vi] N. Poulantzas, Classes in Contemporary Capitalism (London: Verso, 1978), σελ. 78, μετάφραση των συγγραφέων.

[vii] Ο νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτς δήλωσε πρόσφατα: «Αυτό που συνέβη είναι εξαιρετικά απλό. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας αγωνίστηκε να απαλλαγεί από κάθε κανόνα ελέγχου και διαφάνειας. Επεδίωξε να είναι απολύτως αδιαφανής και απολύτως ανεξέλεγκτος. Το κατάφερε. Και τώρα το πληρώνει. Κατασκεύασε προϊόντα τόσο πολύπλοκα και σκοτεινά ώστε ούτε οι δημιουργοί τους μπορούν να υπολογίσουν την αξία τους». Συνέντευξη του Τζόζεφ Στίγκλιτς στον Παύλο Τσίμα, εφημερίδα «Τα Νέα», 4 Οκτωβρίου 2008.

[viii] Σύμφωνα με τον Werner Bonefeld, ‘η τρέχουσα οικοδόμηση της Ευρώπης ανανεώνει την αντεπανάσταση που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’50 και το κάνει σε ένα αλλαγμένο πλαίσιο ορισμένο από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και αυτό που εμφανίζεται ως μια μόνιμη κρίση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης σε παγκόσμια κλίμακα’. W. Bonefeld, ‘European integration: the market, the political and class’, Capital & Class, Αρ. 77 (2002), σελ. 132, μετάφραση των συγγραφέων.

[ix] Για το πώς αυτά τα φαινόμενα επηρέασαν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, βλ. K. van der Pijl, ‘Beyond the European Union: A Global Perspective for the European Left’, Transform! Journal, Νο. 1 (2007), σελ. 50-52.

[x] Μια διαδικασία γνωστή και ως η ‘χρηματιστικοποίηση της συσσώρευσης κεφαλαίου’, J. Bellamy Foster, ‘Η χρηματιστικοποίηση του κεφαλαίου και η κρίση’, Μηνιαία Επιθεώρηση, Νο. 45, (Σεπτέμβριος 2007), σελ. 2-21.

[xi] Αυτή η επιμονή στη διατήρηση του εθνικού κράτους συνοδεύεται από την από-εδαφοποιημένη κλίμακα της καπιταλιστικής συσσώρευσης και των μορφών εκμετάλλευσης, που σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά ‘αντισταθμίζουν την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους’. C. Tsoukalas, “Globalization and ‘the Executive Committee’: Reflections on the Contemporary Capitalist State, σε L. Panitch et al. (επιμ.), The Globalization Decade: A Critical Reader (London: The Merlin Press, 2004), σελ. 177.

10 May 2009

Ο Νίκος Πουλαντζάς για την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Κι αυτός "εθνολαϊκιστής";





Ο Νίκος Πουλαντζάς για την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Κι αυτός “εθνολαϊκιστής”; 



του Ηρακλή Οικονόμου

Δημοσιεύτηκε σε Ενθέματα, Η Αυγή της Κυριακής, 10 Μαΐου 2009, σελ. 30-31.



Εισαγωγή

Η προσκόλληση στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στη θέση της Ελλάδας μέσα σε αυτήν ως αναγκαία συνθήκη ενός προοδευτικού κοινωνικού μετασχηματισμού στη χώρα μας είναι γνωστή με τον νεολογισμό “αριστερός ευρωπαϊσμός”. Τις περισσότερες φορές αυτή η προσκόλληση θεωρείται δεδομένη και φυσική, και όσοι δεν τη συμμερίζονται παρουσιάζονται ως μεσαιωνικά απομεινάρια ενός συντηρητικού και ανιστόρητου αντιευρωπαϊσμού ή “εθνολαϊκισμού”.1

Κάποιες άλλες φορές, χρησιμοποιείται μια πιο εκλεπτυσμένη επιχειρηματολογία, με αναφορές στο πεδίο του μαρξισμού και της ταξικής ανάλυσης. Μια σαφής έκφραση αυτής της επιχειρηματολογίας αποτυπώνεται, λ.χ., στο ακόλουθο απόσπασμα:

“Το ευρωπαϊκό οικοδόμημα δεν αποτελεί “εργαλείο στα χέρια των καπιταλιστών”, αλλά πεδίο που επικαθορίζεται από την εξέλιξη της ταξικής πάλης και, επομένως, είναι δυνατό να συγκροτηθούν εντός του διαφορετικοί ιδεολογικοί και πολιτικοί συσχετισμοί, υπέρ των υπάλληλων τάξεων, εφόσον αμφισβητηθεί αποτελεσματικά η ιδεολογική ηγεμονία του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού”.2

Τι λέει αυτή η συλλογιστική; Ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι ένα σύνολο δομών με ταξικά ορισμένο περιεχόμενο και προσανατολισμό, αλλά πεδίο καθοριζόμενο από την ταξική πάλη. Σε αυτό το πεδίο, συνεχίζει η αφήγηση, είναι δυνατή η άρθρωση και η ηγεμονία των συμφερόντων των εκμεταλλευομένων τάξεων, “εφόσον αμφισβητηθεί αποτελεσματικά η ιδεολογική ηγεμονία του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού”. Πέρα από τον άκρατο φιλοσοφικό ιδεαλισμό που περιέχει αυτή η διατύπωση, καθώς διαβάζοντας ανάποδα τον Γκράμσι ανάγει στη σφαίρα της ιδεολογίας διαδικασίες που εκκινούν από τη σφαίρα της υλικής παραγωγής, αυτή η επιχειρηματολογία επιχειρεί να εφαρμόσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση μια πουλαντζιανή θεώρηση του αστικού κράτους.

Είναι γνωστή η τομή που επέφερε ο Νίκος Πουλαντζάς στη μαρξιστική θεωρία του κράτους, ακολουθώντας τις καλύτερες παραδόσεις των κλασικών, υποστηρίζοντας ότι το αστικό κράτος δεν είναι απλώς ένα εργαλείο για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της άρχουσας τάξης, αλλά συνιστά πεδίο που συμπυκνώνει ταξικούς συσχετισμούς, εντός του οποίου συγκροτούνται και δρουν ανταγωνιστικές κοινωνικές δυνάμεις.

Κρίσιμη λεπτομέρεια, βέβαια, είναι το γεγονός ότι ο Πουλαντζάς δεν αρνήθηκε ποτέ τον ταξικό ρόλο και προσανατολισμό του κράτους και δεν το παρουσίασε ποτέ ως απλή προσθαφαίρεση ιδεολογικών και πολιτικών συσχετισμών, ακόμα και όταν μίλησε για τη σχετική αυτονομία του έναντι των συμφερόντων των κυρίαρχων τάξεων. Ας παραβλέψουμε όμως αυτή τη λεπτομέρεια. Αλλού είναι το πρόβλημα: ότι η θέαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως πεδίου παίρνει αυτή την, κατά βάση ορθή, θεώρηση του αστικού κράτους από τον Πουλαντζά και την εφαρμόζει σαν καλούπι σε ένα τελείως διαφορετικό ιστορικά και θεσμικά φαινόμενο, την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Είναι όμως κάτι τέτοιο φιλοσοφικά νόμιμο και εφικτό;

Ο Πουλαντζάς για την Ευρώπη

Το ερώτημα θα επιδεχόταν απλώς εικασίες, αν δεν είχε –ευτυχώς– ο ίδιος ο Νίκος Πουλαντζάς απαντήσει σε αυτό, στο βιβλίο του “Οι κοινωνικές τάξεις στον σύγχρονο καπιταλισμό”.3 Συγκεκριμένα, ένα ολόκληρο κεφάλαιο του βιβλίου (“Η διεθνοποίηση των καπιταλιστικών σχέσεων και το έθνος-κράτος”) είναι αφιερωμένο στη σχέση ανάμεσα στην οικονομική διεθνοποίηση, την εξουσία του αστικού κράτους και την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Η συγκεκριμένη μακροσκελής ανάλυση είναι σαφής ένδειξη ότι ο ίδιος ο Πουλαντζάς μόνο αυτόματη και δεδομένη δεν θεωρούσε την εφαρμογή της θεωρίας του για το κράτος πάνω στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Αλλιώς, προφανώς και δεν θα είχε κάτσει ο ίδιος να συγγράψει μια εξολοκλήρου διαφορετική και πρωτότυπη θεώρηση αυτού του οικοδομήματος!

Αφετηρία της ανάλυσης του Πουλαντζά δεν είναι η ηγεμονία ή οι ιδεολογικοί συσχετισμοί, αλλά ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και η ακόλουθη θέση:

“Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής χαρακτηρίζεται –κατά τη διευρυμένη αναπαραγωγή του– από μια διπλή τάση, που οι δύο όψεις της ξετυλίγονται ταυτόχρονα: από την αναπαραγωγή του μέσα σ’ έναν κοινωνικό σχηματισμό όπου ‘εδραιώνεται’ και εγκαθιστά την κυριαρχία του και από την επέκταση της κυριαρχίας του έξω απ’ αυτόν τον σχηματισμό”.4

Η πρωταρχική διαδικασία πάνω στην οποία βασίζει τη θεώρηση της Ευρώπης είναι η εξαγωγή παραγωγικού κεφαλαίου, συμπορευόμενος με τις επεξεργασίες των κλασικών θεωριών περί ιμπεριαλισμού. Ο Πουλαντζάς προειδοποιεί ότι:

“η λενινιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού, και μάλιστα σ’ ό,τι αφορά τον ρόλο της εξαγωγής των κεφαλαίων, βασίζεται στον καθοριστικό ρόλο του κύκλου του παραγωγικού κεφαλαίου. Τούτο άλλωστε εξηγεί την εξέχουσα θέση που της δίνεται εδώ μέσα στην ανάλυση των μεταβολών της σημερινής φάσης του ιμπεριαλισμού”.5

Ο μαρξιστής θεωρητικός δεν μένει όμως στον ιμπεριαλισμό ως γενική φάση του καπιταλισμού, αλλά εντάσσει το ευρωπαϊκό μόρφωμα ως ενεργό δρώντα μέσα σε αυτή τη φάση. Χαρακτηριστικά, μιλάει για την Ευρώπη ως έναν “ιμπεριαλιστικό κοινωνικό σχηματισμό” και ως μια “ιμπεριαλιστική μητρόπολη”.6 Ταυτόχρονα, παρόλο που αναφέρεται στην ύπαρξη μιας αμερικάνικης ηγεμονίας στο εσωτερικό της Ευρώπης, δεν σπεύδει να προτείνει ως πανάκεια την αυτονόμηση της Ευρώπης από τον ατλαντισμό (σύνθημα αρκετά διαδεδομένο στις μέρες μας), καθώς θεωρεί ότι η Ευρώπη εμφανίζει τις δικές της, αυτόνομες επεκτατικές τάσεις.

Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι τόσο ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, όσο και ο ιμπεριαλισμός των άλλων μητροπολιτικών κέντρων, συμπεριλαμβανομένης και της τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας, εμπλέκονται σε μια αέναη πάλη για την “κυριαρχία και την εκμετάλλευση” των κυριαρχούμενων σχηματισμών στην καπιταλιστική περιφέρεια.7 Με σαφήνεια εντοπίζει την κρίση όχι μόνο στην ηγεμονία του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, αλλά του συνόλου του συστήματος του ιμπεριαλισμού. Όσο για την προσπάθεια αμφισβήτησης αυτής της ηγεμονίας από μερίδες των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων, ο Πουλαντζάς θεωρεί ότι η μάχη γίνεται για τη “μοιρασιά της λείας”.8

Σε αντίθεση με τους τωρινούς θιασώτες του Ευρωστρατού, ο ίδιος αρνείται να πάρει θέση και να επιλέξει το μικρότερο κακό. Αντίθετα, καλεί σε ρήξη με το σύνολο του ιμπεριαλισμού και με τα κρατικά και υπερ-κρατικά μορφώματα που δρουν στο πλαίσιό του.
Στην ανάλυσή του, ο Πουλαντζάς καταρρίπτει ένα ένα τα μυθεύματα πάνω στα οποία στηρίζεται σήμερα η πολιτική πρόταση του “αριστερού ευρωπαϊσμού”. Ένα από αυτά είναι η δήθεν δυνατότητα ενοποίησης του πολιτικού και συνδικαλιστικού αγώνα των εργατικών τάξεων όλων των ευρωπαϊκών χωρών. Η Ε.Ε. προβάλλεται συχνά ως το μέσο με το οποίο θα καταστεί δυνατή η ταυτόχρονη αγωνιστική συμπόρευση των εργαζομένων πέρα από σύνορα. Επαναφέροντας τον Λένιν, ο Πουλαντζάς απαντά ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο, εξαιτίας της ανισόμετρης ανάπτυξης του καπιταλισμού. Γράφει χαρακτηριστικά:

“Τι γίνεται από την πλευρά της εργατικής τάξης των ευρωπαϊκών χωρών; […] ενώ […] στην ουσία του ο αγώνας τους είναι διεθνής, η εθνική μορφή είναι εκείνη που προέχει. Τούτο, αντίθετα απ’ ό,τι υποστηρίζουν οι διάφορες ιδεολογίες της ‘παγκοσμιοποίησης’ οφείλεται, κατά ένα μέρος, στην άνιση ανάπτυξη και στις συγκεκριμένες ιδιομορφίες του κάθε κοινωνικού σχηματισμού, κατά συνέπεια σε γνωρίσματα που ανάγονται στην ίδια τη φύση του καπιταλισμού”.9

Με άλλα λόγια, κάνουν λάθος όσοι ονειρεύονται μια συντονισμένη πάλη 27 εθνικών εργατικών τάξεων για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της Ευρώπης, ή, ακόμα χειρότερα, όσοι φαντάζονται την ανάδυση μιας υπερεθνικής εργατικής τάξης με δυνατότητα παρέμβασης για τη μεταρρύθμιση των Βρυξελλών. Δεν είναι τυχαίο ότι μέχρι σήμερα, παρά την κυρίαρχη φιλολογία για την “παγκοσμιοποίηση της δράσης”, την “υπερεθνική κοινωνία των πολιτών” κλπ., οι συντονισμένες, οργανωμένες παρεμβάσεις άμεσης δράσης της εργατικής τάξης σε ευρωπαϊκό επίπεδο μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού.

Οι μικρές νίκες που μπορεί να πετύχουν οι φιλεργατικές δυνάμεις μέσα στους θεσμούς της Ε.Ε. είναι όλες αμυντικού χαρακτήρα, όπως με σαφήνεια έδειξε η πρόσφατη υπόθεση αλλαγής του εβδομαδιαίου ορίου εργάσιμου χρόνου και διάκρισης αυτού σε ενεργό και ανενεργό. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, αυτές οι “νίκες” δεν χαρακτηρίζονται από κάποιον συντονισμένο αγώνα σε όλη την Ευρώπη και στα κράτη μέλη, παρά από μάχες χαρακωμάτων στους διαδρόμους των Βρυξελλών.

Η προσπάθεια εφαρμογής ενός πουλαντζιανού αναλυτικού σχήματος στην περίπτωση της Ε.Ε. υπονοεί την οικοδόμηση ενός ευρωπαϊκού υπερεθνικού κράτους. Με άλλα λόγια, η περιγραφή της διαδικασίας ευρωπαϊκής ενοποίησης με όρους θεωρίας του κράτους υποδηλώνει την ιδέα ότι η Ε.Ε. είναι, ή θα γίνει ένα νέο, υπερεθνικό κρατικό μόρφωμα. Ούτε εδώ όμως φαίνεται να συμφωνεί ο Πουλαντζάς:

“Δεν βρισκόμαστε εδώ μπροστά στην εμφάνιση ενός νέου κράτους πάνω από τα έθνη, αλλά μάλλον σε διασπάσεις της εθνικής ενότητας που βρίσκονται στη βάση των υπαρχόντων εθνικών κρατών […] η διεθνοποίηση του κεφαλαίου επιφέρει περισσότερο ένα κομμάτιασμα του έθνους, όπως αυτό είχε σχηματιστεί ιστορικά, παρά μιαν υπερ-εθνικοποίηση του κράτους”.10

Το έθνος-κράτος στην Ευρώπη αποτέλεσε ιστορικά πεδίο παρέμβασης πολλαπλών κοινωνικών δυνάμεων, μέσα σε μια μακρά διαδικασία γένεσής του. Αντίθετα, η Ε.Ε., από την αφετηρία της μέχρι σήμερα, αποτέλεσε ουσιαστικά μια συμφωνία κορυφής της διεθνοποιημένης μερίδας των εθνικών αστικών τάξεων των κυρίαρχων οικονομικά κρατών της Ευρώπης. Η Ένωση δεν είναι και δεν υπήρξε ποτέ καρπός ταξικών συγκρούσεων και δημιουργίας ενός κρατικού μορφώματος ως αποτέλεσμα της έκφρασης των πρώτων. Συνεπώς, η Ε.Ε. δεν αντανακλά την οποιανδήποτε κοινωνική ταξική σύνθεση και συσχετισμούς, με τον τρόπο που αυτοί αντανακλούνται στο πεδίο του αστικού κράτους.

Η φιλολογία περί αλλαγής των συσχετισμών μέσα στην Ε.Ε. είναι κενή περιεχομένου, εφόσον η Ε.Ε. συνιστά όχι πεδίο αλλά μηχανισμό υπερ-κρατικής και “παρα-κρατικής” παρέμβασης, συχνά σε αντιπαράθεση προς τους αντιπροσωπευτικούς κρατικούς θεσμούς των κρατών-μελών. Γι’ αυτό, η ιδέα του Πουλαντζά ότι το πρωταρχικό είναι “η πάλη των λαϊκών μαζών στην Ευρώπη ενάντια στις δικές τους αστικές τάξεις και στα δικά τους κράτη” παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη.11 Όπως συμπεραίνει και ο Μπομπ Τζέσοπ, για τον Πουλαντζά “η πάλη για τον σοσιαλισμό πρέπει ακόμα να είναι οργανωμένη γύρω από την κατάκτηση της κρατικής εξουσίας στο επίπεδο του έθνους-κράτους”.12

Συμπέρασμα

Συμπερασματικά, σε καμία περίπτωση δεν νομιμοποιείται η μηχανιστική μεταφορά και εφαρμογή των επεξεργασιών του Πουλαντζά για το αστικό κράτος πάνω στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Η εκ βάθρων αμφισβήτηση της δυνατότητας σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της Ε.Ε. “από τα μέσα” συνιστά βασική κληρονομιά του Πουλαντζά, η μαρτυρία του οποίου ακυρώνει πλήρως την ιδέα ότι η Ε.Ε. είναι ένα ακαθόριστο πεδίο, στο οποίο όλα μπορούν να συμβούν ως παράγωγα κάποιων αιωρούμενων ιδεολογικών συσχετισμών.

Αν πάλι η ιδέα ότι η Ε.Ε. είναι κράτος έχει εντυπωθεί βαθιά σε κάποιους, ας θυμηθούν την κριτική του Πουλαντζά προς στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα στα μέσα της δεκαετίας του 1970, καθώς το τελευταίο αντιλαμβανόταν τις οικονομικές λειτουργίες του αστικού κράτους ως τεχνικές και ουδέτερες, οι οποίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από τις εκμεταλλευόμενες τάξεις με μια απλή αλλαγή στην κρατική εξουσία. Ο Πουλαντζάς μιλάει αντίθετα για την ανάγκη συντριβής του αστικού κρατικού μηχανισμού.13 Ακόμα κι αν θεωρήσουμε λοιπόν –χάριν του επιχειρήματος– την Ε.Ε. ως ένα κρατικό μόρφωμα και πεδίο ταξικών συσχετισμών, δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από την αναγκαιότητα συντριβής της, ως προϋπόθεση του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Συνεπώς, αυτοί που σπεύδουν να κατακεραυνώσουν ως εθνολαϊκιστικά απομεινάρια όσους και όσες βλέπουμε το μέλλον του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού εκτός της Ε.Ε., καλό θα ήταν να (ξανα)διαβάσουν και τον Πουλαντζά.

Βιβλιογραφικές πηγές διαθέσιμες μόνο στην έντυπη έκδοση.





01 January 2009

"Protect European citizens and the European economy": The European Security Research Programme

 



 
“Protect European citizens and the European economy”: The European Security Research Programme
 

 
by Iraklis Oikonomou

Published in Studia Diplomatica: The Brussels Journal of International Relations, Vol. 62, No. 1, 2009, pp. 3-16.
 

In 2005, the European Commission launched an EU-wide programme for advanced security research The ‘Preparatory Action on the Enhancement of the European industrial potential in the field of security research’ (PASR), initiated in February 2004, was accompanied by the European Security Research Programme (ESRP) for the period 2007-2013 as part of the 7th Framework Programme (FP7).[1]Despite its novelty, ESRP has been neglected by the literature, mainly because developments in the field are quite recent. Another reason is the location of the project at the borderline between security and economics. Security research is too economic for strategists and too strategic for economists to fit into their respective research frames.

Therefore, EU security research poses a challenge for the study of European security and defence integration. What are its origins? Why and how did it become a part of the EU policy agenda? What theoretical conclusions can be drawn from it? The first section outlines the institutional and historical background of EU security research, before turning to the analysis of the provisions of PASR and ESRP. Then, the politico-economic significance of the programme is discussed, highlighting the multiple channels through which security purposes translated into politico-economic necessities. Finally, the implications of ESRP for the study of EU security and defence policy are debated. The analysis benefits from a couple of internal documents that the author secured access to, as well as from a series of intervies with EU officials conducted in Brussels.

1.         Background of EU security research

One of the first references to military research coordination appeared in a 2002 European Parliament (EP) resolution that invited the Commission to consider developing an equivalent to the Advisory Council for Aeronautics Research in Europe in order to pool and coordinate European military research.[2]Although the resolution clearly stated ‘defence’, i.e. military, research, the Commission later misrepresented this resolution as a call for security research to which it ought to respond with action. A ‘bi-ministerial’ team consisting of representatives from DG Relex, DG Enterprise and DG Research was put in charge of the preparation of the programme. The 2002/03 Hellenic Presidency gave a key boost to it. A small number of individuals from the Presidency were extremely active within the European Armaments Policy Council Working Group (POLARM) in advocating the setting-up of a European Defence Research and Technology Programme.[3]According to the Presidency, this would aim at achieving greater return on military R&D investment and at making fuller use of existing scientific talent to the benefit of the EU arms industry.[4] The first task of the programme would be to identify and remedy weaknesses in the EU technology base. Additionally, the establishment of centrally coordinated programmes drawing on the FP was suggested. The Presidency favoured the promotion of technologically advanced dual-use applications together with a closer coordination of national military research programmes.[5]In December 2002, the Hellenic Presidency submitted a Draft Council Joint Action to POLARM on the establishment of a European Union Cooperation Programme for Advanced Security Research and Technology (E.PA.SE.RE.TE).[6]This proposal was later taken over by the Commission to become ESRP. Among member-states, the French government was supportive of the Presidency’s initiative with Germany also following suit.[7]Once the proposal was blocked at the Council by the UK on the grounds that it would add to the Council’s bureaucratic burden, the Presidency suggested that the Commission should do it. The emphasis on security rather than on ‘defence’ ensured that the UK could not turn down this transfer.[8]

E.P.A.SE.RE.TE was presented as being at the crossroads between the requirements of the European Security and Defence Policy (ESDP) and EU industrial competitiveness. In the draft joint action, the Headline Goal, the development of a common armaments policy and the Cologne Council conclusions on ESDP were interwoven with the Lisbon and Barcelona Council decisions on EU research and innovation policies.[9]According to the plan of the Presidency, the duration of the Programme was set from 1 January 2004 to 31 December 2007, i.e. it spanned a four-year period, similar to the three-year duration given later to PASR. The E.PA.SE.RE.TE budget proposed by the Presidency was €1.75 billion, a vast sum compared to the €60 (later €45) million that were initially allocated for the PASR programme. This sum amounted to the EC contribution only and corresponded to one third of the planned budget, while the rest was to be provided by the Member States and the arms industry respectively.[10]The term ‘defence industry’ was used in the original draft, demonstrating policy-makers’ awareness that the main beneficiaries of the programme would be arms manufacturers.

The Commission’s response to the Parliament and the Presidency was to propose an advanced security research cooperation programme in the March 2003 Communication on defence equipment.[11]The primary justification of the project was presented in the context of the Petersberg tasks and crisis management rather than internal security. In May 2003, the Competitiveness Council welcomed the Commission’s intention to promote a preparatory action and the following month the Thessaloniki European Council Summit called upon the Commission to proceed with both defence and security-related research.[12]In addition, during the first half of 2003 the Hellenic Presidency actively encouraged the Commission to come forward with a fresh initiative in the field of military research.[13]The coordinated moves to launch a funding programme culminated in February 2004 with a Commission Decision establishing PASR and a Communication detailing the project.

A major thrust for the launching of the ESRP came in March 2004 from the Report by the Group of Personalities in security research (GoP), tasked by the Commission.[14]The fact that it was published after the launch of the PASR in February 2004 does not entail a lack of connection between PASR and the GoP Report, given that the GoP firstly gathered in October 2003 under the auspices of Commissioners Busquin and Liikanen.[15]It can be assumed that the ordering was meant to quell concerns over the striking similarities between the GoP Report and the Commission Communication establishing PASR. These similarities led Tony Bunyan, Director of Statewatch, to wonder: ‘The role of the “Group of Personalities” in the Commission’s Communication is unclear. Did the Commission simply reproduce the “recommendations” of the GoP’s first report?’[16]

The GoP provided an expert-based, technocratic boost to the legitimacy of PASR and a reference point for the budget of the programme, as high as €1 billion annually.[17]The Report identified security threats to the EU along the lines followed by the European Security Strategy (ESS). The Report even used a Eurobarometer table surveying the supposed fears of EU citizens, which was part of the draft security strategy submitted by Solana to the 2003 Thessaloniki Summit.[18]The discussion adopted the exact wording of ESS, identifying the same categories of threats and claiming that these ‘are more diverse, less visible and less predictable than those Europe faced during the Cold War’.[19]The threats appeared to be transnational, not restricted by state borders, supposedly representing the merging of the internal and external dimensions of European security. After framing the threats, the Report highlighted the important technological and industrial potential to be realised from a security research programme. It focused on the dual-use dimension of modern technology and suggested that targeted investment involving all security-related industries such as arms and aerospace, electronics, pharmaceuticals, bio-technology and telecommunications would ‘not only enhance security but also contribute to EU productivity and growth’.[20]The Commission incorporated all GoP recommendations in the 2004 Communication on security research, where the ESRP and the setting-up of the European Security Research Advisory Board (ESRAB) were announced.[21]

The Parliament placed EU security research under its aegis with a 2005 resolution that welcomed the Commission’s proposal and called for the adoption of the €1 billion budgetary target. In addition, it approved the setting-up of ESRAB and emphasised the importance of a competitive defence and security industry.[22]Although there were three committees involved in the consultation process (Foreign Affairs, Industry & Research, and Justice & Home Affairs), the resolution invited the Commission to report only to the first two committees. The marginalisation of the Committee on Justice and Home Affairs was due to its critical evaluation of ESRP that did not fully suit the prevalent pro-industry rhetoric, with calls for the inclusion of civil liberties organisations in ESRAB and for increased transparency.[23]The link between the Commission and the EP positions was underlined by the presence of the parliamentarian Philippe Busquin, the former Commissioner on Research, who drafted the opinion of the Committee on Industry and Research and advocated an increased budgetary allocation and presence of the industry in ESRAB.[24]The result was the formation of a small circle of individuals preparing the ESRP via the Commission while assigning legitimacy to it via the EP.

2.         What is the European Security Research Programme?

The political basis of the Communication establishing the PASR was claimed by the Commission to be the Thessaloniki Presidency Conclusions, despite the absence of any reference to specific funding arrangements or legislative measures in that mandate. Furthermore, the legal basis of the Action was publicly questioned. Critics argued that Art. 157 of the EC Treaty on industrial competitiveness, which formed the legal basis of PASR, should have been substituted by Art. 163(3) on research and technological development.[25]The legal choice allowed the assignment of the management of the project to DG Enterprise, rather than DG Research.

The role of preparatory actions is to generate proposals that may be incorporated in future Community actions.[26]For 2004 and 2005, the budget for PASR was €15 million per year, while the 2006 budget was initially set to €25 million by the Commission.[27]The Council later decreased the sum to €15 million. While not negligible, since the preparatory nature of the program automatically places the budget at the low end of the spectrum, PASR expenditure was lower than the industry would have liked.[28] For each project, the part funded by the Commission was 75% with the remaining 25% funded by the participants, who maintained intellectual property rights. The real value of the action was not imprinted in its budget but in the function of PASR as a training ground for the much more muscled ESRP.

Two kinds of activities fell within the scope of PASR: projects and supporting activities. Projects ran from one to two years and supporting activities ran from six months to three years.[29]Note that two of the assessment criteria for selection referred to economic and competitive advantages rather than to any security-related imperative: reinforcement of the competitiveness of European industry and potential for exploitation, and building of effective partnerships between public users, industry and research.[30]Still, PASR was a mission-oriented programme, i.e. it aimed to fulfil specific priority missions singled out by the Commission. The priority missions for the PASR-2005 programme were the following: optimising the security and protection of networked systems; protecting against terrorism; enhancing crisis management; achieving interoperability and integration of systems for information and communication; and improving situation awareness (in crisis management, anti-terrorism activities, or border control).[31]These remained the same for PASR 2006, although there the Commission specified twelve key activities and invited all stakeholders to focus their proposals on them. However, PASR-2004 had no priority missions whatsoever; the Commission put forward its priorities in PASR-2005, once the industry had articulated its own initial proposals.

ESRP was established in 2007 as part of FP7. In the Commission proposal to the Council, security research was grouped together with space research with a joint budget of €3.96 billion for a seven-year timeframe (2007-2013).[32]The 2004 Commission proposal called for an annual budget of €1 billion with the view of increasing it progressively.[33]The Commission lowered the sum, adapting its proposal to the prevailing mood in the Council against the huge amount originally proposed by the GoP. There were no formal rules to define how the budget would be split between space and security, although the industry had received informal assurances from the Commission that the allocation would be 50% for each area.[34]In the end, the Council separated the two fields and created a separate thematic category named ‘security’.[35]The four core activities of ESRP as proposed by the Commission were: protection against terrorism and crime; security of infrastructures and utilities; border security; and restoring security in case of crisis. Three more themes were identified in order to support the core activities: security systems integration and interoperability; security and society; and security research coordination and structuring.[36]The final allocation for security research in FP7 was €1.4 billion for the 2007-2013 period, or approximately €200 million annually.[37]This was lower than the GoP proposal but high enough to generate interest from all stakeholders.

Initially, the activities funded by ESRP were supposed to be geared towards protecting Member States from transnational threats and assisting ESDP missions.[38]The Commission mentioned the Petersberg tasks as part of the rationale for building up a security research programme.[39]Later, the ESDP dimension was toned down in favour of a homeland-security rationale. Due to the interrelatedness of security and military technological applications, the distinction between homeland security and ESDP purposes is only meaningful at the rhetorical level; ESRP should be viewed as a de factopart of ESDP. Experts repeatedly called for the establishment of a European security and ‘defence’ R&T budget for ESDP purposes.[40]A clear ESDP dimension ran through PASR, culminating in the PASR-2006 key activity on ‘shared information management tools and models to facilitate the efficient integration of diverse emergency and management services for humanitarian operations and rescue tasks in support of the Common Foreign and Security Policy’.[41]Major PASR projects, such as ASTRO+, BS-UAV, CITRINE, GEOCREW, MARIUS and WINTSEC had a clear, ESDP-related technological scope and function. The Joint Research Centre produced a modelling of security missions attached to PASR and ESRP that included the Petersberg Tasks and European crisis management.[42]The Commission proposal for ESRP mentioned crisis management operations as a potential field of its application and invoked the threat perception and proposals put forward by the ESS.[43]Furthermore, EU military leaders regarded access to the findings of the programme as guaranteed, through the cooperation of member states, the European Defence Agency (EDA) and the Commission.[44]

Apart from separating security from space, the Council also agreed upon some notable changes of tone and scope compared with the original Commission proposal for FP7. The improvement of the competitiveness of the European ‘security’ industry became part of the stated objectives of the FP7 security programme.[45]This additional emphasis on the socio-economic priorities of the project was accompanied by a repeated reference to its civil, i.e. non-military nature. The terms ‘civil’ and ‘non-defence’ were added seven times in the text, under intense pressure from member states sceptical of the Commission’s involvement in military affairs, such as the UK.[46]

The integral link between the EDA and ESRP was framed in the name of dual-use technology and the need to coordinate the activities of the two entities.[47]The EDA secured participation in the group of evaluators for the selection of the PASR projects together with evaluators drawn from member states and the Commission. Moreover, it was granted a seat at ESRAB, the advisory body on security research set up by the Commission in order to ‘identify synergies between the defence R&T work of the Agency and the civilian-oriented security research programme.’[48]In at least two areas, Unmanned Aerial Vehicles (UAV) and Software-Defined Radio, the EDA and the Commission developed parallel and complementary research programmes. Therefore, the relationship between the EDA and the Commission was one characterised by a unity of objectives. Both wished to see increased levels of spending for security research that would eventually contribute to the strengthening of the European arms industry’s competitive status. The Commission and the EDA established R&T funding initiatives with similar timeframes and objectives. The fact that the one initiative was community-driven while the other one was intergovernmental does not justify institutionalist preoccupation with the formal structures of the institutions involved. What matters is the politico-economic purpose of the developments, which is the same in both arenas.

3.         The political economy of EU security research

According to official discourse, developing security-related research and technology for the EU was necessary in order to counter the internal and external threats to European security described in the ESS.[49]Rhetorical emphasis on threats and security cannot conceal the socio-economic objectives embedded in the making of ESRP. The Commission suggested that ‘a strong, structured security research programme at a European level is necessary to help protect European citizens and the European economy’.[50]In fact, protecting the long-term competitiveness of the European security industry is the primary objective of EU security research. This was reflected in, among others, the criteria according to which the PASR projects were selected. The second principle of the selection was ‘the stimulation of market conditions and innovative mechanisms to create opportunities for European industry to gain a comparative advantage’.[51]Furthermore, the term ‘security industry’, used repeatedly by the Commission, is a euphemism. Each big arms-producing firm in Europe has its own security division, rendering it practically impossible to distinguish between security and arms industries. ESRP is particularly significant for companies that maintain such security business divisions. The industry that the Commission primarily referred to involves those arms-producing firms that maintain both a military and a civilian (or dual-use) portfolio of activities, such as EADS, Thalles, BAE Systems, Finmeccanica, Dassault, Diehl and Rheinmetall. Given that public and EU subsidies cannot be formally given to civil industries, funding programmes such as ESRP may ‘serve as a backdoor conduit for government money to the civil sector’.[52]Next to the arms industry stand sectors tightly knit together, whose operations are dual-use or civil. Such sectors with a big stake in EU security research include information technology, materials technology, telecommunications and transport among others.[53]

This interrelatedness of military and civil productive capital does not alter the military focus of ESRP. The very concept of ‘security research’ is a politically correct synonym for research at the borderline between ‘security’ and ‘defence. In most cases, security research cannot be meaningfully distinguished from research that has a military scope, and ESRP is an integral part of EU military and security research.[54]In practice, what distinguishes security from military research in the EU is budgetary control. In the words of Nick Witney, former Chief Executive of the EDA, ‘the fundamental difference is really who controls the money – in the case of defence research, national defence ministries, in the case of security research other national authorities and now, too, the Commission’.[55]No other actual distinction can be put forward. In terms of purpose, both bodies of research benefit military corporations and the repressive mechanisms of the state in the first place. Technologically, the wall separating the two areas is replete with cracks.[56]For example, there is no major difference between UAVs developed for border control and UAVs developed for battlefield monitoring.

The expansion of arms industries in civilian and quasi-civilian applications of military technology was one of the strategies pursued in order to stay competitive in the face of declining military budgets.[57]The unity of civil and military technological applications, a commonplace for the aerospace industry, increasingly dominated the arms industry as a whole. As the Commission-led STAR 21 Report stated, ‘The wellbeing of the industry depends on the twin pillars, civil and defence. They are complementary to each other but mutually dependent’.[58]This dependence secures product diversification, economies of scale and the enhancement of the scientific and technological basis of firms. For the arms-industrial sector, characterised by extremely high fixed costs, the strengthening of the links between civil and military applications is necessary.

In addition, projects such as the ESRP have ‘structural’ benefits for the whole EU as a capitalist economic unit in a fiercely competitive, internationalised economic system. Next to the arms industry, ESRP ensured the involvement of numerous other industrial sectors that may benefit from security-related applications, such as the pharmaceutical, chemical, telecommunications and information technology industries.[59]Increasing cooperation between the arms industry and other sectors, especially IT leaders such as Siemens and Ericsson, was an embedded aim of the programme. Additional investment in security and military research is expected to foster the generation of new technological capabilities. The former Commissioner for Enterprise and Information Society argued that ‘the defence industry acts as a catalyst for growth and innovation in other industries ranging from high-tech, such as aerospace and IT, to more traditional industries such as steel and shipbuilding’.[60] The aim was the promotion of the international competitiveness of European capital in general, and especially of its fractions engaged in technologically specialised and R&D-intensive activities.

The transatlantic dimension of ESRP is critical for the programme’s scope and function. Competition between European and American companies and the vast disparity between the EU and the US armaments and homeland security markets set the scene for the presentation of ESRP as a tool that ought to compete with US security spending. The advocacy of the idea that the EU should follow the US in terms of security spending was fierce and uncritical. The GoP Report suggested that the EU investment on security research should try to match that of the US, due to the similarity of the threats facing both societies and to the difficulties surrounding the border protection in the enlarged EU.[61]The competitive status of the European arms manufacturers has been undermined by the vast disparity in internal security funding between the EU and the US. For the period 2006-2015, the EU is expected to spend one third of what the US will spend on homeland security; the share of EU expenditure in global homeland security expenditure is 17%, while the share of US expenditure is 52%.[62]This played prominently in public discourse and industrial thinking.[63]The implications of this disparity for the European arms industry are far-reaching. By taking the lead in funding, the US arms industry gets closer to developing and sustaining a technological lead in the relatively novel area of security applications. Such a lead could allow the US to establish its own preferred standards on security equipment outside its territorial confines. Acknowledging this possibility, the GoP report suggests that ‘For critical technologies, Europe should aim for an indigenous competitive capability, even if this involves duplication of effort’.[64]

4.         Implications for the study of European integration


The article began by highlighting the core episodes in the formation of the EU security research programme. It then turned to the provisions of both PASR and ESRP, emphasising the interlinking of economic and security imperatives. The politico-economic significance of the programme was analysed in detail, illuminating both the instrumental effects of military-industrial interests and the structural benefits of European capitalism as a whole. Three concluding claims stem from this research note: a) security research has significant politico-economic implications for military-industrial actors in the EU; b) EU institutions have demonstrated a remarkable unity of purpose in promoting this programme irrespective of their institutional form; and c) the European Security and Defence Policy (ESDP) acted as a discursive source of legitimacy for the promotion of this project.

Contrary to realist and liberal intergovermentalist approaches, the distinction between high and low politics is, in the case of ESRP, undermined by the intermeshing of economic-industrial interests, bureaucratic policy-making and security objectives. In addition, given the dominant role of the Commission in the process of the making of ESRP, the view of states as the only significant actors in the making of EU security policy is not valid. The Commission enjoyed a strong level of influence over Member States on research issues. This was backed by a special partnership between the industry and DG Enterprise in which both developed informal links and channels for the exchange of ideas. Overall, the EU security research programme demonstrates the politico-economic significance of seemingly strategic projects that serve a supposedly objective set of EU security interests. Security research is geared towards protecting the European economy at least as much as the European citizens.

In addition, the case of ESRP highlights the extent to which ESDP was utilised by all relevant institutional actors, including the European arms industry, in order to legitimise and accelerate the development of EU armaments policy. The emergence of ESDP opened up a policy space that the dominant social forces occupied rapidly in order to further their own pressing interests. The Commission was adaptive to the emerging discourse, scope and priorities of ESDP, incorporating them efficiently into ESRP. In addition, the Commission utilised the need of industry for more funding as a source of support for an initiative that ultimately had to be sold to EU member-states. EU security research demonstrates that, no matter whether the internal and external dimensions of security have merged objectively, they have de facto been merged rhetorically in order to smooth the way for EU military-industrial reform. The merging of the two dimensions of security has real, tangible consequences, even if it is not real as such. This merging channels the elements of urgency and threat perception that stem from the international realm into the domestic mechanisms of capitalist reproduction. Direct, ESRP-like funding is the most open and obvious way to support an industry and this development follows clearly the demands placed by the internationalised military-industrial capital. While the decision to proceed with such a programme was political, its results were socio-economic, benefiting the European arms industry and extending its synergies.

Finally, ESRP is a textbook case of the unity of purpose and action connecting intergovernmental and supranational institutions in the EU. The R&T efforts of the EDA and ESRP can be legitimately viewed as complementary. The group of individuals that masterminded the ESRP and the EDA was roughly the same, supported by the Hellenic Presidency. Security research as a project was given to the Commission by the Presidency when the UK objected to it being carried out by the Council. The EDA secured its presence in the post-PASR institutional arrangements and had a say in the future orientation of the ESRP through its membership of ESRAB. The synergies between the Commission and the EDA were all too visible, translating into a unity of actual policy-making practice. Such a unity was mediated by state authority and its diverging traditions and ‘national’, i.e. politico-economic interests, without however concealing the profound connections between industrial and political actors at the EU level.

To sum up, EU security research is indeed a theoretically and empirically novel and challenging development. For the first time in the history of the EU, the Commission has entered the world of defence-related research. At the same time, the European arms industry has now set foot in a vast pool of economic resources as part of FP7 that were previously unavailable to arms manufacturers. The making of the EU security research programme is a textbook case of the multiple ways through which the quest for European security and defence autonomy has impacted on the politico-economic essence of European integration. The potential militarisation of scientific research is a prospect that deserves attention from students of the EU and European citizens alike.

References available in print version only.