Pages

10 May 2009

Ο Νίκος Πουλαντζάς για την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Κι αυτός "εθνολαϊκιστής";





Ο Νίκος Πουλαντζάς για την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Κι αυτός “εθνολαϊκιστής”; 



του Ηρακλή Οικονόμου

Δημοσιεύτηκε σε Ενθέματα, Η Αυγή της Κυριακής, 10 Μαΐου 2009, σελ. 30-31.



Εισαγωγή

Η προσκόλληση στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στη θέση της Ελλάδας μέσα σε αυτήν ως αναγκαία συνθήκη ενός προοδευτικού κοινωνικού μετασχηματισμού στη χώρα μας είναι γνωστή με τον νεολογισμό “αριστερός ευρωπαϊσμός”. Τις περισσότερες φορές αυτή η προσκόλληση θεωρείται δεδομένη και φυσική, και όσοι δεν τη συμμερίζονται παρουσιάζονται ως μεσαιωνικά απομεινάρια ενός συντηρητικού και ανιστόρητου αντιευρωπαϊσμού ή “εθνολαϊκισμού”.1

Κάποιες άλλες φορές, χρησιμοποιείται μια πιο εκλεπτυσμένη επιχειρηματολογία, με αναφορές στο πεδίο του μαρξισμού και της ταξικής ανάλυσης. Μια σαφής έκφραση αυτής της επιχειρηματολογίας αποτυπώνεται, λ.χ., στο ακόλουθο απόσπασμα:

“Το ευρωπαϊκό οικοδόμημα δεν αποτελεί “εργαλείο στα χέρια των καπιταλιστών”, αλλά πεδίο που επικαθορίζεται από την εξέλιξη της ταξικής πάλης και, επομένως, είναι δυνατό να συγκροτηθούν εντός του διαφορετικοί ιδεολογικοί και πολιτικοί συσχετισμοί, υπέρ των υπάλληλων τάξεων, εφόσον αμφισβητηθεί αποτελεσματικά η ιδεολογική ηγεμονία του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού”.2

Τι λέει αυτή η συλλογιστική; Ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι ένα σύνολο δομών με ταξικά ορισμένο περιεχόμενο και προσανατολισμό, αλλά πεδίο καθοριζόμενο από την ταξική πάλη. Σε αυτό το πεδίο, συνεχίζει η αφήγηση, είναι δυνατή η άρθρωση και η ηγεμονία των συμφερόντων των εκμεταλλευομένων τάξεων, “εφόσον αμφισβητηθεί αποτελεσματικά η ιδεολογική ηγεμονία του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού”. Πέρα από τον άκρατο φιλοσοφικό ιδεαλισμό που περιέχει αυτή η διατύπωση, καθώς διαβάζοντας ανάποδα τον Γκράμσι ανάγει στη σφαίρα της ιδεολογίας διαδικασίες που εκκινούν από τη σφαίρα της υλικής παραγωγής, αυτή η επιχειρηματολογία επιχειρεί να εφαρμόσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση μια πουλαντζιανή θεώρηση του αστικού κράτους.

Είναι γνωστή η τομή που επέφερε ο Νίκος Πουλαντζάς στη μαρξιστική θεωρία του κράτους, ακολουθώντας τις καλύτερες παραδόσεις των κλασικών, υποστηρίζοντας ότι το αστικό κράτος δεν είναι απλώς ένα εργαλείο για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της άρχουσας τάξης, αλλά συνιστά πεδίο που συμπυκνώνει ταξικούς συσχετισμούς, εντός του οποίου συγκροτούνται και δρουν ανταγωνιστικές κοινωνικές δυνάμεις.

Κρίσιμη λεπτομέρεια, βέβαια, είναι το γεγονός ότι ο Πουλαντζάς δεν αρνήθηκε ποτέ τον ταξικό ρόλο και προσανατολισμό του κράτους και δεν το παρουσίασε ποτέ ως απλή προσθαφαίρεση ιδεολογικών και πολιτικών συσχετισμών, ακόμα και όταν μίλησε για τη σχετική αυτονομία του έναντι των συμφερόντων των κυρίαρχων τάξεων. Ας παραβλέψουμε όμως αυτή τη λεπτομέρεια. Αλλού είναι το πρόβλημα: ότι η θέαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως πεδίου παίρνει αυτή την, κατά βάση ορθή, θεώρηση του αστικού κράτους από τον Πουλαντζά και την εφαρμόζει σαν καλούπι σε ένα τελείως διαφορετικό ιστορικά και θεσμικά φαινόμενο, την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Είναι όμως κάτι τέτοιο φιλοσοφικά νόμιμο και εφικτό;

Ο Πουλαντζάς για την Ευρώπη

Το ερώτημα θα επιδεχόταν απλώς εικασίες, αν δεν είχε –ευτυχώς– ο ίδιος ο Νίκος Πουλαντζάς απαντήσει σε αυτό, στο βιβλίο του “Οι κοινωνικές τάξεις στον σύγχρονο καπιταλισμό”.3 Συγκεκριμένα, ένα ολόκληρο κεφάλαιο του βιβλίου (“Η διεθνοποίηση των καπιταλιστικών σχέσεων και το έθνος-κράτος”) είναι αφιερωμένο στη σχέση ανάμεσα στην οικονομική διεθνοποίηση, την εξουσία του αστικού κράτους και την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Η συγκεκριμένη μακροσκελής ανάλυση είναι σαφής ένδειξη ότι ο ίδιος ο Πουλαντζάς μόνο αυτόματη και δεδομένη δεν θεωρούσε την εφαρμογή της θεωρίας του για το κράτος πάνω στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Αλλιώς, προφανώς και δεν θα είχε κάτσει ο ίδιος να συγγράψει μια εξολοκλήρου διαφορετική και πρωτότυπη θεώρηση αυτού του οικοδομήματος!

Αφετηρία της ανάλυσης του Πουλαντζά δεν είναι η ηγεμονία ή οι ιδεολογικοί συσχετισμοί, αλλά ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και η ακόλουθη θέση:

“Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής χαρακτηρίζεται –κατά τη διευρυμένη αναπαραγωγή του– από μια διπλή τάση, που οι δύο όψεις της ξετυλίγονται ταυτόχρονα: από την αναπαραγωγή του μέσα σ’ έναν κοινωνικό σχηματισμό όπου ‘εδραιώνεται’ και εγκαθιστά την κυριαρχία του και από την επέκταση της κυριαρχίας του έξω απ’ αυτόν τον σχηματισμό”.4

Η πρωταρχική διαδικασία πάνω στην οποία βασίζει τη θεώρηση της Ευρώπης είναι η εξαγωγή παραγωγικού κεφαλαίου, συμπορευόμενος με τις επεξεργασίες των κλασικών θεωριών περί ιμπεριαλισμού. Ο Πουλαντζάς προειδοποιεί ότι:

“η λενινιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού, και μάλιστα σ’ ό,τι αφορά τον ρόλο της εξαγωγής των κεφαλαίων, βασίζεται στον καθοριστικό ρόλο του κύκλου του παραγωγικού κεφαλαίου. Τούτο άλλωστε εξηγεί την εξέχουσα θέση που της δίνεται εδώ μέσα στην ανάλυση των μεταβολών της σημερινής φάσης του ιμπεριαλισμού”.5

Ο μαρξιστής θεωρητικός δεν μένει όμως στον ιμπεριαλισμό ως γενική φάση του καπιταλισμού, αλλά εντάσσει το ευρωπαϊκό μόρφωμα ως ενεργό δρώντα μέσα σε αυτή τη φάση. Χαρακτηριστικά, μιλάει για την Ευρώπη ως έναν “ιμπεριαλιστικό κοινωνικό σχηματισμό” και ως μια “ιμπεριαλιστική μητρόπολη”.6 Ταυτόχρονα, παρόλο που αναφέρεται στην ύπαρξη μιας αμερικάνικης ηγεμονίας στο εσωτερικό της Ευρώπης, δεν σπεύδει να προτείνει ως πανάκεια την αυτονόμηση της Ευρώπης από τον ατλαντισμό (σύνθημα αρκετά διαδεδομένο στις μέρες μας), καθώς θεωρεί ότι η Ευρώπη εμφανίζει τις δικές της, αυτόνομες επεκτατικές τάσεις.

Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι τόσο ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, όσο και ο ιμπεριαλισμός των άλλων μητροπολιτικών κέντρων, συμπεριλαμβανομένης και της τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας, εμπλέκονται σε μια αέναη πάλη για την “κυριαρχία και την εκμετάλλευση” των κυριαρχούμενων σχηματισμών στην καπιταλιστική περιφέρεια.7 Με σαφήνεια εντοπίζει την κρίση όχι μόνο στην ηγεμονία του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, αλλά του συνόλου του συστήματος του ιμπεριαλισμού. Όσο για την προσπάθεια αμφισβήτησης αυτής της ηγεμονίας από μερίδες των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων, ο Πουλαντζάς θεωρεί ότι η μάχη γίνεται για τη “μοιρασιά της λείας”.8

Σε αντίθεση με τους τωρινούς θιασώτες του Ευρωστρατού, ο ίδιος αρνείται να πάρει θέση και να επιλέξει το μικρότερο κακό. Αντίθετα, καλεί σε ρήξη με το σύνολο του ιμπεριαλισμού και με τα κρατικά και υπερ-κρατικά μορφώματα που δρουν στο πλαίσιό του.
Στην ανάλυσή του, ο Πουλαντζάς καταρρίπτει ένα ένα τα μυθεύματα πάνω στα οποία στηρίζεται σήμερα η πολιτική πρόταση του “αριστερού ευρωπαϊσμού”. Ένα από αυτά είναι η δήθεν δυνατότητα ενοποίησης του πολιτικού και συνδικαλιστικού αγώνα των εργατικών τάξεων όλων των ευρωπαϊκών χωρών. Η Ε.Ε. προβάλλεται συχνά ως το μέσο με το οποίο θα καταστεί δυνατή η ταυτόχρονη αγωνιστική συμπόρευση των εργαζομένων πέρα από σύνορα. Επαναφέροντας τον Λένιν, ο Πουλαντζάς απαντά ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο, εξαιτίας της ανισόμετρης ανάπτυξης του καπιταλισμού. Γράφει χαρακτηριστικά:

“Τι γίνεται από την πλευρά της εργατικής τάξης των ευρωπαϊκών χωρών; […] ενώ […] στην ουσία του ο αγώνας τους είναι διεθνής, η εθνική μορφή είναι εκείνη που προέχει. Τούτο, αντίθετα απ’ ό,τι υποστηρίζουν οι διάφορες ιδεολογίες της ‘παγκοσμιοποίησης’ οφείλεται, κατά ένα μέρος, στην άνιση ανάπτυξη και στις συγκεκριμένες ιδιομορφίες του κάθε κοινωνικού σχηματισμού, κατά συνέπεια σε γνωρίσματα που ανάγονται στην ίδια τη φύση του καπιταλισμού”.9

Με άλλα λόγια, κάνουν λάθος όσοι ονειρεύονται μια συντονισμένη πάλη 27 εθνικών εργατικών τάξεων για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της Ευρώπης, ή, ακόμα χειρότερα, όσοι φαντάζονται την ανάδυση μιας υπερεθνικής εργατικής τάξης με δυνατότητα παρέμβασης για τη μεταρρύθμιση των Βρυξελλών. Δεν είναι τυχαίο ότι μέχρι σήμερα, παρά την κυρίαρχη φιλολογία για την “παγκοσμιοποίηση της δράσης”, την “υπερεθνική κοινωνία των πολιτών” κλπ., οι συντονισμένες, οργανωμένες παρεμβάσεις άμεσης δράσης της εργατικής τάξης σε ευρωπαϊκό επίπεδο μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού.

Οι μικρές νίκες που μπορεί να πετύχουν οι φιλεργατικές δυνάμεις μέσα στους θεσμούς της Ε.Ε. είναι όλες αμυντικού χαρακτήρα, όπως με σαφήνεια έδειξε η πρόσφατη υπόθεση αλλαγής του εβδομαδιαίου ορίου εργάσιμου χρόνου και διάκρισης αυτού σε ενεργό και ανενεργό. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, αυτές οι “νίκες” δεν χαρακτηρίζονται από κάποιον συντονισμένο αγώνα σε όλη την Ευρώπη και στα κράτη μέλη, παρά από μάχες χαρακωμάτων στους διαδρόμους των Βρυξελλών.

Η προσπάθεια εφαρμογής ενός πουλαντζιανού αναλυτικού σχήματος στην περίπτωση της Ε.Ε. υπονοεί την οικοδόμηση ενός ευρωπαϊκού υπερεθνικού κράτους. Με άλλα λόγια, η περιγραφή της διαδικασίας ευρωπαϊκής ενοποίησης με όρους θεωρίας του κράτους υποδηλώνει την ιδέα ότι η Ε.Ε. είναι, ή θα γίνει ένα νέο, υπερεθνικό κρατικό μόρφωμα. Ούτε εδώ όμως φαίνεται να συμφωνεί ο Πουλαντζάς:

“Δεν βρισκόμαστε εδώ μπροστά στην εμφάνιση ενός νέου κράτους πάνω από τα έθνη, αλλά μάλλον σε διασπάσεις της εθνικής ενότητας που βρίσκονται στη βάση των υπαρχόντων εθνικών κρατών […] η διεθνοποίηση του κεφαλαίου επιφέρει περισσότερο ένα κομμάτιασμα του έθνους, όπως αυτό είχε σχηματιστεί ιστορικά, παρά μιαν υπερ-εθνικοποίηση του κράτους”.10

Το έθνος-κράτος στην Ευρώπη αποτέλεσε ιστορικά πεδίο παρέμβασης πολλαπλών κοινωνικών δυνάμεων, μέσα σε μια μακρά διαδικασία γένεσής του. Αντίθετα, η Ε.Ε., από την αφετηρία της μέχρι σήμερα, αποτέλεσε ουσιαστικά μια συμφωνία κορυφής της διεθνοποιημένης μερίδας των εθνικών αστικών τάξεων των κυρίαρχων οικονομικά κρατών της Ευρώπης. Η Ένωση δεν είναι και δεν υπήρξε ποτέ καρπός ταξικών συγκρούσεων και δημιουργίας ενός κρατικού μορφώματος ως αποτέλεσμα της έκφρασης των πρώτων. Συνεπώς, η Ε.Ε. δεν αντανακλά την οποιανδήποτε κοινωνική ταξική σύνθεση και συσχετισμούς, με τον τρόπο που αυτοί αντανακλούνται στο πεδίο του αστικού κράτους.

Η φιλολογία περί αλλαγής των συσχετισμών μέσα στην Ε.Ε. είναι κενή περιεχομένου, εφόσον η Ε.Ε. συνιστά όχι πεδίο αλλά μηχανισμό υπερ-κρατικής και “παρα-κρατικής” παρέμβασης, συχνά σε αντιπαράθεση προς τους αντιπροσωπευτικούς κρατικούς θεσμούς των κρατών-μελών. Γι’ αυτό, η ιδέα του Πουλαντζά ότι το πρωταρχικό είναι “η πάλη των λαϊκών μαζών στην Ευρώπη ενάντια στις δικές τους αστικές τάξεις και στα δικά τους κράτη” παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη.11 Όπως συμπεραίνει και ο Μπομπ Τζέσοπ, για τον Πουλαντζά “η πάλη για τον σοσιαλισμό πρέπει ακόμα να είναι οργανωμένη γύρω από την κατάκτηση της κρατικής εξουσίας στο επίπεδο του έθνους-κράτους”.12

Συμπέρασμα

Συμπερασματικά, σε καμία περίπτωση δεν νομιμοποιείται η μηχανιστική μεταφορά και εφαρμογή των επεξεργασιών του Πουλαντζά για το αστικό κράτος πάνω στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Η εκ βάθρων αμφισβήτηση της δυνατότητας σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της Ε.Ε. “από τα μέσα” συνιστά βασική κληρονομιά του Πουλαντζά, η μαρτυρία του οποίου ακυρώνει πλήρως την ιδέα ότι η Ε.Ε. είναι ένα ακαθόριστο πεδίο, στο οποίο όλα μπορούν να συμβούν ως παράγωγα κάποιων αιωρούμενων ιδεολογικών συσχετισμών.

Αν πάλι η ιδέα ότι η Ε.Ε. είναι κράτος έχει εντυπωθεί βαθιά σε κάποιους, ας θυμηθούν την κριτική του Πουλαντζά προς στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα στα μέσα της δεκαετίας του 1970, καθώς το τελευταίο αντιλαμβανόταν τις οικονομικές λειτουργίες του αστικού κράτους ως τεχνικές και ουδέτερες, οι οποίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από τις εκμεταλλευόμενες τάξεις με μια απλή αλλαγή στην κρατική εξουσία. Ο Πουλαντζάς μιλάει αντίθετα για την ανάγκη συντριβής του αστικού κρατικού μηχανισμού.13 Ακόμα κι αν θεωρήσουμε λοιπόν –χάριν του επιχειρήματος– την Ε.Ε. ως ένα κρατικό μόρφωμα και πεδίο ταξικών συσχετισμών, δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από την αναγκαιότητα συντριβής της, ως προϋπόθεση του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Συνεπώς, αυτοί που σπεύδουν να κατακεραυνώσουν ως εθνολαϊκιστικά απομεινάρια όσους και όσες βλέπουμε το μέλλον του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού εκτός της Ε.Ε., καλό θα ήταν να (ξανα)διαβάσουν και τον Πουλαντζά.

Βιβλιογραφικές πηγές διαθέσιμες μόνο στην έντυπη έκδοση.





01 January 2009

"Protect European citizens and the European economy": The European Security Research Programme

 



 
“Protect European citizens and the European economy”: The European Security Research Programme
 

 
by Iraklis Oikonomou

Published in Studia Diplomatica: The Brussels Journal of International Relations, Vol. 62, No. 1, 2009, pp. 3-16.
 

In 2005, the European Commission launched an EU-wide programme for advanced security research The ‘Preparatory Action on the Enhancement of the European industrial potential in the field of security research’ (PASR), initiated in February 2004, was accompanied by the European Security Research Programme (ESRP) for the period 2007-2013 as part of the 7th Framework Programme (FP7).[1]Despite its novelty, ESRP has been neglected by the literature, mainly because developments in the field are quite recent. Another reason is the location of the project at the borderline between security and economics. Security research is too economic for strategists and too strategic for economists to fit into their respective research frames.

Therefore, EU security research poses a challenge for the study of European security and defence integration. What are its origins? Why and how did it become a part of the EU policy agenda? What theoretical conclusions can be drawn from it? The first section outlines the institutional and historical background of EU security research, before turning to the analysis of the provisions of PASR and ESRP. Then, the politico-economic significance of the programme is discussed, highlighting the multiple channels through which security purposes translated into politico-economic necessities. Finally, the implications of ESRP for the study of EU security and defence policy are debated. The analysis benefits from a couple of internal documents that the author secured access to, as well as from a series of intervies with EU officials conducted in Brussels.

1.         Background of EU security research

One of the first references to military research coordination appeared in a 2002 European Parliament (EP) resolution that invited the Commission to consider developing an equivalent to the Advisory Council for Aeronautics Research in Europe in order to pool and coordinate European military research.[2]Although the resolution clearly stated ‘defence’, i.e. military, research, the Commission later misrepresented this resolution as a call for security research to which it ought to respond with action. A ‘bi-ministerial’ team consisting of representatives from DG Relex, DG Enterprise and DG Research was put in charge of the preparation of the programme. The 2002/03 Hellenic Presidency gave a key boost to it. A small number of individuals from the Presidency were extremely active within the European Armaments Policy Council Working Group (POLARM) in advocating the setting-up of a European Defence Research and Technology Programme.[3]According to the Presidency, this would aim at achieving greater return on military R&D investment and at making fuller use of existing scientific talent to the benefit of the EU arms industry.[4] The first task of the programme would be to identify and remedy weaknesses in the EU technology base. Additionally, the establishment of centrally coordinated programmes drawing on the FP was suggested. The Presidency favoured the promotion of technologically advanced dual-use applications together with a closer coordination of national military research programmes.[5]In December 2002, the Hellenic Presidency submitted a Draft Council Joint Action to POLARM on the establishment of a European Union Cooperation Programme for Advanced Security Research and Technology (E.PA.SE.RE.TE).[6]This proposal was later taken over by the Commission to become ESRP. Among member-states, the French government was supportive of the Presidency’s initiative with Germany also following suit.[7]Once the proposal was blocked at the Council by the UK on the grounds that it would add to the Council’s bureaucratic burden, the Presidency suggested that the Commission should do it. The emphasis on security rather than on ‘defence’ ensured that the UK could not turn down this transfer.[8]

E.P.A.SE.RE.TE was presented as being at the crossroads between the requirements of the European Security and Defence Policy (ESDP) and EU industrial competitiveness. In the draft joint action, the Headline Goal, the development of a common armaments policy and the Cologne Council conclusions on ESDP were interwoven with the Lisbon and Barcelona Council decisions on EU research and innovation policies.[9]According to the plan of the Presidency, the duration of the Programme was set from 1 January 2004 to 31 December 2007, i.e. it spanned a four-year period, similar to the three-year duration given later to PASR. The E.PA.SE.RE.TE budget proposed by the Presidency was €1.75 billion, a vast sum compared to the €60 (later €45) million that were initially allocated for the PASR programme. This sum amounted to the EC contribution only and corresponded to one third of the planned budget, while the rest was to be provided by the Member States and the arms industry respectively.[10]The term ‘defence industry’ was used in the original draft, demonstrating policy-makers’ awareness that the main beneficiaries of the programme would be arms manufacturers.

The Commission’s response to the Parliament and the Presidency was to propose an advanced security research cooperation programme in the March 2003 Communication on defence equipment.[11]The primary justification of the project was presented in the context of the Petersberg tasks and crisis management rather than internal security. In May 2003, the Competitiveness Council welcomed the Commission’s intention to promote a preparatory action and the following month the Thessaloniki European Council Summit called upon the Commission to proceed with both defence and security-related research.[12]In addition, during the first half of 2003 the Hellenic Presidency actively encouraged the Commission to come forward with a fresh initiative in the field of military research.[13]The coordinated moves to launch a funding programme culminated in February 2004 with a Commission Decision establishing PASR and a Communication detailing the project.

A major thrust for the launching of the ESRP came in March 2004 from the Report by the Group of Personalities in security research (GoP), tasked by the Commission.[14]The fact that it was published after the launch of the PASR in February 2004 does not entail a lack of connection between PASR and the GoP Report, given that the GoP firstly gathered in October 2003 under the auspices of Commissioners Busquin and Liikanen.[15]It can be assumed that the ordering was meant to quell concerns over the striking similarities between the GoP Report and the Commission Communication establishing PASR. These similarities led Tony Bunyan, Director of Statewatch, to wonder: ‘The role of the “Group of Personalities” in the Commission’s Communication is unclear. Did the Commission simply reproduce the “recommendations” of the GoP’s first report?’[16]

The GoP provided an expert-based, technocratic boost to the legitimacy of PASR and a reference point for the budget of the programme, as high as €1 billion annually.[17]The Report identified security threats to the EU along the lines followed by the European Security Strategy (ESS). The Report even used a Eurobarometer table surveying the supposed fears of EU citizens, which was part of the draft security strategy submitted by Solana to the 2003 Thessaloniki Summit.[18]The discussion adopted the exact wording of ESS, identifying the same categories of threats and claiming that these ‘are more diverse, less visible and less predictable than those Europe faced during the Cold War’.[19]The threats appeared to be transnational, not restricted by state borders, supposedly representing the merging of the internal and external dimensions of European security. After framing the threats, the Report highlighted the important technological and industrial potential to be realised from a security research programme. It focused on the dual-use dimension of modern technology and suggested that targeted investment involving all security-related industries such as arms and aerospace, electronics, pharmaceuticals, bio-technology and telecommunications would ‘not only enhance security but also contribute to EU productivity and growth’.[20]The Commission incorporated all GoP recommendations in the 2004 Communication on security research, where the ESRP and the setting-up of the European Security Research Advisory Board (ESRAB) were announced.[21]

The Parliament placed EU security research under its aegis with a 2005 resolution that welcomed the Commission’s proposal and called for the adoption of the €1 billion budgetary target. In addition, it approved the setting-up of ESRAB and emphasised the importance of a competitive defence and security industry.[22]Although there were three committees involved in the consultation process (Foreign Affairs, Industry & Research, and Justice & Home Affairs), the resolution invited the Commission to report only to the first two committees. The marginalisation of the Committee on Justice and Home Affairs was due to its critical evaluation of ESRP that did not fully suit the prevalent pro-industry rhetoric, with calls for the inclusion of civil liberties organisations in ESRAB and for increased transparency.[23]The link between the Commission and the EP positions was underlined by the presence of the parliamentarian Philippe Busquin, the former Commissioner on Research, who drafted the opinion of the Committee on Industry and Research and advocated an increased budgetary allocation and presence of the industry in ESRAB.[24]The result was the formation of a small circle of individuals preparing the ESRP via the Commission while assigning legitimacy to it via the EP.

2.         What is the European Security Research Programme?

The political basis of the Communication establishing the PASR was claimed by the Commission to be the Thessaloniki Presidency Conclusions, despite the absence of any reference to specific funding arrangements or legislative measures in that mandate. Furthermore, the legal basis of the Action was publicly questioned. Critics argued that Art. 157 of the EC Treaty on industrial competitiveness, which formed the legal basis of PASR, should have been substituted by Art. 163(3) on research and technological development.[25]The legal choice allowed the assignment of the management of the project to DG Enterprise, rather than DG Research.

The role of preparatory actions is to generate proposals that may be incorporated in future Community actions.[26]For 2004 and 2005, the budget for PASR was €15 million per year, while the 2006 budget was initially set to €25 million by the Commission.[27]The Council later decreased the sum to €15 million. While not negligible, since the preparatory nature of the program automatically places the budget at the low end of the spectrum, PASR expenditure was lower than the industry would have liked.[28] For each project, the part funded by the Commission was 75% with the remaining 25% funded by the participants, who maintained intellectual property rights. The real value of the action was not imprinted in its budget but in the function of PASR as a training ground for the much more muscled ESRP.

Two kinds of activities fell within the scope of PASR: projects and supporting activities. Projects ran from one to two years and supporting activities ran from six months to three years.[29]Note that two of the assessment criteria for selection referred to economic and competitive advantages rather than to any security-related imperative: reinforcement of the competitiveness of European industry and potential for exploitation, and building of effective partnerships between public users, industry and research.[30]Still, PASR was a mission-oriented programme, i.e. it aimed to fulfil specific priority missions singled out by the Commission. The priority missions for the PASR-2005 programme were the following: optimising the security and protection of networked systems; protecting against terrorism; enhancing crisis management; achieving interoperability and integration of systems for information and communication; and improving situation awareness (in crisis management, anti-terrorism activities, or border control).[31]These remained the same for PASR 2006, although there the Commission specified twelve key activities and invited all stakeholders to focus their proposals on them. However, PASR-2004 had no priority missions whatsoever; the Commission put forward its priorities in PASR-2005, once the industry had articulated its own initial proposals.

ESRP was established in 2007 as part of FP7. In the Commission proposal to the Council, security research was grouped together with space research with a joint budget of €3.96 billion for a seven-year timeframe (2007-2013).[32]The 2004 Commission proposal called for an annual budget of €1 billion with the view of increasing it progressively.[33]The Commission lowered the sum, adapting its proposal to the prevailing mood in the Council against the huge amount originally proposed by the GoP. There were no formal rules to define how the budget would be split between space and security, although the industry had received informal assurances from the Commission that the allocation would be 50% for each area.[34]In the end, the Council separated the two fields and created a separate thematic category named ‘security’.[35]The four core activities of ESRP as proposed by the Commission were: protection against terrorism and crime; security of infrastructures and utilities; border security; and restoring security in case of crisis. Three more themes were identified in order to support the core activities: security systems integration and interoperability; security and society; and security research coordination and structuring.[36]The final allocation for security research in FP7 was €1.4 billion for the 2007-2013 period, or approximately €200 million annually.[37]This was lower than the GoP proposal but high enough to generate interest from all stakeholders.

Initially, the activities funded by ESRP were supposed to be geared towards protecting Member States from transnational threats and assisting ESDP missions.[38]The Commission mentioned the Petersberg tasks as part of the rationale for building up a security research programme.[39]Later, the ESDP dimension was toned down in favour of a homeland-security rationale. Due to the interrelatedness of security and military technological applications, the distinction between homeland security and ESDP purposes is only meaningful at the rhetorical level; ESRP should be viewed as a de factopart of ESDP. Experts repeatedly called for the establishment of a European security and ‘defence’ R&T budget for ESDP purposes.[40]A clear ESDP dimension ran through PASR, culminating in the PASR-2006 key activity on ‘shared information management tools and models to facilitate the efficient integration of diverse emergency and management services for humanitarian operations and rescue tasks in support of the Common Foreign and Security Policy’.[41]Major PASR projects, such as ASTRO+, BS-UAV, CITRINE, GEOCREW, MARIUS and WINTSEC had a clear, ESDP-related technological scope and function. The Joint Research Centre produced a modelling of security missions attached to PASR and ESRP that included the Petersberg Tasks and European crisis management.[42]The Commission proposal for ESRP mentioned crisis management operations as a potential field of its application and invoked the threat perception and proposals put forward by the ESS.[43]Furthermore, EU military leaders regarded access to the findings of the programme as guaranteed, through the cooperation of member states, the European Defence Agency (EDA) and the Commission.[44]

Apart from separating security from space, the Council also agreed upon some notable changes of tone and scope compared with the original Commission proposal for FP7. The improvement of the competitiveness of the European ‘security’ industry became part of the stated objectives of the FP7 security programme.[45]This additional emphasis on the socio-economic priorities of the project was accompanied by a repeated reference to its civil, i.e. non-military nature. The terms ‘civil’ and ‘non-defence’ were added seven times in the text, under intense pressure from member states sceptical of the Commission’s involvement in military affairs, such as the UK.[46]

The integral link between the EDA and ESRP was framed in the name of dual-use technology and the need to coordinate the activities of the two entities.[47]The EDA secured participation in the group of evaluators for the selection of the PASR projects together with evaluators drawn from member states and the Commission. Moreover, it was granted a seat at ESRAB, the advisory body on security research set up by the Commission in order to ‘identify synergies between the defence R&T work of the Agency and the civilian-oriented security research programme.’[48]In at least two areas, Unmanned Aerial Vehicles (UAV) and Software-Defined Radio, the EDA and the Commission developed parallel and complementary research programmes. Therefore, the relationship between the EDA and the Commission was one characterised by a unity of objectives. Both wished to see increased levels of spending for security research that would eventually contribute to the strengthening of the European arms industry’s competitive status. The Commission and the EDA established R&T funding initiatives with similar timeframes and objectives. The fact that the one initiative was community-driven while the other one was intergovernmental does not justify institutionalist preoccupation with the formal structures of the institutions involved. What matters is the politico-economic purpose of the developments, which is the same in both arenas.

3.         The political economy of EU security research

According to official discourse, developing security-related research and technology for the EU was necessary in order to counter the internal and external threats to European security described in the ESS.[49]Rhetorical emphasis on threats and security cannot conceal the socio-economic objectives embedded in the making of ESRP. The Commission suggested that ‘a strong, structured security research programme at a European level is necessary to help protect European citizens and the European economy’.[50]In fact, protecting the long-term competitiveness of the European security industry is the primary objective of EU security research. This was reflected in, among others, the criteria according to which the PASR projects were selected. The second principle of the selection was ‘the stimulation of market conditions and innovative mechanisms to create opportunities for European industry to gain a comparative advantage’.[51]Furthermore, the term ‘security industry’, used repeatedly by the Commission, is a euphemism. Each big arms-producing firm in Europe has its own security division, rendering it practically impossible to distinguish between security and arms industries. ESRP is particularly significant for companies that maintain such security business divisions. The industry that the Commission primarily referred to involves those arms-producing firms that maintain both a military and a civilian (or dual-use) portfolio of activities, such as EADS, Thalles, BAE Systems, Finmeccanica, Dassault, Diehl and Rheinmetall. Given that public and EU subsidies cannot be formally given to civil industries, funding programmes such as ESRP may ‘serve as a backdoor conduit for government money to the civil sector’.[52]Next to the arms industry stand sectors tightly knit together, whose operations are dual-use or civil. Such sectors with a big stake in EU security research include information technology, materials technology, telecommunications and transport among others.[53]

This interrelatedness of military and civil productive capital does not alter the military focus of ESRP. The very concept of ‘security research’ is a politically correct synonym for research at the borderline between ‘security’ and ‘defence. In most cases, security research cannot be meaningfully distinguished from research that has a military scope, and ESRP is an integral part of EU military and security research.[54]In practice, what distinguishes security from military research in the EU is budgetary control. In the words of Nick Witney, former Chief Executive of the EDA, ‘the fundamental difference is really who controls the money – in the case of defence research, national defence ministries, in the case of security research other national authorities and now, too, the Commission’.[55]No other actual distinction can be put forward. In terms of purpose, both bodies of research benefit military corporations and the repressive mechanisms of the state in the first place. Technologically, the wall separating the two areas is replete with cracks.[56]For example, there is no major difference between UAVs developed for border control and UAVs developed for battlefield monitoring.

The expansion of arms industries in civilian and quasi-civilian applications of military technology was one of the strategies pursued in order to stay competitive in the face of declining military budgets.[57]The unity of civil and military technological applications, a commonplace for the aerospace industry, increasingly dominated the arms industry as a whole. As the Commission-led STAR 21 Report stated, ‘The wellbeing of the industry depends on the twin pillars, civil and defence. They are complementary to each other but mutually dependent’.[58]This dependence secures product diversification, economies of scale and the enhancement of the scientific and technological basis of firms. For the arms-industrial sector, characterised by extremely high fixed costs, the strengthening of the links between civil and military applications is necessary.

In addition, projects such as the ESRP have ‘structural’ benefits for the whole EU as a capitalist economic unit in a fiercely competitive, internationalised economic system. Next to the arms industry, ESRP ensured the involvement of numerous other industrial sectors that may benefit from security-related applications, such as the pharmaceutical, chemical, telecommunications and information technology industries.[59]Increasing cooperation between the arms industry and other sectors, especially IT leaders such as Siemens and Ericsson, was an embedded aim of the programme. Additional investment in security and military research is expected to foster the generation of new technological capabilities. The former Commissioner for Enterprise and Information Society argued that ‘the defence industry acts as a catalyst for growth and innovation in other industries ranging from high-tech, such as aerospace and IT, to more traditional industries such as steel and shipbuilding’.[60] The aim was the promotion of the international competitiveness of European capital in general, and especially of its fractions engaged in technologically specialised and R&D-intensive activities.

The transatlantic dimension of ESRP is critical for the programme’s scope and function. Competition between European and American companies and the vast disparity between the EU and the US armaments and homeland security markets set the scene for the presentation of ESRP as a tool that ought to compete with US security spending. The advocacy of the idea that the EU should follow the US in terms of security spending was fierce and uncritical. The GoP Report suggested that the EU investment on security research should try to match that of the US, due to the similarity of the threats facing both societies and to the difficulties surrounding the border protection in the enlarged EU.[61]The competitive status of the European arms manufacturers has been undermined by the vast disparity in internal security funding between the EU and the US. For the period 2006-2015, the EU is expected to spend one third of what the US will spend on homeland security; the share of EU expenditure in global homeland security expenditure is 17%, while the share of US expenditure is 52%.[62]This played prominently in public discourse and industrial thinking.[63]The implications of this disparity for the European arms industry are far-reaching. By taking the lead in funding, the US arms industry gets closer to developing and sustaining a technological lead in the relatively novel area of security applications. Such a lead could allow the US to establish its own preferred standards on security equipment outside its territorial confines. Acknowledging this possibility, the GoP report suggests that ‘For critical technologies, Europe should aim for an indigenous competitive capability, even if this involves duplication of effort’.[64]

4.         Implications for the study of European integration


The article began by highlighting the core episodes in the formation of the EU security research programme. It then turned to the provisions of both PASR and ESRP, emphasising the interlinking of economic and security imperatives. The politico-economic significance of the programme was analysed in detail, illuminating both the instrumental effects of military-industrial interests and the structural benefits of European capitalism as a whole. Three concluding claims stem from this research note: a) security research has significant politico-economic implications for military-industrial actors in the EU; b) EU institutions have demonstrated a remarkable unity of purpose in promoting this programme irrespective of their institutional form; and c) the European Security and Defence Policy (ESDP) acted as a discursive source of legitimacy for the promotion of this project.

Contrary to realist and liberal intergovermentalist approaches, the distinction between high and low politics is, in the case of ESRP, undermined by the intermeshing of economic-industrial interests, bureaucratic policy-making and security objectives. In addition, given the dominant role of the Commission in the process of the making of ESRP, the view of states as the only significant actors in the making of EU security policy is not valid. The Commission enjoyed a strong level of influence over Member States on research issues. This was backed by a special partnership between the industry and DG Enterprise in which both developed informal links and channels for the exchange of ideas. Overall, the EU security research programme demonstrates the politico-economic significance of seemingly strategic projects that serve a supposedly objective set of EU security interests. Security research is geared towards protecting the European economy at least as much as the European citizens.

In addition, the case of ESRP highlights the extent to which ESDP was utilised by all relevant institutional actors, including the European arms industry, in order to legitimise and accelerate the development of EU armaments policy. The emergence of ESDP opened up a policy space that the dominant social forces occupied rapidly in order to further their own pressing interests. The Commission was adaptive to the emerging discourse, scope and priorities of ESDP, incorporating them efficiently into ESRP. In addition, the Commission utilised the need of industry for more funding as a source of support for an initiative that ultimately had to be sold to EU member-states. EU security research demonstrates that, no matter whether the internal and external dimensions of security have merged objectively, they have de facto been merged rhetorically in order to smooth the way for EU military-industrial reform. The merging of the two dimensions of security has real, tangible consequences, even if it is not real as such. This merging channels the elements of urgency and threat perception that stem from the international realm into the domestic mechanisms of capitalist reproduction. Direct, ESRP-like funding is the most open and obvious way to support an industry and this development follows clearly the demands placed by the internationalised military-industrial capital. While the decision to proceed with such a programme was political, its results were socio-economic, benefiting the European arms industry and extending its synergies.

Finally, ESRP is a textbook case of the unity of purpose and action connecting intergovernmental and supranational institutions in the EU. The R&T efforts of the EDA and ESRP can be legitimately viewed as complementary. The group of individuals that masterminded the ESRP and the EDA was roughly the same, supported by the Hellenic Presidency. Security research as a project was given to the Commission by the Presidency when the UK objected to it being carried out by the Council. The EDA secured its presence in the post-PASR institutional arrangements and had a say in the future orientation of the ESRP through its membership of ESRAB. The synergies between the Commission and the EDA were all too visible, translating into a unity of actual policy-making practice. Such a unity was mediated by state authority and its diverging traditions and ‘national’, i.e. politico-economic interests, without however concealing the profound connections between industrial and political actors at the EU level.

To sum up, EU security research is indeed a theoretically and empirically novel and challenging development. For the first time in the history of the EU, the Commission has entered the world of defence-related research. At the same time, the European arms industry has now set foot in a vast pool of economic resources as part of FP7 that were previously unavailable to arms manufacturers. The making of the EU security research programme is a textbook case of the multiple ways through which the quest for European security and defence autonomy has impacted on the politico-economic essence of European integration. The potential militarisation of scientific research is a prospect that deserves attention from students of the EU and European citizens alike.

References available in print version only.

02 August 2008

Για την Ευρωπαϊκή Δύναμη Πολιτικής Προστασίας





Για την Ευρωπαϊκή Δύναμη Πολιτικής Προστασίας

(με αφορμή μια πρόταση ψηφίσματος στο Ευρωκοινοβούλιο)



του Ηρακλή Οικονόμου

(αδημοσίευτο κείμενο, στάλθηκε στο Τμήμα Ευρωπαϊκής Πολιτικής του Συνασπισμού τον Αύγουστο του 2008).

 

Το παρών σύντομο σημείωμα φιλοδοξεί να αποτελέσει συμβολή σε μια συζήτηση που θα έπρεπε να είχε ήδη αρχίσει, γύρω από τη στάση της Αριστεράς μέσα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έναντι της πολιτικο-στρατιωτικής ολοκλήρωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.). Αφορμή για τη συγγραφή του στάθηκε η έγκριση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο της απόφασης P6_TA(2008)0304 της 19ης Ιουνίου 2008, με θέμα την "αύξηση της ικανότητας της Ένωσης στην αντιμετώπιση καταστροφών".[1] Το ψήφισμα βασίστηκε στην εισήγηση – πρόταση ψηφίσματος B6-0303/2008 της 13ης Ιουνίου 2008, την οποία συνέταξε ο ευρωβουλευτής του Συνασπισμού Δημήτρης Παπαδημούλης.[2]


Με μια προσεκτική ανάγνωση μπορούν να επισημανθούν κάποια άκρως προβληματικά σημεία της εισήγησης του Έλληνα ευρωβουλευτή, η οποία:


1) Αποφεύγει τον οποιοσδήποτε ορισμό της έννοιας "καταστροφή", επιτρέποντας έτσι την ευρεία ερμηνεία του όρου και περιλαμβάνοντας σε αυτόν τόσο φυσικές καταστροφές, όσο και ανθρωπογενείς.  Αυτή δεν είναι μια αθώα επιλογή, καθώς διευρύνει το πεδίο εφαρμογής της πρότασης. Με μία ευρεία ερμηνεία του όρου «καταστροφή» επιτρέπεται η επέκταση των σχετικών μέτρων σε περιπτώσεις τρομκρατικών επιθέσεων, πολεμικών επιχειρήσεων, μετακινήσεων πληθυσμών, κλπ.


2) Ενθαρρύνει την περαιτέρω ανάμειξη και επέμβαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον αναπτυσσόμενο κόσμο και στις γειτονικές χώρες, με πρόσχημα την πρόληψη καταστροφών (παρ. 4, 6 της πρότασης ψηφίσματος). Αυτή η αναφορά αντικατοπτρίζει μια κεντρική επιλογή των πολιτικο-στρατιωτικών ελίτ της Ε.Ε.: τη διεύρυνση της ατζέντας ασφαλείας μέα στην οποία νομιμοποιείται να δρα η Ένωση. Αυτή η επιλογή εμφανίζεται ξεκάθαρα στην Ευρωπαϊκή Στρατηγική Ασφαλείας, η οποία κάνει λόγο για την ανάγκη ανάληψης προληπτικών μέτρων ασφάλειας εναντίον τρίτων χωρών και απειλών.[3]


3) Νομιμοποιεί την τεράστια βιομηχανία "ασφαλείας" που έχει ήδη στηθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο και περιλαμβάνει εφαρμογές όπως το κοινοτικό πρόγραμμα έρευνας για την ασφάλεια (FP7), διαστημικές εφαρμογές όπως τα προγράμματα Galileo και GMES, προγράμματα επιτήρησης συνόρων, ανάπτυξης εναέριων μη επανδρωμένων οχημάτων κλπ. (παρ. 9). Άμεσος αποδέκτης των οικονομικών πόρων που προβλέπονται για αυτά τα προγράμματα είναι η ευρωπαϊκή βιομηχανία όπλων, καθώς αυτή έχει επεκταθεί σε μια σειρά πολιτικών τεχνολογικών εφαρμογών.


4) Ζητά τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Δύναμης Πολιτικής Προστασίας, ενός μηχανισμού επέμβασης της Ε.Ε στο εσωτερικό τρίτων κρατών (παρ.7). Η αποστολή αυτής της Δύναμης παραμένει τελείως ασαφής, αλλά ο προσανατολισμός της περιλαμβάνει επεμβάσεις εκτός των συνόρων της Ε.Ε, όπως προβλέπει και η Έκθεση Μπαρνιέ “Europe Aid”.[4]


5) Αναπαράγει το σύνολο της κυρίαρχης στους κύκλους της Ε.Ε. φιλολογίας περί κινδύνων, απειλών και διακινδύνευσης (παρ. 5). Αυτή η φιλολογία χρησιμοποιείται ολοένα και περισσότερο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο για την εισαγωγή νέων μέτρων εσωτερικής ασφάλειας και εξωτερικής προβολής δύναμης. Οι απειλές παρουσιάζονται από την κυρίαρχη ρητορική ως ολοένα και περισσότερο ασαφείς και πανταχού παρούσες, δημιουργώντας ένα ιδεολογικό πλαίσιο νομιμοποίησης των μηχανισμών ελέγχου πληθυσμών και κρατών μέσα και έξω από την Ε.Ε.


6) Αγνοεί την άμεση σύνδεση πολιτικών και στρατιωτικών μέτρων που προωθεί η Ε.Ε., προσδίδοντας στην προβολή ισχύος εκ μέρους της έναν ανθρωπιστικό και «αναγκαίο» χαρακτήρα. Η ενότητα πολιτικών και στρατιωτικών μέσων είναι μια βασικότατη αρχή, πάνω στην οποία έχει οικοδομηθεί η Ευρωπαϊκή Πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας, η οποία διακηρύσσεται σε κάθε επίσημο κείμενο της Ε.Ε. για την ασφάλεια από το 1999 και μετά. Άρα, η επίκληση του πολιτικού χαρακτήρα των μέτρων της πρότασης Παπαδημούλη είναι άστοχη, εφόσον αυτά τα μέτρα υπάγονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο μέσω του οποίου προωθείται η ταχεία στρατιωτικοποίησης της Ε.Ε.


Από τα παραπάνω σημεία, γεννιούνται κάποιες βασικές απορίες:


 - Υπήρξε η οποιαδήποτε εσωτερική συννενόηση μεταξύ του κ. Παπαδημούλη και του Συνασπισμού κατά τη συγγραφή της εισήγησης;


- Εκφράζει η εισήγηση το κόμμα του Συνασπισμού ή αποτελεί ατομική πρωτοβουλία του ευρωβουλευτή;


- Συνιστά πρόβλημα για τον Συνασπισμό το γεγονός ότι στο ψήφισμα Παπαδημούλη αναπαράγονται προτάσεις και φρασεολογίες κύκλων και ατόμων που βρίσκονται στην κορυφή της προσπάθειας στρατιωτικοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ο Μισέλ Μπαρνιέ;


 - Ποιες θέσεις έχει επεξεργαστεί το Τμήμα Ευρωπαϊκής Πολιτικής του ΣΥΝ, άμεσα υπεύθυνο για τη χάραξη της πολιτικής έναντι των πολιτικών και θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για το συγκεκριμένο θέμα;


Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθούμε στην περιβόητη «Έκθεση Μπαρνιέ» που αποτελεί εσχάτως τεράστιο σουξέ στους διαδρόμους των Βρυξελλών, και την οποία υποστηρίζει στο ψήφισμά του ο ευρωβουλευτής του ΣΥΝ. Ο Μισέλ Μπαρνιέ, Γάλλος συντηρητικός πολιτικός, υπήρξε Επίτροπος Περιφερειακής Πολιτικής της Ε.Ε. προτού γίνει Υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης Ραφαρέν. Κατά την προετοιμασία του Ευρωσυντάγματος, ο Μπαρνιέ ήταν επικεφαλής της ομάδας εργασίας για την άμυνα. Η Έκθεση Μπαρνιέ προωθεί από το παράθυρο μέτρα που οι λαοί της Γαλλίας και της Ολλανδίας πέταξαν στους «χώρους υγειονομικής ταφής» της ιστορίας, όπως η θέση Υπουργού Εξωτερικών της Ε.Ε. και η αυξημένη συνεργασία σε ζητήματα ασφάλειας και άμυνας. Η αναφορά της Έκθεσης Μπαρνιέ στην ανάγκη καταπολέμησης της βιολογικής τρομοκρατίας και ίδρυσης προξενικών αρχών της Ε.Ε. καταδεικνύει και στον πλέον δύσπιστο αναγνώστη ότι πρόθεση της Έκθεσης δεν είναι η προώθηση αγαθών μέτρων για την προστασία του Ευρωπαίου πολίτη, αλλά η υλοποίηση μιας ολόκληρης ατζέντας πολιτικο-στρατιωτικής ολοκλήρωσης της Ε.Ε. Καμία έκπληξη δεν προκαλούν αυτά· έκπληξη προκαλεί η σύμπλευση του ευρωβουλευτή του ΣΥΝ με αυτές τις πρακτικές, μέσω της στήριξης που ρητά εξέφρασε προς την Έκθεση Μπαρνιέ.


Συνοψίζοντας, η πρόταση απόφασης για την "πολιτική προστασία" που συνέγραψε ο κ. Παπαδημούλης είναι ουσιαστικά μια προσπάθεια στήριξης πολιτικών ιδιαίτερα αμφιλεγόμενων - αν όχι τελείως απαράδεκτων - που ως στόχο έχουν την περαιτέρω ένταση του εσωτερικού και εξωτερικού ελέγχου εκ μέρους της Ε.Ε. Οι πυρκαγιές στην Ελλάδα που επικαλέστηκαν οι υποστηρικτές της εισήγησης αποτελούν μια καλή πρόφαση, η οποία όμως αποσαρθρώνεται με μια απλή καταγραφή όσων προβλέπει το ψήφισμα Παπαδημούλη και η Έκθεση Μπαρνιέ. Η ατζέντα της καταστολής και της στρατιωτικοποίησης δεν έχει καμία σχέση με την καταπολέμηση των πυρκαγιών, εκτός και εάν κατά ένα περίεργο τρόπο συνδέονται οι πυρκαγιές στην Ελλάδα με την ίδρυση Ευρωπαϊκών προξενείων στο Κογκό και την καταπολέμηση της βιολογικής τρομοκρατίας. Πυροσβεστικά αεροπλάνα και πλήρως επανδρωμένο Πυροσβεστικό Σώμα χρειαζόμαστε, όχι ημι-στρατιωτικά σώματα άμεσης επέμβασης σαν αυτά που μαγειρεύονται στους διαδρόμους των Βρυξελλών.


H ριζοσπαστική στάση της αριστεράς σε ζητήματα ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, η συνέπεια λόγων και πράξεων έναντι αυτών των ζητήμάτων και η μη σύμπλευσή της με τις πιο αντιδραστικές πρακτικές που αναδεικνύονται αυτή την περίοδο από την Ε.Ε. στον τομέα της ασφάλειας αποτελούν κρίσιμα ζητούμενα. Η πρακτική – και όχι μόνο ρητορική - εναντίωση στο Ευρωσύνταγμα, στην ένταση της εσωτερικής και εξωτερικής καταστολής και στα κυρίαρχα στρατιωτικο-βιομηχανικά συμφέροντα συνιστά αναγκαία συνθήκη ύπαρξης της ριζοσπαστικής αριστεράς. Μπορεί αυτά να φαντάζουν ψιλά γράμματα για όσους ανακάλυψαν στο Ευρωσύνταγμα και στη Συνθήκη της Λισσαβόνας την εκπλήρωση του «αριστερού ευρωπαϊσμού» τους. Αυτά τα ψιλά γράμματα όμως θα καθορίσουν σε τελική ανάλυση την πολιτική πορεία όχι μόνο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αλλά και των αριστερών επικριτών της.


Παραπομπές

[1] http://www.europarl.europa.eu/sides/getDoc.do?type=TA&reference=P6-TA-2008-0304&language=EL&ring=B6-2008-0303

[2] http://www.europarl.europa.eu/sides/getDoc.do?pubRef=-//EP//TEXT+MOTION+B6-2008-0303+0+DOC+XML+V0//EL

[3] http://www.consilium.europa.eu/uedocs/cmsUpload/031208ESSIIEL.pdf

[4] http://ec.europa.eu/commission_barroso/president/pdf/rapport_barnier_en.pdf


02 June 2008

Γιατί δεν υπάρχει ευρωπαϊκή άμυνα;





Γιατί δεν υπάρχει ευρωπαϊκή άμυνα;
 
 
 
του Ηρακλή Οικονόμου
 
Δημοσιεύτηκε σε Monthly Review – Μηνιαία Επιθεώρηση, Νο. 42 (107), Ιούνιος 2008, σελ. 117-119.

 

“Οι διεθνείς σχέσεις προηγούνται ή έπονται (λογικά) των θεμελιωδών κοινωνικών σχέσεων; Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι έπονται”.[i]
Αντόνιο Γκράμσι
 

Η ευρωπαϊκή άμυνα δεν υπάρχει. Για την ακρίβεια, υπάρχει περισσότερο ως ρητορικό και ιδεολογικό σχήμα, και λιγότερο ως συνεκτικό στοιχείο της υλικής πραγματικότητας. Αυτή η διαπίστωση δεν υπονοεί ότι δεν υπάρχουν σπέρματα ενός ευρωπαϊκού συστήματος άμυνας, αλλά ότι τα πραγματικά κρίσιμα ζητήματα αμυντικής πολιτικής στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) συνεχίζουν σε τελευταία ανάλυση να κρίνονται σε εθνικό επίπεδο, χωρίς να μπορεί το οποιοδήποτε υπερεθνικό ή διακυβερνητικό όργανο να τα επηρεάσει οριστικά. Ένα μόνο επίκαιρο παράδειγμα αρκεί για να καταδειχθεί αυτή η θέση: η εγκατάσταση του συστήματος Εθνικής Αντιπυραυλικής Άμυνας των ΗΠΑ σε κράτη-μέλη της ΕΕ. Πολλοί, ανάμεσα στους οποίους και η ριζοσπαστική αριστερά στην Ελλάδα, έχουν αναφερθεί στις επικίνδυνες συνέπειες αυτού του εγχειρήματος. Αυτό που συχνά περνάει στα ψιλά είναι ότι αυτή τη στιγμή έχει ξεκινήσει μια διαδικασία τεράστιας σημασίας για την άμυνα ολόκληρης της Ευρώπης χωρίς να μπορεί η ΕΕ να κάνει το οτιδήποτε γι’ αυτό. Απέναντι σε ένα φαινόμενο αντίστοιχης σημασίας με την εγκατάσταση πυρηνικών πυραύλων μεσαίου βεληνεκούς τη δεκαετία του’80 στην Ευρώπη, κανένας δεν αμφισβητεί – παρά τις ρητορείες και τις διακηρύξεις για την Ευρωπαϊκή «άμυνα» και «ασφάλεια» – το δικαίωμα της Τσεχίας και της Πολωνίας να βάλουν φωτιά στα ανατολικά σύνορα της Ένωσης.
 
Υπάρχουν πολλοί λόγοι που εξηγούν αυτή την επίμονη επιβίωση του έθνους-κράτους στο στρατιωτικό πεδίο. Καταρχήν, μεγάλο ρόλο παίζει η ιστορία, οι διαφορετικές ιστορικές καταβολές, παραδόσεις και εμπειρίες. Στην πολιτική άμυνας και ασφάλειας, η ιστορία δε μετριέται με μέρες αλλά με δεκαετίες, και η ΕΈ θα κλείσει μόλις την πρώτη της φέτος το Δεκέμβρη, δέκα χρόνια μετά την Γαλλο-Βρετανική σύνοδο του Σεν-Μαλό που αποτελεί την ανεπίσημη αφετηρία μιας ευρωπαϊκής αμυντικής ταυτότητας. Καμία ρητορική διακήρυξη και καμία ομαδική φωτογραφία χαμογελαστών ηγετών δεν μπορεί να κρύψει τις μεγάλες ιστορικές διαφορές ανάμεσα στα κράτη-μέλη, οι οποίες μετουσιώνονται σε διαφορές κουλτούρας. Ο όρος «κουλτούρα» έχει εδώ δύο έννοιες: τη γενική, ως ένα σύνολο καθιερωμένων προτύπων και συμπεριφορών, και τη ειδική σε σχέση με την άμυνα, ως «στρατηγική κουλτούρα». Δεν χρειάζεται να πούμε πολλά για την πρώτη έννοια: είναι εμφανώς δύσκολο να συντονισθούν 26 οντότητες (η Δανία δεν συμμετέχει σε ζητήματα άμυνας) που είναι φορείς διαφορετικών γλωσσών, διαφορετικών εθνικών αφηγήσεων, και διαφορετικών συστημάτων αξιών. Οι διαφορές στη στρατηγική κουλτούρα είναι ακόμα σημαντικότερες: τα κράτη-μέλη έχουν διαφορετικές προσλήψεις εχθρού / φίλου, διαφορετικές αντιλήψεις περί του τι συνιστά απειλή, διαφορετικές τακτικές διεξαγωγής μάχης, κλπ. Ιστορία και κουλτούρα λοιπόν συνηγορούν απόλυτα στη μη ύπαρξη ευρωπαϊκής άμυνας.
 
Εξίσου σημαντική είναι και η επίδραση παραγόντων που ανάγονται στη σφαίρα της πολιτικής οικονομίας, και συγκεκριμένα η ελλιπής διεθνοποίηση του κεφαλαίου. Παρά το πλήθος συγχωνεύσεων και εξαγορών, παρά την Κοινή Αγορά, και το Ευρώ, δεν έχει ακόμα δημιουργηθεί μέσα στην ΕΕ εκείνο το ενιαίο ταξικό υποκείμενο – δηλαδή μια ευρωπαϊκή υπερεθνική αστική τάξη – τα συμφέροντα του οποίου θα κληθεί να υπηρετήσει μια κοινή ευρωπαϊκή άμυνα. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας όπλων, όπου ακόμα και ένα πρότυπο βιομηχανικής διεθνοποίησης όπως η Γαλλο-Γερμανο-Ισπανική EADS έχει συναντήσει ουκ ολίγα προβλήματα από «ασυμφωνίες χαρακτήρων», δηλαδή εθνικές-ταξικές ασυμφωνίες ανάμεσα στη Γαλλική και τη Γερμανική της συνιστώσα. Επίσης, βρίσκεται σε πλήρη ισχύ το φαινόμενο που η Έλλεν Γουντ ονομάζει «αναντιστοιχία των οικονομικών και πολιτικών μορφών του καπιταλισμού».[ii] Την ίδια στιγμή που οι τάσεις της – ελλιπούς έστω – οικονομικής διεθνοποίησης θέτουν στην ημερήσια διάταξη την ανάγκη υπέρβασης του έθνους-κράτους ως πρωταρχική μορφή οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων – συμπεριλαμβανομένων και των σχέσεων πολιτικο-στρατιωτικής εξουσίας – το έθνος-κράτος παραμένει ισχυρότατο και παρουσιάζει μεγάλο βαθμό αδράνειας.
 
Τέλος, ο συνδυασμός κουλτούρας και πολιτικής οικονομίας ενσωματώνεται σε ένα τρίτο παράγοντα αδυναμίας σύστασης μιας Ευρωπαϊκής άμυνας: τον παράγοντα ΗΠΑ. Τα κράτη-μέλη της ΕΕ έχουν διαφορετικά πλέγματα συμφερόντων και συνεπώς διαφορετικές οπτικές αναφορικά με τις ΗΠΑ. Από τη μία, η περίφημη «ειδική σχέση» των ΗΠΑ με το Ηνωμένο Βασίλειο υπάρχει ουσιαστικά και με κάθε άλλη χώρα της ΕΕ σε πολιτικο-στρατιωτικό επίπεδο. Από την άλλη, υπάρχουν τεράστιες διαβαθμίσεις σε αυτό το φαινόμενο· αλλιώς αντιλαμβάνεται την ανάγκη ύπαρξης Ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας έναντι των ΗΠΑ η Γαλλία, και αλλιώς οι χώρες της Βαλτικής. Αυτό το πραγματικό χάσμα, το οποίο εκδηλώθηκε σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια την περίοδο πριν τον πόλεμο του Ιράκ – ποιος θυμάται άραγε την κατάπτυστη επιστολή υποστήριξης των σχεδίων των ΗΠΑ από 8 κράτη-μέλη της ΕΕ στις 30 Ιανουαρίου 2003; – λειτουργεί αποτρεπτικά ως προς την οικοδόμηση μιας κοινής Ευρωπαϊκής άμυνας αφού δεν υπάρχει ζήτημα τοπικής και περιφερειακής ασφάλειας στο οποίο δεν εμπλέκεται με τον ένα ή άλλο τρόπο η άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
 
Εκτός όμως από γενεσιουργό αιτία, οι ΗΠΑ είναι και οι ευνοημένοι αποδέκτες των συνεπειών αυτής της κατάστασης. Παραμένουν στην καρδιά της Ευρωπαϊκής άμυνας και ασφάλειας, τόσο μέσω της ύπαρξης και επέκτασης του ΝΑΤΟ, όσο και μέσω ενός πλέγματος στενότατων διμερών σχέσεων με κάθε χώρα της Ένωσης. Έτσι, η Τσεχία και η Πολωνία μπορούν ανενόχλητες να υποδέχονται τις πρώτες εγκαταστάσεις του συστήματος Εθνικής Αντιπυραυλικής Άμυνας των ΗΠΑ, δυναμιτίζοντας τις σχέσεις της ΕΕ με τη Ρωσία. Έτσι, η Βουλγαρία και η Ρουμανία μπορούν να συνάπτουν συμφωνίες παραμονής και επέκτασης μεγάλων βάσεων των ΗΠΑ στο έδαφός τους, υποσκάπτοντας κάθε έννοια Ευρωπαϊκής άμυνας – για να μη μιλήσουμε για τη Σούδα. Έτσι, η Πολωνία μπορεί να κάνει τη δική της αγορά του αιώνα με μαχητικά F-16, την ίδια ακριβώς χρονική στιγμή που γίνεται δεκτή στην ΕΕ και στην Ευρωπαϊκή πολιτική άμυνας και ασφάλειας. Έτσι, πολιτικοί όπως ο Μπαρόσο μπορούν να υποδέχονται τον πρόεδρο Μπους στις Κανάριες Νήσους λίγο πριν τον πόλεμο του Ιράκ, και να προάγονται μετά στην προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ως επιβράβευση των αγαθών υπηρεσιών τους.
 
Συνεπάγεται η απουσία Ευρωπαϊκής άμυνας την απουσία οποιασδήποτε στρατιωτικής δραστηριότητας από την πλευρά της ΕΕ; Προφανώς και όχι. Την ίδια στιγμή που η απουσία μιας Ευρωπαϊκής άμυνας καθίσταται εμφανέστατη, αναδύεται με μεγάλη ταχύτητα μια νέα διάσταση στρατιωτικοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Διαμορφώνεται δηλαδή ένα ευρωπαϊκό παράδοξο, της στρατιωτικοποίησης δίχως άμυνα. Το φαινόμενο αυτό αγγίζει πολιτικές, θεσμικές, νομικές, ιδεολογικές και κοινωνικο-οικονομικές πτυχές της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, οδηγώντας π.χ. στη διεξαγωγή πολυάριθμων αποστολών προβολής ισχύος, στη δημιουργία νέων θεσμών όπως ο Ευρωπαϊκός Αμυντικός Οργανισμός και στον αναπροσανατολισμό της κοινοτικής χρηματοδότησης τομέων όπως η έρευνα και η τεχνολογία. Αλλά για το πολυσύνθετο αυτό ζήτημα θα επανέλθουμε σε επόμενο σημείωμα.
 
Βιβλιογραφικές πηγές διαθέσιμες μόνο στην έντυπη έκδοση.