Pages

08 May 2019

Από τον έλεγχο της είδησης στον έλεγχο της γνώμης: Ellinika Hoaxes, fake news, και το μαχητικό F-35







Από τον έλεγχο της είδησης στον έλεγχο της γνώμης

Η ιστοσελίδα Ellinika Hoaxes, τα fake news, και το μαχητικό αεροσκάφος F-35



του Ηρακλή Οικονόμου

Το Facebook ανακοίνωσε συνεργασία με την ιστοσελίδα Ellinika Hoaxes, στο πλαίσιο της οποίας η ελληνική ιστοσελίδα θα αναλάβει «τον έλεγχο περιεχομένου όπως άρθρα, βίντεο και εικόνες που κυκλοφορούν στην πλατφόρμα».[1] Με αφορμή αυτή την εξέλιξη, αξίζει να δούμε μια ενδιαφέρουσα πτυχή της δράσης της ιστοσελίδας Ellinika Hoaxes – την τακτική αναφορά στο αμερικανικό μαχητικό F-35 ως το επόμενο μαχητικό της ελληνικής πολεμικής αεροπορίας, και την απόρριψη άλλων εναλλακτικών λύσεων. Η αναφορά αυτή έχει ενδιαφέρον όχι μόνο διότι αφορά τα εξοπλιστικά – ένας τομέας με τεράστια σημασία για την ασφάλεια και την οικονομία της χώρας – αλλά και διότι αντανακλά έναν κίνδυνο που προκύπτει από τον έλεγχο των fake news: την αναγωγή μιας γνώμης (στην περίπτωσή μας μιας εξοπλιστικής προτίμησης) σε αληθή είδηση με τον παράλληλο υποβιβασμό των ανταγωνιστικών απόψεων σε ψευδή είδηση.

Πόσο σχετική είναι με τον έλεγχο των fake news η αξιολόγηση οπλικών συστημάτων;
 
Οι θετικές αναφορές στο μαχητικό F-35 από τα Ellinika Hoaxes και η παράλληλα διάψευση οποιασδήποτε είδησης ή «είδησης» εναντίον του προκαλούν εντύπωση ως προς τη συχνότητά και την έντασή τους. Άρθρα υπέρ των επιδόσεων και της αξίας του συγκεκριμένου αεροσκάφους εμφανίζονται διάσπαρτα στην ιστοσελίδα, και ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Στις 7 Φεβρουαρίου 2017 μαθαίνουμε ότι τα αμερικανικά μαχητικά F-35 και F-22, και όχι το ρώσικο T-50, είναι τα καλύτερα μαχητικά επειδή ενσωματώνουν τεχνολογία stealth που τα καθιστά πρακτικά αόρατα.[2] (Τι κι αν το ζήτημα του ίχνους ενός αεροσκάφους στο ραντάρ είναι ένα μόνο από τα χαρακτηριστικά βάσει των οποίων κρίνεται ένα αεροσκάφος;) Στις 8 Μαρτίου 2017 προβάλλονται ως «δικαιολογημένες» οι «επιθυμίες των Ελληνικών Επιτελείων» για αγορά μιας μοίρας F-35.[3] (Πώς μπορεί όμως σε μια ιστοσελίδα fake news να γίνονται κρίσεις για κάτι τόσο στρατηγικά σύνθετο όσο το εάν είναι δικαιολογημένη ή όχι η αγορά ενός νέου μαχητικού αεροσκάφους;) Ανάρτηση στις 23 Φεβρουαρίου 2017[4] εστιάζει σε πρόταση που φέρεται να έγινε από τη Ρωσία για την προμήθεια από την Ελλάδα των μαχητικών Su-35, την οποία και το άρθρο απορρίπτει ως «ανεπιβεβαίωτη» είδηση. (Είναι μάλλον παράδοξο να αποκαλείται μια πρόταση πώλησης όπλων «ανεπιβεβαίωτη» και να περιμένει κάποιος την «επιβεβαίωσή» της· προτάσεις για πωλήσεις στρατιωτικού υλικού γίνονται συνεχώς από κυβερνήσεις, εταιρείες και μεσάζοντες, και ελάχιστες εξ αυτών δημοσιοποιούνται). Αλλά δεν μένει εκεί το άρθρο – με μια τεχνική ανάλυση εξηγεί και γιατί το F-35 είναι καλύτερο μαχητικό από το Su-35, το ρώσικο μαχητικό που φέρεται να προτάθηκε στην Ελλάδα.

Δεν εξετάζεται εδώ η ορθότητα της άποψης που εκφράζουν τα Ellinika Hoaxes, ότι δηλαδή τα αμερικανικά F-35 είναι καλύτερα των ρωσικών μαχητικών. Το παράδοξο είναι ότι στο όνομα των fake news η ιστοσελίδα αποπειράται να κάνει ακριβώς αυτό – να κρίνει και να αποφασίσει ποιο μαχητικό είναι καλύτερο και θα πρέπει να αγοράσει η χώρα μας. Και γίνεται ακόμα πιο παράδοξο όταν τα Ellinika Hoaxes εμφανίζονται να γνωρίζουν εκ των προτέρων και την απόφαση των αξιωματικών της Πολεμικής Αεροπορίας, καθώς η «προσφορά από πλευράς Ρωσίας των Su-35, δεν είναι δυνατόν να επιβεβαιωθεί, αλλά ακόμη και να ισχύει, η Πολεμική Αεροπορία δεν πρόκειται να τη δεχτεί και να εντάξει ένα αεροσκάφος υποδεέστερης κατηγορίας στο οπλοστάσιό της».[5] Μιλάμε για λογικό άλμα που αντανακλά άγνοια βασικών αρχών των εξοπλισμών. Η απόφαση αγοράς ενός οπλικού συστήματος είναι εξαιρετικά σύνθετη και βασίζεται σε σειρά παραγόντων, όπως π.χ. το κόστος, οι επιθυμητές αποστολές, η τεχνική υποστήριξη, η δυνατότητα συμπαραγωγής, ο διατιθέμενος οπλισμός (όταν μιλάμε για μαχητικό αεροσκάφος), ο επιθυμητός αριθμός των προς αγορά αεροσκαφών, και πάει λέγοντας. Ο ειδικός υποθέτει ότι κάθε πολεμική αεροπορία του κόσμου αγοράζει πάντα αεροσκάφη της ανώτατης κατηγορίας και ποτέ υποδεέστερα. Με αυτή τη λογική, η ΠΑ θα αγόραζε μόνο αεροσκάφη 5ης γενιάς, και βεβαίως μόνο F-35 (!). Κάτι τέτοιο δεν στοιχειοθετείται λογικά ή ιστορικά – και γι’ αυτό συναντάμε αγορές αεροσκαφών σε όλο τον κόσμο (και στην ΠΑ) που δεν είναι 5ης γενιάς, διότι όπως είπαμε μια εξοπλιστική απόφαση δεν βασίζεται μόνο στην κατηγορία που ανήκει το αεροσκάφος.

Στην περίπτωση της ιστοσελίδας Ellinika Hoaxes και των αναρτήσεών της που αφορούν το F-35 συμβαίνει το εξής: υπαρκτά δεδομένα χρησιμοποιούνται με τρόπο επιλεκτικό για να θεμελιώσουν συμπεράσματα που συμβαδίζουν με την προσωπική άποψη του συντάκτη. Δεν το λέω εγώ – ο ίδιος ο συντάκτης το παραδέχεται με το ακόλουθο disclaimer:

Το ανωτέρω άρθρο σε καμία περίπτωση δεν γράφτηκε ως διαφήμιση ή δυσφήμιση οποιουδήποτε οπλικού συστήματος, ανεξαρτήτως χώρας προέλευσης. Τα δεδομένα προέρχονται από τη διεθνή βιβλιογραφία και τα συμπεράσματα αποτελούν προσωπική άποψη του υπογράφοντα, με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία.[6]

Φυσικά και τα δεδομένα προέρχονται από τη διεθνή βιβλιογραφία, αλλά είναι τα μόνα; Δεν υπάρχουν αντικρουόμενα δεδομένα και αντικρουόμενες απόψεις; Και τι σχέση έχουν ερωτήματα όπως το «Αξίζει τα λεφτά του;», που θέτει ο συγγραφέας για το F-35, με την απόρριψη των fake news; Καμία. Τα άρθρα υπέρ του F-35 στα Ellinika Hoaxes καταλήγουν να υποκαθιστούν την ανάγκη τεκμηριωμένης ανταλλαγής απόψεων (για ένα ζήτημα στο οποίο υπάρχουν de facto πολλές προσεγγίσεις) με την υπονόμευση της αντίθετης άποψης μέσω της επίκλησης των fake news.

Αν μπερδευτήκατε, ας αφήσουμε το τεχνικά απαιτητικό κομμάτι των εξοπλισμών – ας μιλήσουμε για παγωτό τώρα που έρχεται το καλοκαίρι. Φανταστείτε κάποια ιστοσελίδα να λέει ότι είναι fake news η ιδέα ότι μπορεί να αγοράσουν οι άνθρωποι παγωτό απ’ το περίπτερο, διότι το παγωτό μηχανής είναι καλύτερο και άρα οι άνθρωποι είναι σίγουρο ότι θα προτιμήσουν το δεύτερο. Είναι άραγε δουλειά μου – ως αντιπάλου των fake news – να σας πω εγώ ποιο παγωτό είναι καλύτερο, ή να προβλέψω τι θα κάνουν οι καταναλωτές, ή να αποφασίσω ποιο παγωτό αξίζει τα λεφτά του; Οι ενέργειες αυτές ξεφεύγουν από τα όρια της επιτήρησης των ψευδών ειδήσεων· δεν αφορούν κάποια είδηση, αλλά την έκφραση προσωπικής άποψης και εν τέλει τη διαμόρφωση της συνείδησης των ανθρώπων γύρω από τα παγωτά (ή γύρω από τα όπλα).

Το αποκορύφωμα της σύγχυσης των ορίων μεταξύ επιτήρησης fake news και προβολής άποψης στην περίπτωση που μελετάμε συναντάται τον Δεκέμβριο του 2016. Ο Donald Trump έχει μόλις «τουϊτάρει» ότι «βάσει του τεράστιου κόστους και των υπερβάσεων κόστους του F-35 της Lockheed Martin, ζήτησα από τη Boeing να τιμολογήσει ένα συγκρίσιμο F-18 Super Hornet». Σειρά δημοσιευμάτων ερμηνεύουν το γεγονός ως προμήνυμα ακύρωσης του προγράμματος. Στις 24 Δεκεμβρίου 2016, τα Ellinika Hoaxes αναρτούν σχετικό κείμενο. Η είδηση του «τιτιβίσματος» του Αμερικανού προέδρου προφανώς δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως fake, και η ιστοσελίδα προβαίνει σε κάτι πιο σύνθετο: αποδεχόμενη ότι η είδηση του tweet δεν είναι ψευδής, κρίνει ως «ΥΠΕΡΒΟΛΗ» την εκτίμηση ότι το πρόγραμμα του F-35 ίσως ακυρωθεί.[7]Συγκεκριμένα, με μια τεχνική ανάλυση και με παραπομπή σε άρθρο του περιοδικού Πτήση & Διάστημα, τα Ellinika Hoaxes προβάλλουν τη δική τους εκτίμηση – ότι το μαχητικό F-18 Super Hornet δεν μπορεί να συγκριθεί με το F-35, ούτε και να το αντικαταστήσει. Και κάπως έτσι η ιστοσελίδα προτάσσει μια ερμηνεία των δεδομένων – ότι το πρόγραμμα του F-35 επρόκειτο να συνεχιστεί – έναντι μιας ανταγωνιστικής ερμηνείας – ότι το πρόγραμμα του F-35 απειλείτο. Δεν εξετάζουμε κατά πόσο η πρώτη ερμηνεία ήταν ορθότερη από τη δεύτερη – το κρίσιμο είναι ότι η ανάρτηση των Ellinika Hoaxes δεν σχετιζόταν με fake news αλλά με την προβολή μιας εκτίμησης/άποψης/ερμηνείας έναντι μιας άλλης.
 






Η σχέση μεταξύ Ellinika Hoaxes και αμυντικού τύπου

Το ενδιαφέρον των Ellinika Hoaxes για εξοπλιστικά ζητήματα εξηγείται και από τη σύνδεσή του με το περιοδικό αεροδιαστημικής, άμυνας και εξοπλιστικών θεμάτων Πτήση & Διάστημα. Η σύνδεση αυτή αποτυπώνεται καταρχήν σε επίπεδο προσώπων. Ένας εκ των διαχειριστών των Ellinika Hoaxes (και συντάκτης όλων των αναρτήσεων που αφορούν το F-35) είναι αρχισυντάκτης της ιστοσελίδας του περιοδικού Πτήση & Διάστημα. Και στη λίστα εξωτερικών συνεργατών – επιστημονικών συμβούλων των Ellinika Hoaxes συναντάμε τον εκδότη του ίδιου περιοδικού.[8]

Μάλιστα, σε άρθρα του Ellinika Hoaxes υπάρχουν και παραπομπές σε άρθρα του περιοδικού, όπως π.χ. σε κείμενο της 1ης Ιουλίου 2017 όπου ο συντάκτης της ιστοσελίδας προτρέπει τον αναγνώστη να διαβάσει «μια εξαιρετική προσέγγιση» που «διαβάσαμε στη Πτήση & Διάστημα» σε σχέση με την υποτιθέμενη ρωσική πρόταση για αγορά μαχητικών Su-35.[9] Δεοντολογικά μου φαίνεται προβληματικό να υπογράφεις ένα κείμενο και να προτρέπεις τον αναγνώστη να διαβάσει ένα άλλο κείμενο προς επίρρωση των γραφόμενών σου, σε ιστοσελίδα της οποίας είσαι αρχισυντάκτης – δηλαδή που έχεις γράψει ή επιμεληθεί εσύ. Αλλά ας το αφήσουμε αυτό. Η «εξαιρετική προσέγγιση» είναι ένα σατιρικό κείμενο γεμάτο ειρωνείες για τη ρωσική στρατιωτική τεχνολογία και τους υποστηρικτές της αγοράς ρωσικών μαχητικών από την Ελλάδα, με μπόλικο Κλιντ Ίστγουντ, Ρώσους ιππότες, ρωσικές αρκούδες και πάει λέγοντας. Όσο για το σοβαρό κομμάτι, μαθαίνουμε ότι «το Su-35 είναι καλό μαχητικό, εξαιρετικό, αλλά όχι απόλυτο» (λες και η ΠΑ πρέπει να αγοράζει μόνο «απόλυτα» μαχητικά), καθώς επίσης κι ότι «θα μας κόστιζε φθηνότερα να αγοράσουμε F-16 Block 70, Typhoon, Gripen E, F-35, F/A-18E/F, ακόμη και F-15 από το να βάλουμε σε υπηρεσία το ρωσικό μαχητικό. Τέλος.».[10] Εδώ βέβαια ο συντάκτης της Πτήσης & Διάστημα εμφανίζεται να διαφωνεί με τον συντάκτη των Ellinika Hoaxes, ο οποίος δίνει τιμή του Su-35 στα 75-83 εκατομμύρια ευρώ και τιμή για το F-35 στα 109 εκατομμύρια δολάρια (περίπου 97 εκατομμύρια ευρώ).[11] Λέτε τα Ellinika Hoaxes να κατηγορήσουν την Πτήση & Διάστημα για fake news;

Εκτός από παραπομπή σε άρθρο του Πτήση & Διάστημα με σύνδεσμο, στα Ellinika Hoaxes συναντάμε και περίπτωση πλήρους αναπαραγωγής άρθρου του περιοδικού, σε ανάρτηση της 6ηςΣεπτεμβρίου 2017.[12] Το άρθρο αφορούσε την αναβάθμιση μέρους των (αμερικανικών) μαχητικών F-16 που διαθέτει η ΠΑ και παρουσίαζε τους λόγους για τους οποίους έπρεπε να προχωρήσει η απόφαση αναβάθμισής τους. Ο συντάκτης των Ellinika Hoaxes κατέληγε, μετά την παράθεση του άρθρου του Πτήση & Διάστημα, στο συμπέρασμα ότι ο εκσυγχρονισμός των F-16 (μαζί με την ένταξη του F-35 στην ΠΑ, για να μην ξεχνιόμαστε) «είναι μονόδρομος».[13] Θα συμφωνήσετε μαζί μου, ελπίζω, ότι ρόλος μιας fact-checking ιστοσελίδας δεν είναι να εξάγει συμπεράσματα για το αν είναι ή όχι μονόδρομος η υλοποίηση κρίσιμων και πανάκριβων εξοπλιστικών επιλογών.

Παράλληλα, η αναφορά των Ellinika Hoaxes στον εκσυγχρονισμό των F-16 είναι ιδιαίτερης σημασίας διότι αυτό το πρόγραμμα και η πιθανή αγορά των F-35 είναι τα δύο κορυφαία εξοπλιστικά προγράμματα αμερικανικού ενδιαφέροντος στην Ελλάδα. Μπορεί φυσικά να είναι και σύμπτωση, αλλά σίγουρα είναι αξιοσημείωτη αυτή η θετική στάση της ιστοσελίδας απέναντι στην προμήθεια και στον εκσυγχρονισμό αμερικανικών όπλων από τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις.

Σημειώστε ότι και το περιοδικό Πτήση & Διάστημα έχει ενσωματώσει στον λόγο του όλη τη φιλολογία περί fake news – γεγονός που δείχνει τη ρητορική χρησιμότητα του όρου αλλά και την ταυτότητα στα ρητορικά σχήματα των δύο μέσων. Ιδού πώς συνοψίζει το περιεχόμενο του τεύχους Μαΐου 2019 στο διαδίκτυο:

Πολλά γράφηκαν πρόσφατα για την πιθανότητα αγοράς του αμερικανικού μαχητικού πέμπτης γενιάς από την Ελληνική Πολεμική Αεροπορία. (…) Ήλθε όμως και η παρουσία των ιταλικών F-35 στην μεγάλη πολυεθνική άσκηση ΗΝΙΟΧΟΣ της ΠΑ που επανέφερε τα στελθ μαχητικά στην… ελληνική επικαιρότητα και πυροδότησε την φαντασία κάποιων, άλλων καλοπροαίρετων, των περισσότερων όμως γνωστών κέντρων Fake News που δεν έχασαν την ευκαιρία να διαλαλούν πρόγραμμα Νέου Μαχητικού Αεροσκάφους. (…) Το άρθρο μας είναι μια προσπάθεια αποσαφήνισης ή αν θέλετε ένα… «fact check» της πραγματικότητας.[14]

Απ’ την άλλη, το περιοδικό δεν έχει κανένα πρόβλημα, αναφερόμενο στο F-35, να κάνει προβλέψεις του τύπου «Η Ελλάδα αργά ή γρήγορα θα αγοράσει το μαχητικό 5ης γενιάς»[15]. Και δεν έχει κανένα θέμα να επικαλείται τον Πρέσβη των ΗΠΑ ως αντικειμενική πηγή για να γνωρίζουμε τι θέλει ή τι δεν θέλει η Ελλάδα, του στυλ: «το ενδιαφέρον [για αγορά F-35] είναι υπαρκτό. Δεν περιοριζόμαστε στις πολλαπλές αναφορές από τον ΥΕΘΑ ή τον Αμερικανό Πρέσβη…»[16]. Αυτή η επίκληση του Πρέσβη των ΗΠΑ είναι ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται, και μάλιστα σε πρωτοφανή ένταση:

Ο κος Πάιατ είπε μερικές κουβέντες που χρήζουν ανάλυσης. Καταρχάς, επιβεβαιώνει πως υπάρχει πλέον αμοιβαίο ενδιαφέρον, και οι ΗΠΑ θέλουν να πουλήσουν το μαχητικό, και η Ελλάδα να το αγοράσει. Για παράδειγμα η Γαλλία θέλει να μας πουλήσει Rafale, η Γερμανία Eurofighter, γνωστοί-άγνωστοι κατασκευαστές fake news θέλουν να μας κάνουν πανίσχυρους με τα Σου-35 και άλλα ευτράπελα ρωσικής κατασκευής, αλλά η Ελλάδα δεν έχει δείξει ενδιαφέρον. Στο θέμα όμως του F-35 είναι σαφές πως υπάρχει αμοιβαίο ενδιαφέρον, ας μην πούμε “έλξη” ή “χημεία”.[17]

Εδώ πλέον μιλάμε για επιχειρηματολογία που θα έκανε ακόμα κι έναν πρωτοετή φοιτητή διεθνών σχέσεων να αισθανθεί τουλάχιστον άβολα. Διότι, ακόμα κι ο φοιτητής μας θα ήξερε ότι ρόλος όλων των πρέσβεων σε όλες τις χώρες είναι να προωθούν και να πουλάνε τα προϊόντα των εταιρειών της χώρας τους. Και, επιπλέον, θα γνώριζε ότι μια τακτική που ακολουθείται πάγια όταν θες να πουλήσεις κάτι είναι το να επισημαίνεις ότι υπάρχει έντονο αγοραστικό ενδιαφέρον. Προσοχή – δεν αμφισβητώ την πρόθεση της ελληνικής κυβέρνησης να αγοράσει F-35. Αμφισβητώ, όμως, την ορθότητα του να επικαλείσαι το τι είπε ο Πρέσβης των ΗΠΑ για να στοιχειοθετήσεις τις προθέσεις της ελληνικής κυβέρνησης. Με αυτή τη λογική, εάν αύριο βγει ο Γάλλος πρέσβης και πει ότι η Ελλάδα θέλει να αγοράσει Rafale θα σημαίνει ότι η Ελλάδα θέλει να το αγοράσει, και πάει λέγοντας…


Έλεγχος των fake news και το αδύνατο της αξιακής-ιδεολογικής ουδετερότητας

Ας αποσαφηνίσουμε τι δεν λέει το παρόν άρθρο. Καταρχήν, δεν αμφισβητεί την ύπαρξη fake news – η παραγωγή και διασπορά ψευδών ειδήσεων είναι αναπόσπαστο κομμάτι της εκάστοτε προπαγάνδας και υπάρχει ανέκαθεν, παράλληλα με την ανάδυση αντικρουόμενων συμφερόντων στις ανθρώπινες κοινωνίες. Δεν αμφισβητεί, επίσης, τη θετική συμβολή της ιστοσελίδας Ellinika Hoaxes στην αποκάλυψη ψευδών ειδήσεων – μια περιήγηση στις αναρτήσεις της καταδεικνύει ότι πράγματι υπάρχουν πολυάριθμες περιπτώσεις fake news που η ιστοσελίδα απορρίπτει μεθοδικά και θεμελιωμένα. Το κείμενο δεν αμφισβητεί ούτε και τη μακρόχρονη παρουσία του περιοδικού Πτήση & Διάστημα – στο οποίο είχα μάλιστα την τύχη να δημοσιεύσω άρθρο το μακρινό 2008[18] – στον ειδικό τύπο της χώρας, ή την επιστημονική αρτιότητα των συντακτών του. Κι ούτε υπονοεί την ύπαρξη κάποιας «σκοτεινής» πτυχής στη δραστηριότητα της ιστοσελίδας ή του περιοδικού – καμία υπόνοια, καμία συνομωσιολογία. Τέλος, το σημείωμα ετούτο δεν υποστηρίζει την αγορά ή τη μη αγορά κάποιου οπλικού συστήματος έναντι κάποιου άλλου.

Αυτό που υποστηρίζει το παρόν άρθρο είναι ότι η αρθρογραφία της ιστοσελίδας Ellinika Hoaxes σε σχέση με το αμερικανικό μαχητικό F-35 είναι μια περίπτωση χρήσης του προβλήματος των fake news ως εργαλείο για την προαγωγή μιας άποψης έναντι άλλων ανταγωνιστικών απόψεων. Η χρήση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι η ιστοσελίδα συνδέεται τόσο σε επίπεδο συντάκτη όσο και σε επίπεδο επιστημονικού συμβούλου με ένα περιοδικό αεροδιαστημικής και άμυνας που φυσιολογικά χαρακτηρίζεται από τη δική του συγκεκριμένη προσέγγιση στα εξοπλιστικά πράγματα της χώρας. Όταν, λοιπόν, η ιστοσελίδα αυτή αναλαμβάνει ρόλο ελεγκτή του Facebook, εγείρονται σοβαρά ερωτήματα για τη φύση της εποπτείας που θα παρέχει στο κοινωνικό δίκτυο και το κατά πόσο μπορεί να θεωρηθεί αξιολογικά ουδέτερη η παρέμβασή της, τουλάχιστον σε ζητήματα άμυνας, εξοπλισμών, στρατιωτικής τεχνολογίας, διπλωματίας και στρατηγικής.

Δεν σημαίνει ότι κάποια άλλη ιστοσελίδα ή κάποιο άλλο περιοδικό θα ήταν σώνει και καλά «αντικειμενικότερα» – το πρόβλημα με τον έλεγχο των fake news, όπως δείχνει και το παράδειγμα του μαχητικού F-35 είναι πολύ βαθύτερο, πολύ πιο δομικό, και δεν αφορά το άλφα ή βήτα μέσο ενημέρωσης. Ο έλεγχος των fake news καλλιεργεί πρόσφορο έδαφος για την προώθηση μίας μόνο άποψης και την απόρριψη ανταγωνιστικών προσεγγίσεων σε ερωτήματα που είναι σύνθετα και ξεφεύγουν από το δίπολο αλήθεια / ψεύδος. Ζητήματα όπως το ποιο είναι το καλύτερο μαχητικό στον κόσμο κι αν αξίζει τα λεφτά του, ή κατά πόσο έχει κάνει μια χώρα πρόταση πώλησης οπλικών συστημάτων σε μια άλλη χώρα, ή πόσο βέβαιο είναι ότι η ΠΑ θα αγοράσει ένα οπλικό σύστημα, ή κατά πόσο είναι απαραίτητη για την άμυνα της χώρας η αγορά αυτού του οπλικού συστήματος δεν απαντώνται με επίκληση σε κάποιο αδιάψευστο δεδομένο / fact που δήθεν απορρίπτει μια ψευδή / fake είδηση. Με τον ίδιο τρόπο, όσο και να θέλω, δεν μπορώ να επικαλεστώ ένα μόνο δεδομένο για να ισχυριστώ ότι ο Παναθηναϊκός είναι καλύτερη ομάδα από τον Ολυμπιακό, κι ούτε διασπείρει fake news ο φίλος των Πειραιωτών που θα ισχυριστεί το αντίθετο.

Σε μια σειρά ζητημάτων – όπως τα εξοπλιστικά και η άμυνα, αλλά και πολλά άλλα ζητήματα σαν κι αυτά για τα οποία αναρτούν απόψεις οι χρήστες του Facebook – ο έλεγχος ειδήσεων μπορεί να καταλήξει να αντανακλά και να αναπαράγει τις πολιτικο-οικονομικές, ιδεολογικές, και αξιακές προτιμήσεις του φορέα που κάνει τον έλεγχο. Ακόμα και ο τρόπος με τον οποίο τίθενται τα ερωτήματα εμπεριέχει προϋπάρχουσες αξιακές και εννοιολογικές παραδοχές, και βέβαια το ίδιο το ερώτημα μπορεί ενίοτε να προκαθορίζει την κατεύθυνση της απάντησης. Όπως μου είχε πει καλή φίλη μου, σε γνωστή αλυσίδα ταχείας εστίασης στην Ολλανδία η διεύθυνση έδινε εντολή στο προσωπικό να ρωτάει τους πελάτες που παρήγγειλαν καφέ: «θα θέλατε κρουασάν ή ντόνατ;». Και έτσι ο πελάτης απαντούσε αυτόματα την προτίμησή του, ξεχνώντας ότι θα έπρεπε να πληρώσει επιπλέον ή ότι ίσως και να μην ήθελε και τίποτα απ’ τα δύο. Το ίδιο ισχύει και με την εστίαση στα fake news – ακόμα κι αν υποθέσουμε χάριν του επιχειρήματος ότι το ένα μαχητικό είναι καλύτερο απ’ το άλλο, δεν σημαίνει αυτό ότι η ΠΑ και το ελληνικό κράτος θα πρέπει να το αγοράσουν. Το ερώτημα «ποιο είναι το καλύτερο μαχητικό;» βασίζεται σε μια σειρά άρρητων παραδοχών (όπως π.χ. ότι η ΠΑ πρέπει να διαθέτει σώνει και καλά το καλύτερο μαχητικό, ή ότι υπάρχει απόλυτος κανόνας καθορισμού του καλύτερου μαχητικού) και είναι ιδεολογική επιλογή η προαγωγή αυτού του ερωτήματος έναντι π.χ. του ερωτήματος «θα πρέπει οι υπάρχοντες περιορισμένοι πόροι του ελληνικού κράτους να διοχετευθούν σε επιπλέον όπλα ή σε άλλους τομείς;» ή «είναι η συσσώρευση οπλικών συστημάτων ο καλύτερος τρόπος επίτευξης αμυντικής θωράκισης;» ή «ποιες θα πρέπει να είναι οι εξοπλιστικές προτεραιότητες της χώρας με βάση τα υπάρχοντα κενά σε μέσα και πόρους;».

Εάν η ανάγκη αγοράς των F-35 θεωρείται fact και η αμφισβήτησή της θεωρείται fake news, φαντάζεστε τι μπορεί να γίνει με τις απόψεις εκείνες που αμφισβητούν την ίδια την ανάγκη ύπαρξης των παρανοϊκά υψηλών στρατιωτικών δαπανών της χώρας ή άλλες πολιτικο-στρατιωτικές επιλογές της εκάστοτε ελληνικής κυβέρνησης όπως η αυξημένη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην Ελλάδα, η εξοπλιστική εξάρτηση από έναν μόνο πόλο, ο προσανατολισμός της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής της χώρας με άξονα το ΝΑΤΟ, και πάει λέγοντας… Συμπερασματικά, η «αστυνόμευση» των αναρτήσεων στο Facebook από τα Ellinika Hoaxes είναι μια κακή ιδέα. Ο περιορισμός του διαλόγου με τη σφραγίδα του «ψευδούς» ή του «ανεπιβεβαίωτου», η προαγωγή της μοναδικής αλήθειας και η αναγωγή μιας κυρίαρχης θέασης σε αληθή με τον παράλληλο υποβιβασμό εναλλακτικών προσεγγίσεων σε ψευδείς ειδήσεις πλήττει την ποιότητα του δημόσιου διαλόγου, την ελευθερία της έκφρασης και, εν τέλει, την ίδια την ουσία της δημοκρατίας.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] «Το Facebook ανέθεσε στα Ellinika Hoaxes την επαλήθευση γεγονότων», Ellinika Hoaxes, 2 Μαΐου 2019. https://www.ellinikahoaxes.gr/2019/05/02/facebook-third-party-fact-checking-program/

[2] Θάνος Σιτίστας (Επαχτίτης), «Το κορυφαίο μαχητικό του κόσμου και ευσεβείς πόθοι», Ellinika Hoaxes, 7 Φεβρουαρίου 2017, https://www.ellinikahoaxes.gr/2017/02/07/pak-fa

[3] Θάνος Σιτίστας (Επαχτίτης), «Η Lockheed Martin αποφάσισε να μειώσει το κόστος του F-35 για την Ελλάδα εξαιτίας της ρωσικής προσφοράς για Su-35;», Ellinika Hoaxes, 8 Μαρτίου 2017, https://www.ellinikahoaxes.gr/2017/03/08/f35-cost-cuts

[4] Θάνος Σιτίστας (Επαχτίτης), «Τα Su-35, η υποτιθέμενη πρόταση της Ρωσίας για την Ελλάδα και η ανύπαρκτη πιθανότητα ένταξής του στο ελληνικό οπλοστάσιο», Ellinika Hoaxes, 23 Φεβρουαρίου 2017. https://www.ellinikahoaxes.gr/2017/02/23/su35-proposal-vs-f35.

[5] Στο ίδιο.

[6] Θάνος Σιτίστας (Επαχτίτης), «F-35, Τουρκία και ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο», Ellinika Hoaxes, 3 Νοεμβρίου 2016. https://www.ellinikahoaxes.gr/2016/11/03/f-35

[7] Θάνος Σιτίστας (Επαχτίτης), «Το F-35, το tweet του Τραμπ και ο ‘ειδικός’ εγχώριος τύπος…», 24 Δεκεμβρίου 2016. https://www.ellinikahoaxes.gr/2016/12/24/f-35-trump/

[8] «Ποιοι είμαστε», Ellinika Hoaxes, https://www.ellinikahoaxes.gr/who-are-we/ και «Εξωτερικοί συνεργάτες – Επιστημονικοί σύμβουλοι», Ellinika Hoaxes. https://www.ellinikahoaxes.gr/scientific-advisers/

[9] Θάνος Σιτίστας (Επαχτίτης), «Ρελάνς Ρωσίας σε Ελλάδα μετά την πώληση των S-400 στη Τουρκία;», Ellinika Hoaxes, 1 Ιουλίου 2017. https://www.ellinikahoaxes.gr/2017/07/01/su-35-greece

[10] «Ο Υπερκατάσκοπος των Δυο Ηπείρων και το Ξανθό Γένος», Πτήση & Διάστημα, 14 Απριλίου 2018. https://www.ptisidiastima.com/firefox-and-the-russian-super-fighter/?fbclid=IwAR0SgxFaUGUiAHzdRLyoWshVR9s75oy-0wOPaT4syfdP0agAOmq88fUq6yg

[11]Σιτίστας (Επαχτίτης), «Ρελάνς Ρωσίας…».

[12] Θάνος Σιτίστας (Επαχτίτης), «Η αναβάθμιση των ελληνικών F-16 ισοδυναμεί με αυτοκτονία;», Ellinika Hoaxes, 6 Σεπτεμβρίου 2017. https://www.ellinikahoaxes.gr/2017/09/06/f16-vs-f35/Το άρθρο που παρατίθεται στο κείμενο είναι το «Γιατί πρέπει άμεσα να εκσυγχρονιστούν τα F-16 της ΠΑ;», Πτήση & Διάστημα, 17 Μαρτίου 2018. https://www.ptisidiastima.com/why-hellinic-air-force-f16-should-be-upgraded/

[13]Σιτίστας (Επαχτίτης), «Η αναβάθμιση των ελληνικών F-16…»

[14] «Η νέα ‘ΠΤΗΣΗ & Διάστημα’ ΜΑΪΟΣ 2019», Πτήση & Διάστημα, 2 Μαΐου 2019. https://www.ptisidiastima.com/pd-396-may-2019/

[15] «Τα ελληνικά F-35, AN έρθουν άμεσα”, θα αντικαταστήσουν τα F-4E κι όχι τα F-16C/D Block 30», Πτήση & Διάστημα, 1 Μαΐου 2019. https://www.ptisidiastima.com/greek-f35-if-come-will-replace-f4e-and-not-f16-block30/

[16] Στο ίδιο.

[17] «Θα δούμε τελικά μαχητικά F-35 με ελληνικά εθνόσημα; Τι κρύβεται πίσω από την τελευταία κινητικότητα;», Πτήση & Διάστημα, 7 Απριλίου 2019. https://www.ptisidiastima.com/will-we-see-greek-f35-2/

[18] Ηρακλής Οικονόμου, «Οικονομική διεθνοποίηση και αμυντική βιομηχανία», Πτήση & Διάστημα, τ. 270, Μάρτιος 2008, σελ. 114-123.

23 April 2019

An interview with MEP Sabine Lösing on defence research and the militarization of the EU





 
 
“The European Defence Fund is the end of the civilian nature of the EU budget”
 

An interview with MEP Sabine Lösing on defence research and the militarization of the EU.



Interview by Iraklis Oikonomou

Many thanks to Ota Jaksch, parliamentary assistant to MEP Lösing.


Sabine Lösing is a member of the European Parliament from Germany (Die Linke), belonging to the GUE/NGL political group. As the Vice-Chair of the Subcommittee on Security and Defence, she has extensive expertise on matters of EU defence policy, while also being one of the most critical voices against the channeling of EU funds for the research & development of armaments. In the discussion that follows, Mrs. Lösing explains why the establishment of the European Defence Fund and the broader militarization of the Union should be causes for concern for every citizen.


Does the establishment of the European Defence Fund signal a drive of the EU towards militarization? Is it, in other words, a major paradigm shift?

Absolutely, and for a variety of reasons! First, it is the end of what we could – somewhat idealistically – call the civilian nature of the EU’s budget. Although there have been numerous attempts to use European money for military purposes, up to now, there were by large and huge obstacles to channel funds into the military sector. This will change dramatically with the pending establishment of a European Defence Fund (EDF). Second, this money will be explicitly spent to “consolidate” the European military sector – i.e. to create some sort of European Military-Industrial-Complex. If this effort succeeds, the whole composition of the European project will fundamentally change into a more militaristic way. And third, it is one of the most obvious signs that the Commission tries to play a far greater role in European defence matters in the future. As was said in the “European Defence Action Plan” (EDAP) of November 30, 2016, when the EDP was formally introduced for the first time: “The  Commission  is  ready  to  engage  at  an  unprecedented  level  in  defence  to  support Member  States.  It  will  exploit  the  EU  instruments,  including  EU  funding,  and  the  full potential of the Treaties, towards building a Defence Union”.

Is EDF a reason for concern for you? What are the main risks that you see in this funding of armaments programmes?

It is definitely a reason for concern if billons of euros are channeled into the military sector. Take a look at the European Global Strategy that was endorsed by the Heads of State and Government on June 28, 2016 which defines the interests which shall be enforced with this huge military apparatus in the making. There is talk of “the EU’s interest in an open and fair economic system”, of “ensuring open and protected ocean and sea routes” and of “access to natural resources”. The areas of interest, where the EU could potentially enforce those interests with military means are, according to the EUGS, “to the east stretching into Central Asia, and to the south down to Central Africa”. And to the east it literally goes even further by naming “the South China Sea and the Straits of Malacca”.

In order to enforce those interests, the EUGS calls for having top notch military capabilities: “This means having full-spectrum land, air, space and maritime capabilities, including strategic enablers”. And, in the eyes of Europe’s ruling politicians, the way to acquire those capabilities is by the establishment of a European military-industrial-complex via tools like the EDF, but also like CARD and PESCO.

My fear is, that as soon as the EU will have those capabilities, it will deploy soldiers even more than it already does – and it will do so to enforce interests, that are the interests of a privileged few but not of the majority of the society that has nothing to gain from war and militarism, let alone those who suffer under those military interventions.  Because if the wars of the recent past – from Afghanistan, to Iraq and Libya – have shown one thing, then it is that the military is completely unable to “solve” conflicts – quite the opposite.

You have been critical of the legal standing of the initiative. Why? Isn’t there a basis for armaments funding in EU law?

No, there is no basis for using EU funds for armaments – and that is why the Commission had to use a trick. Article 41 of the Lisbon Treaty is very clear. It forbids using the EU-budget for military expenditures, when it states:  “Operating expenditure […] shall also be charged to the Union budget, except for such expenditure arising from operations having military or defence implications […]”.

Now this paragraph relates to the Common Foreign and Security Policy and that’s why the Commission argues that the EDF’s main task is to foster Europe’s competitiveness and that it would be therefore a tool of the EU’s industrial policy. Of course, that is ridiculous: In order to be a tool of Europe’s industrial policy, the EDF’s primary goal would have to be to foster Europe’s competitiveness. Yet it is obvious, that the foremost goal of the EDF is to “improve” Europe’s military capacities, which is something that falls under the prohibitions of Article 41 of the Lisbon Treaty and therefore cannot be funded from the EU budget.

That is also the result of a comprehensive legal opinion the GUE/NGL commissioned which concluded: “In no case does the stated legal basis support the establishment of the EDF.”

From an economic perspective, do you agree with the argument of the Commission that the funding of military R&D is good for jobs and growth?

No, I do not agree. The economic benefits of the military sector are a myth the Commission never gets tired to stress – yet it has only one source, a study written under the aegis of the European Defence Agency, to support this claim. In fact, there exists extensive research supporting the claim, that investing in the military is by far the least productive way concerning job creation or economic growth. Furthermore, the myth of to “spin-offs”, that military innovations somehow beneficially transfer to the civilian sector, has also been debunked in many studies as it is nowadays the military sector using civilian innovations for their products, not the other way around.

As for transparency, how happy are you with the procedures that were followed in order to set up the European Defence Fund?

As it stands now, the parliament is largely sidelined with regards to the EDF. The Commission will adopt the work programme, while the Member States will have a de facto veto power. Therefore, the EP has given up its traditional role in budget programming which tremendously reduces its ability to at least minimally control the budget.

Furthermore, as, for example, the European Network Against Arms Trade (ENAAT) also criticized, the “ethical review” also leaves much to be desired. ENAAT writes: “Ethical screenings will happen only before the signature of the grant contract and on the basis of prior ethical self-assessments by the industry itself; the list of independent experts to assist the EC in evaluation and monitoring tasks will not be made public”.

What has been the role of the European arms industry in the process?

The industry – contrary to other actors like the peace movement or civil liberties groups – is heavily involved in the formulation of Europe’s defence policy. For example, as the study “Securing profits” by Vredesactie pointed out, between 2013 and 2016 there where at least 37 meetings between industry and DG Grow on the Preparatory Action on Defence Research. This lead to the establishment of a “Group of Personalities” by Elżbieta Bieńkowska, commissioner for Internal Market, Industry, Entrepreneurship and SMEs, in 2015, which was heavily dominated by lobbyists of the armaments sector. This group published its proposals for a European military research programme in February 2016 and its numbers were one-to-one integrated into the Commission’s European Defence Action Plan of November 2016.

The European Parliament has been extremely supportive of this EU militarizing wave. How do you explain this constant pro-armaments position by the EP?

Unfortunately, the majority of the parties and therefore also the composition of the relevant committees are heavily pro-military. Therefore it is very difficult to make ones voice heard which is aggravated by the fact that the media tends to largely ignore critical positions. Furthermore I think that we have an unhealthy combination of the ongoing demonization of Russia, a totally hypocritical debate about supposed European “values” that should be spread and enforced, the continuation of colonial habits and the hole debate about the refugee crisis that contribute to the thinking, that there is an urgent need for comprehensive European military capacities. Unfortunately, this “necessity” is not called into question by the vast majority of my colleagues.

What your opinion about PESCO? Do you see further divisions within the EU taking place as a result of German-French leadership in defence?

I think PESCO has the potential to deepen already existing rifts, as it is the major tool of the self-declared Franco-German leadership group to establish a defence union under their command. To the benefit of Europe’s largest powers, namely Germany and France, PESCO breaks in important parts with the consensus principle in the military area by introducing qualified majority voting. For example, if a country doesn’t fulfill some PESCO-criteria intended to foster the creation of a defence union it is now possible to throw this country out of PESCO via a simple qualified majority vote.

What is, in your opinion, the alternative to the militarizing tendencies of the EU? What is, in other words, your vision for Europe, when it comes to security and defence?

Quite simply? Exactly the opposite! A strict “No” the every form of military “solution” of current conflicts. Comprehensive disarmament and the conversion of the armaments industry with the freed up funds going into poverty reduction, the enlargement of civilian conflict resolution and the creation of civilian jobs within the Union.

Συνέντευξη με την ευρωβουλευτή Σαμπίνε Λέζινγκ για το Ευρωπαϊκό Ταμείο για την Άμυνα

 




«Το ευρωπαϊκό σχέδιο αλλάζει προς μια μιλιταριστική κατεύθυνση»

 
Συνέντευξη με τη Γερμανίδα Ευρωβουλευτή της GUE/NGL, Sabine Lösing, για το νέο κοινοτικό πρόγραμμα χρηματοδότησης της έρευνας & ανάπτυξης όπλων.
 

 
τη συνέντευξη έλαβε και μετέφρασε ο Ηρακλής Οικονόμου

(δημοσιεύτηκε σε “Το Περιοδικό”, 17 Απριλίου 2019)


Με πρωτοβουλία της Ευρ. Επιτροπής και την αδιάλειπτη πίεση των βιομηχανιών όπλων, η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) αποφάσισε να χρηματοδοτεί πλέον την έρευνα & ανάπτυξη οπλικών συστημάτων απευθείας από τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Το πρόγραμμα, με την επωνυμία Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας, θα είναι ύψους 13 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την περίοδο 2021-2027, ενώ ήδη έχουν διατεθεί 500 εκατομμύρια στο προπαρασκευαστικού χαρακτήρα Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Βιομηχανικής Ανάπτυξης στον τομέα της Άμυνας. Για την εξαιρετικά κρίσιμη αυτή εξέλιξη μιλήσαμε στις Βρυξέλλες με τη Σαμπίνε Λέζινγκ, ευρωβουλευτή της ευρωομάδας της Αριστεράς και αντιπρόεδρο της Υποεπιτροπής Ασφάλειας και Άμυνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
  


Σηματοδοτεί η ίδρυση του Ευρωπαϊκού Ταμείου για την Άμυνα μια στροφή της ΕΕ προς την κατεύθυνση της στρατιωτικοποίησης; Συνιστά, με άλλα λόγια, μια σημαντική αλλαγή παραδείγματος;
 
Ναι, απολύτως, και για πολλούς λόγους! Πρώτον, πρόκειται για το τέλος αυτού που θα μπορούσαμε κάπως ιδεαλιστικά να αποκαλέσουμε ειρηνικό χαρακτήρα του προϋπολογισμού της ΕΕ. Μολονότι δεν έλειψαν οι προσπάθειες χρησιμοποίησης ευρωπαϊκών πόρων για στρατιωτικούς σκοπούς, μέχρι σήμερα υπήρχαν μεγάλα εμπόδια για τη διοχέτευση κεφαλαίων στον στρατιωτικό τομέα. Αυτό θα αλλάξει δραματικά με την επερχόμενη ίδρυση του Ευρωπαϊκού Ταμείου για την Άμυνα. Δεύτερον, τα χρήματα αυτά θα δαπανηθούν ρητά για την «παγίωση» του ευρωπαϊκού στρατιωτικού τομέα – δηλαδή για τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού στρατιωτικού-βιομηχανικού συμπλέγματος. Εάν η προσπάθεια αυτή επιτύχει, ολόκληρη η σύνθεση του ευρωπαϊκού σχεδίου θα αλλάξει θεμελιωδώς προς μια πιο μιλιταριστική κατεύθυνση. Και, τρίτον, η εξέλιξη αυτή είναι ένα από τα πιο εμφανή σημάδια ότι η Ευρ. Επιτροπή επιδιώκει να διαδραματίσει πολύ μεγαλύτερο ρόλο σε θέματα άμυνας στο μέλλον. Όπως ειπώθηκε στο «Ευρωπαϊκό Σχέδιο Δράσης για την Άμυνα» (European Defence Action Plan – EDAP) της 30ηςΝοεμβρίου 2016, όταν και λανσαρίστηκε για πρώτη φορά το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας, «Η Επιτροπή είναι έτοιμη να καταβάλει άνευ προηγουμένου προσπάθειες στον τομέα της άμυνας για να στηρίξει τα κράτη μέλη. Θα αξιοποιήσει τα μέσα που διαθέτει η ΕΕ, μεταξύ άλλων την ενωσιακή χρηματοδότηση και το πλήρες δυναμικό των Συνθηκών, προς την κατεύθυνση της διαμόρφωσης μιας Ένωσης Άμυνας».

Και γιατί συνιστά αυτό λόγο ανησυχίας; Ποιοι είναι οι κύριοι κίνδυνοι που βλέπετε στην κοινοτική χρηματοδότηση εξοπλιστικών προγραμμάτων;
 
Είναι σίγουρα ένας λόγος ανησυχίας η διοχέτευση δισεκατομμυρίων ευρώ στον στρατιωτικό τομέα. Ρίξτε μια ματιά στην Παγκόσμια Στρατηγική της ΕΕ που εγκρίθηκε από τους αρχηγούς κρατών στις 28 Ιουνίου 2016, η οποία προσδιορίζει τα συμφέροντα που θα προωθηθούν με αυτόν τον τεράστιο στρατιωτικό μηχανισμό. Γίνεται λόγος για «το ενδιαφέρον της ΕΕ σε ένα ανοιχτό και δίκαιο οικονομικό σύστημα», την «εξασφάλιση ανοιχτών και προστατευμένων ωκεάνιων και θαλάσσιων διαδρομών» και την «πρόσβαση σε φυσικούς πόρους». Οι περιοχές ενδιαφέροντος όπου η ΕΕ θα μπορούσε ενδεχομένως να επιβάλει αυτά τα συμφέροντα με στρατιωτικά μέσα είναι, σύμφωνα με τη Στρατηγική, «προς τα ανατολικά μέχρι την Κεντρική Ασία και προς τα νότια μέχρι την Κεντρική Αφρική». Και ως προς τα ανατολικά, γίνεται έως και ονομαστική αναφορά «στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας».

Προκειμένου να επιβάλει τα συμφέροντα αυτά, η Στρατηγική αναφέρεται στην ανάγκη κατοχής κορυφαίων στρατιωτικών δυνατοτήτων: «Αυτό σημαίνει πλήρες φάσμα δυνατοτήτων στην ξηρά, τον αέρα, το διάστημα και τη θάλασσα, συμπεριλαμβανομένων και στρατηγικών εργαλείων διευκόλυνσης». Στα μάτια των πολιτικών που κυβερνούν σήμερα την Ευρώπη, ο τρόπος κτήσης αυτών των δυνατοτήτων είναι με τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος μέσω εργαλείων όπως το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας, αλλά και η Συντονισμένη Ετήσια Επανεξέταση για την Άμυνα (CARD) και η Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία (PESCO).

Ο φόβος μου είναι ότι από τη στιγμή που η ΕΕ θα έχει αυτές τις δυνατότητες, θα αναπτύσσει στρατεύματα ακόμα περισσότερο απ’ ό,τι κάνει ήδη – και θα το κάνει για την επιβολή συμφερόντων που είναι τα συμφέροντα μιας προνομιούχου μειοψηφίας, και όχι της πλειοψηφίας της κοινωνίας που δεν έχει τίποτα να κερδίσει από τον πόλεμο και τον μιλιταρισμό. Και βέβαια πρόκειται για συμφέροντα που καμία σχέση δεν έχουν με το συμφέρον εκείνων που υποφέρουν απ’ αυτές τις στρατιωτικές παρεμβάσεις. Γιατί εάν οι πόλεμοι του πρόσφατου παρελθόντος – από το Αφγανιστάν μέχρι το Ιράκ και τη Λιβύη – κατέδειξαν ένα πράγμα, είναι ότι ο στρατός είναι εντελώς ανίκανος να «επιλύει» συγκρούσεις.

Έχετε σε δημόσιες παρεμβάσεις σας αμφισβητήσει τη νομιμότητα της πρωτοβουλίας της Κομισιόν. Γιατί; Δεν υπάρχει νομική βάση στο ευρωπαϊκό δίκαιο για τη χρηματοδότηση της έρευνας για όπλα;
 
Όχι, δεν υπάρχει νομική βάση για τη χρησιμοποίηση ευρωπαϊκών κονδυλίων για εξοπλιστικά προγράμματα – και γι’ αυτό η Επιτροπή αναγκάστηκε να στραφεί σε νομικά τερτίπια. Το άρθρο 41 της Συνθήκης της Λισαβόνας είναι πολύ σαφές – απαγορεύει τη χρησιμοποίηση του προϋπολογισμού της ΕΕ για στρατιωτικές δαπάνες αναφέροντας ότι: «Οι λειτουργικές δαπάνες τις οποίες συνεπάγεται η εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου βαρύνουν επίσης τον προϋπολογισμό της Ένωσης, πλην των δαπανών που οφείλονται σε ενέργειες που έχουν στρατιωτικές συνέπειες ή συνέπειες στην άμυνα».

Τώρα, αυτή η παράγραφος αφορά την «Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας», και γι’ αυτό η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η κύρια αποστολή του Ευρωπαϊκού Ταμείου για την Άμυνα είναι η προώθηση της ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης και, άρα, ότι θα αποτελέσει ένα εργαλείο βιομηχανικής πολιτικής της ΕΕ. Φυσικά, αυτός ο ισχυρισμός είναι γελοίος: είναι προφανές ότι ο πρωταρχικός στόχος του Ταμείου είναι η «βελτίωση» των στρατιωτικών δυνατοτήτων της Ευρώπης, κάτι που εμπίπτει στις απαγορεύσεις του Άρθρου 41 της Συνθήκης της Λισαβόνας και, συνεπώς, δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί από τον προϋπολογισμό της ΕΕ.

Σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξε και η νομική γνωμοδότηση που ανέθεσε η Ευρωομάδα GUE/NGL, η οποία επισημαίνει ότι «σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπει η επικαλούμενη νομική βάση τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας».

Συμφωνείτε με το επιχείρημα της Ευρ. Επιτροπής ότι η χρηματοδότηση της έρευνας για όπλα είναι καλή για την απασχόληση και την οικονομική ανάπτυξη;
 
Όχι, δεν συμφωνώ. Τα οικονομικά οφέλη του στρατιωτικού τομέα είναι ένας μύθος που η Επιτροπή ποτέ δεν κουράζεται να τονίζει, αλλά η ίδια επικαλείται πάντα μόνο μία πηγή – μια μελέτη που γράφτηκε υπό την αιγίδα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας για να υποστηρίξει αυτόν ακριβώς τον ισχυρισμό. Στην πραγματικότητα, υπάρχει ένα εκτεταμένο σώμα έρευνας που καταδεικνύει ότι η επένδυση στους εξοπλισμούς είναι με διαφορά ο λιγότερο αποδοτικός τρόπος δημιουργίας θέσεων εργασίας ή επίτευξης οικονομικής ανάπτυξης. Επιπλέον, ο μύθος των “spin-off” – ότι δηλαδή οι στρατιωτικές καινοτομίες δήθεν μεταφέρονται στους μη στρατιωτικούς τομείς οικονομικής δραστηριότητας – έχει απορριφθεί κι αυτός από πολλές μελέτες. Για την ακρίβεια, σήμερα είναι ο στρατιωτικός τομέας αυτός που χρησιμοποιεί μη στρατιωτικές καινοτομίες για τα προϊόντα του, και όχι το αντίστροφο.

Όσον αφορά το κομμάτι της διαφάνειας, πόσο ικανοποιημένη είστε με τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Ταμείου για την Άμυνα; Έχετε εντοπίσει ενδείξεις κακών πρακτικών;
 
Όπως έχουν τώρα τα πράγματα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο παραμερίζεται σε μεγάλο βαθμό όσον αφορά το Ταμείο. Η Επιτροπή θα εγκρίνει το πρόγραμμα εργασίας, ενώ τα κράτη μέλη θα έχουν de facto δικαίωμα βέτο. Ως εκ τούτου, το Κοινοβούλιο παραιτήθηκε από τον παραδοσιακό του ρόλο στον προγραμματισμό του προϋπολογισμού – γεγονός που μειώνει κατά πολύ την ικανότητά του να ελέγχει έστω και κατ’ ελάχιστο τον προϋπολογισμό.

Επιπλέον, όπως έχει επισημάνει και το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Κατά του Εμπορίου Όπλων (European Network Against Arms Trade – ENAAT), η «αξιολόγηση δεοντολογίας» που προβλέπεται αφήνει πολλά κενά. Το ENAAT γράφει σχετικά: «Οι έλεγχοι δεοντολογίας θα γίνονται μόνο πριν από την υπογραφή της σύμβασης χρηματοδότησης και στη βάση προηγούμενων αυτό-αξιολογήσεων δεοντολογίας από τον ίδιο τον κλάδο. Ο κατάλογος των ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων που θα βοηθούν την Ευρ. Επιτροπή στα καθήκοντα αξιολόγησης και παρακολούθησης δεν θα δημοσιοποιηθεί».

Ποιος ήταν ο ρόλος της ευρωπαϊκής βιομηχανίας όπλων στην όλη διαδικασία; Απολαμβάνει προνομιακή πρόσβαση στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και, εάν ναι, γιατί;
 
Η βιομηχανία – σε αντίθεση με άλλους δρώντες όπως το ειρηνιστικό κίνημα και οι οργανώσεις υπεράσπισης των πολιτικών ελευθεριών – συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση της αμυντικής πολιτικής της Ευρώπης. Για παράδειγμα, όπως επεσήμανε η μελέτη “Securing profits” («Εξασφαλίζοντας κέρδη») της βελγικής ειρηνιστικής οργάνωσης Vredesactie, μεταξύ του 2013 και του 2016 πραγματοποιήθηκαν τουλάχιστον 37 συναντήσεις μεταξύ της βιομηχανίας και της Γενικής Διεύθυνσης Ανάπτυξης σχετικά με την Προπαρασκευαστική Δράση για την Έρευνα για την Άμυνα. Αυτό οδήγησε στη δημιουργία μιας «Ομάδας Προσωπικοτήτων» από την Elżbieta Bieńkowska, Επίτροπο Εσωτερικής Αγοράς, Βιομηχανίας, Επιχειρηματικότητας και Μικρών & Μεσαίων Επιχειρήσεων, το 2015, η οποία κυριαρχείτο σε μεγάλο βαθμό από τους λομπίστες του εξοπλιστικού κλάδου. Η ομάδα αυτή δημοσίευσε τις προτάσεις της για ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα στρατιωτικής έρευνας τον Φεβρουάριο του 2016 και όλα τα προτεινόμενα ποσά ενσωματώθηκαν με χαρακτηριστική ακρίβεια στο Ευρωπαϊκό Σχέδιο Δράσης για την Άμυνα, της Κομισιόν, τον Νοέμβριο του 2016.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υποστηρίζει με θέρμη αυτή τη στρατιωτική «στροφή» της ΕΕ. Πώς εξηγείτε αυτή τη θέση του Κοινοβουλίου υπέρ των ευρωπαϊκών εξοπλισμών, δεδομένης και της θέσης σας ως Αντιπροέδρου της Υποεπιτροπής Ασφάλειας και Άμυνας;
 
Δυστυχώς, η πλειονότητα των κομμάτων και, κατά συνέπεια, και η πλειοψηφία των μελών των σχετικών επιτροπών είναι συντριπτικά υπέρ της στρατιωτικής λογικής. Επομένως, είναι πολύ δύσκολο να ακουστούν οι επικριτικές φωνές, γεγονός που επιδεινώνεται από το ότι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης τείνουν να αγνοούν σε μεγάλο βαθμό εναλλακτικές προσεγγίσεις. Επιπλέον, είμαστε αντιμέτωποι με έναν τοξικό συνδυασμό: τη συνεχιζόμενη δαιμονοποίηση της Ρωσίας, την εντελώς υποκριτική συζήτηση σχετικά με τις υποτιθέμενες ευρωπαϊκές «αξίες» που πρέπει να εξαπλωθούν και να επιβληθούν, τη συνέχιση των αποικιακών συνηθειών, και τη συζήτηση γύρω από την προσφυγική κρίση. Όλα αυτά συμβάλλουν στην ιδέα ότι υπάρχει δήθεν μια επείγουσα ανάγκη ανάπτυξης ολοκληρωμένων στρατιωτικών δυνατοτήτων από την ΕΕ. Δυστυχώς, αυτή η «ανάγκη» δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση από τη συντριπτική πλειονότητα των συναδέλφων μου.

Ποια είναι η γνώμη σας για την PESCO; Βλέπετε περαιτέρω διαιρέσεις στην ΕΕ ως αποτέλεσμα της γερμανικής-γαλλικής ηγεμονίας στην άμυνα;
 
Νομίζω ότι η PESCO μπορεί δυνητικά να εμβαθύνει τις ήδη υπάρχουσες διαιρέσεις, καθώς είναι το βασικό εργαλείο της αυτοαποκαλούμενης ομάδας γαλλο-γερμανικής ηγεσίας για την ίδρυση μιας αμυντικής ένωσης υπό τη διοίκησή της. Η PESCO απομακρύνεται από την αρχή της συναίνεσης στον στρατιωτικό τομέα, εισάγοντας τη λήψη αποφάσεων με ειδική πλειοψηφία, προς όφελος των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών δυνάμεων – δηλαδή της Γερμανίας και της Γαλλίας. Για παράδειγμα, εάν μια χώρα δεν εκπληρώνει ορισμένα κριτήρια της PESCO που αποσκοπούν στην προώθηση της δημιουργίας μιας αμυντικής ένωσης, είναι πλέον δυνατή η απομάκρυνση αυτής της χώρας από την PESCO με τη λήψη απόφασης με ειδική πλειοψηφία.

Ποια είναι, κατά την άποψή σας, η εναλλακτική λύση στις τάσεις στρατιωτικοποίησης της ΕΕ; Ποιο είναι το όραμά σας για την Ευρώπη, σε σχέση με την ασφάλεια και την άμυνα;
 
Για να σας το θέσω απλά: ακριβώς το αντίθετο απ’ ό,τι συμβαίνει τώρα. Πρέπει να πούμε ένα κάθετο «όχι» σε κάθε μορφή στρατιωτικής «λύσης» των τωρινών συγκρούσεων. Όραμά μου είναι ο ευρύς αφοπλισμός και η μετατροπή της βιομηχανίας όπλων. Και οι επιπλέον πόροι που θα προκύψουν θα πρέπει να πάνε στη μείωση της φτώχειας, τη διεύρυνση της ειρηνικής επίλυσης συγκρούσεων, και τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης σε ειρηνικές οικονομικές δραστηριότητες εντός της Ένωσης.

01 December 2018

Book Review: The Political Economy of European Security





The Political Economy of European Security, by Kaija Schilde, Cambridge, Cambridge University Press, 2017, 288 pp., (hardback), ISBN 978 1 107 19843 2


by Iraklis Oikonomou

Book Review published in European Security, Volume 27, Issue 4, 2018, pp. 537-540


The emergence of a distinct EU security and defence dimension is not just one more episode in European integration; it is a key development for Brussels, affecting the very essence of the European project: new institutions and mechanisms (e.g. European Defence Agency), new funding arrangements (e.g. security & defence research), new policies (e.g. military space, border security), and a new orientation for the EU as a whole, geared towards the strengthening of the European arms industry. The militarization of the EU is, to a great extent, the European integration of our time.

Any book that sets to study the making of this phenomenon, like Kaija Schilde’s The Political Economy of European Security, is a welcome addition to existing literature. The theoretical foundations of the study lie in transnational interest-group mobilization and the relative governing capacity of institutions. Its argument is compelling: security and defence policy integration in the EU is largely an outcome of the organized activity of transnational interest groups, which built informal European policy institutions that, in turn, accelerated the establishment of formal governing capacity and institutions. Following the dissection of the relationship between interest groups and institutions in Chapter 1, and the theorization of interest group mobilization in connection with outcomes in the EU in Chapters 2 and 3, Schilde then gives a politico-economic explanation of CSDP, in Chapter 4, emphasizing the role of defence industry lobbying in the emergence of this policy. Chapter5 and Chapter 6 thoroughly document the emergence and expansion of EU authority in defence and border security, respectively, as a relative outcome of the mobilization of interest groups – from the start of the process in the case of defence policy, or somewhere along the way in the case of border security. Finally, Chapter 7 studies the blurring of EU security and defence policies brought about by the desire of the industry to impose a market logic there.

Undoubtedly, this is an extremely topical book as the process of the expansion of EU authority to embrace security and defence is in the making and has far-reaching implications for the entire orientation of the Union. This is also a very useful book because it unites the realm of political economy with defence and security policy, highlighting the unity of strategic and economic considerations in EU policy-making. It is about time that we got rid of the model of a discipline that merely seeks to reproduce and legitimize official discourse, presenting the emergence of CSDP as an ‘objective’ and ‘rational’ necessity, and looked instead at the socio-economic rationale of the policy and the way it is embedded into industrial interests. Lastly, it is a balanced book, with a convincing combination of theoretical and empirical study, together with a sound blend of quantitative and qualitative analysis.

Still, the author’s argumentation could have been helped by an engagement with existing critical literature on the socioeconomic foundations of EU armaments policy, including Slijper (2005) and Hayes (2006) work of EU military-industrial and EU security-industrial complexes respectively. This is all the more essential as the theoretical connection between interest groups and EU authority remains unclear; on p. 5, the author argues that “There is … no direct causal link between interest groups and EU authority” while two pages earlier we read that “The very presence of interest groups changes the structure of EU governance”. The riddle remains ultimately unresolved; if this linkage is not causal, what exactly is it? The feeling one gets is that in her effort to avoid one-sided causal simplifications, the author does not provide an adequately specific theorization of the private interests / public authority nexus. Essentially, what Schilde’s work lacks is a theory of power – engagement with certain contributions in Kurowska & Breuer (eds.; 2012) could have been useful in this respect. For example, on p. 15 the author notes that informal institutions enhance the capacity of formal institutions when there is a matching of the respective policy agendas (as if there is a pre-existing public agenda which the private one fits into), but Chapters 4 and 5 point to a wholly different reality – the elevation of a private agenda to a public one via the intense political activation of arms manufacturers, driven by developments (competition with US industry, consolidation) in the industrial realm. This is also why the book could have benefited from a closer look at existing literature that theorizes the policy actorness of European arms manufacturers, including Mawdsley (2003), Barrinha (2010), and a couple of contributions in Karampekios & Oikonomou (eds.; 2015).

Elsewhere, the author admits that from the start of European integration till the end of the 1970s,the interest groups that engaged with the EU were basically business interests, but the explanation “because the EEC regulated industry” (p. 58) is just not convincing, as the EEC did several other things next to regulation. Also, it is acknowledged that industry groups “seem to enjoy a certain honeymoon phase in EU policymaking” (p. 58), pointing to the role of the industry as something bigger than merely interest group activity, but again the rest of the analysis dissolves the dominance of private capitalist interests into this idea of interest groups together with NGOs etc. The entire concept of ‘interest groups’ could be questioned if we take the evidence put forward by the book to its very end. The only ‘interest group’ discussed here is the arms and security industry and, thus, one could argue that the very notion of interest group is a veil that conceals the structural dominance of private business in EU policy-making ,implying that there are other social forces operating next to arms manufacturers – there aren’t. The book could have benefited from class analysis and from the removal of the concept of interest group from its pluralist context. This is all the more true since the author notes that “(t)here is an overrepresentation of business interests over social interests” (p. 83) and illustrates how the entire defence agenda of the EU was set by the European defence industry at least a decade prior to relevant EU initiatives at the end of the 1990s; in her own words, “‘first they (interest groups) arrived, and then it(the EU) was built’” (p. 71). Instead, however, of producing a class-based understanding of the connection between private and institutional power in the EU, the author opts for a tautological understanding of the role of interest groups along the lines of “the earlier interest groups mobilize in the life of an issue area, the more likely they are to establish close, informal relationships with EU bureaucracies” (p. 72), as if the establishment of relations of influence is a technical matter of timing rather than a socio-political matter of power. Once again, existing studies of the multiple ways in which the European arms industry has utilized European integration to promote its own interests, such as Manners (2006) and his conceptualization of a European “military-industrial simplex”, could have been considered.

Overall, the book’s emphasis on defence-industrial interests as a source of EU political authority is a fruitful reminder of the need to re-orientate social scientific attention towards the political economy of arms production and state-societal relations. Schilde tells us that the setting of the EU policy agenda in the realm of security and defence is a heavily politicized process, thoroughly informed by the interests of the European arms industry. It is not the strategic considerations or big power thinking or changes in the strategic environment or the nature of threats that brought about the elevation of defence as a top priority of the European project. Instead, the key according to Schielde lies in understanding the impact of interest group activity – in this case, the organized political actions of the European arms industry. The Political Economy of European Security is a must-read for every student of European Security and International Politics, and a key contribution to the debate on the origins and social purpose of EU security, defence, and armaments policies.


Notes

Barrinha, A., 2010. ‘Moving towards a European Defence Industry? The Political  Discourse on a Changing Reality and its Implications for the Future of the European Union’, GlobalSociety, 24 (4): 467-485.

Hayes, B., 2006. ‘Arming Big Brother: The EU’s Security Research Programme’, TNI Briefing Series No 2006/1, Amsterdam: Transnational Institute.

Karampekios, N. and Oikonomou, I. (eds.), 2015. The European Defence Agency: Arming Europe. Abingdon: Routledge.

Kurowska, X. and Breuer, F. (eds.), 2012. Explaining the EU’s Common Security and Defence Policy: Theory in Action. Basingstoke: Palgrave Macmillan.

Manners, I., 2006. ‘Normative power Europe reconsidered: beyond the crossroads’, Journal of European Public Policy, 13 (2): 182-199.

Mawdsley, J., 2003. ‘TheEuropean Union and Defense Industrial Policy’, Paper 31, Bonn International Center for Conversion.

Slijper, F.,2005. ‘The emerging EU Military-Industrial Complex’, TNI Briefing Series No 2005/1, Amsterdam: Transnational Institute.