Pages

13 May 2013

Συνέντευξη με τον Frank Slijper για τους εξοπλισμούς και την οικονομική κρίση







«Τα εξωφρενικά επίπεδα στρατιωτικών δαπανών οδήγησαν την Ελλάδα σε τεράστια χρέη για όπλα που δεν χρειάζεται»

 

Μια κουβέντα με τον ολλανδό ερευνητή Φρανκ Σλέιπερ για τους εξοπλισμούς και την οικονομική κρίση

 

τη συνέντευξη έλαβε και μετέφρασε ο Ηρακλής Οικονόμου
(Δημοσιεύτηκε σε “Ενθέματα”, Κυριακάτικη Αυγή, 12 Μαΐου 2013)


Ο Φρανκ Σλέιπερ (Frank Slijper) είναι ολλανδός οικονομολόγος με ειδίκευση σε ζητήματα εξοπλισμών και στρατιωτικοποίησης. Είναι συνεργάτης της γνωστής ριζοσπαστικής δεξαμενής σκέψης Transnational Institute (ΤΝΙ) και επικεφαλής της αντι-μιλιταριστικής οργάνωσης Campagne tegen Wapenhandel. Οι δημοσιεύσεις του πάνω στο Ευρωπαϊκό στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα, την Ευρωπαϊκή πολιτική διαστήματος και τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας συνιστούν θεμελιώδεις συνεισφορές σε μία αριστερή κριτική της στρατιωτικοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της εξουσίας των κατασκευαστών όπλων εντός της. Πρόσφατα κυκλοφόρησε από το TNI μία μελέτη του με τίτλο «Στρατιωτικές δαπάνες και η οικονομική κρίση στην Ευρώπη», όπου γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην ελληνική περίπτωση με τους υπέρογκους εξοπλισμούς και τις ιστορίες σπατάλης, διαφθοράς και παρασιτισμού που τους περιβάλλουν.


Πώς ερμηνεύετε τη σιωπή των διανοουμένων πάνω σε ένα τόσο επίκαιρο ζήτημα όπως οι εξοπλισμοί και ο ρόλος τους στην τρέχουσα κρίση; Στην Ελλάδα δεν υπάρχει καν μία υποτυπώδης συζήτηση επ’ αυτού.

Οι περισσότερες αναλύσεις εστιάζουν στο ρόλο των χρηματοπιστωτικών θεσμών και των οικονομικών μηχανισμών, που είναι λογικό. Όμως, εφόσον τα δημόσια ελλείμματα και τα σχετιζόμενα προβλήματα χρέους έχουν οδηγήσει σε εκτενή μέτρα λιτότητας, είναι πράγματι παράδοξο το γεγονός ότι δεν συζητείται ένας κλάδος δημοσίων δαπανών τόσο μεγάλος και ισχυρός όσο οι στρατιωτικές δαπάνες. Μία ερμηνεία της αποσιώπησης αυτής είναι ο συνεχής φόβος της στρατιωτικής ηγεσίας και της βιομηχανίας όπλων ότι η περικοπή των αμυντικών δαπανών θα κοστίσει πολλές θέσεις εργασίας και θα θέσει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια. Και τα δύο επιχειρήματα είναι εντελώς λανθασμένα, καθώς οι υψηλοί στρατιωτικοί προϋπολογισμοί αποδεδειγμένα είναι ένας εξαιρετικά αναποτελεσματικός και δαπανηρός τρόπος δημιουργίας θέσεων εργασίας. Επιπλέον, ο δυτικός κόσμος έχει υπερ-εξοπλισθεί τόσο πολύ ώστε να είναι αδύνατον να ισχυριστεί κάποιος ότι απειλείται η ασφάλειά του. Μάλλον το αντίστροφο συμβαίνει: το παράδειγμα των ΗΠΑ δείχνει ότι οι πόλεμοι στο Αφγανιστάν και το Ιράκ οδήγησαν σε τρομακτικές στρατιωτικές δαπάνες, αλλά σίγουρα δεν κατέστησαν τον κόσμο ασφαλέστερο.

Ποια είναι τα κύρια ευρήματα της μελέτης σας που μόλις κυκλοφόρησε; Τελικά συνέβαλε ο γιγαντωμένος στρατιωτικός προϋπολογισμός της Ελλάδας στην τρέχουσα οικονομική καταβαράθρωση της χώρας;

Πριν την κρίση, οι περισσότερες χώρες-μέλη της ΕΕ και του ΝΑΤΟ αύξησαν σημαντικά τις στρατιωτικές τους δαπάνες, αντισταθμίζοντας εν μέρει ή συνολικά τις μετα-ψυχροπολεμικές περικοπές που είχαν προηγηθεί. Αν και στις ΗΠΑ η αύξηση ήταν μεγαλύτερη, στην Ευρώπη τόσο η Ελλάδα όσο και η Κύπρος διόγκωσαν τις στρατιωτικές τους δαπάνες. Τελικά, αυτές οι δαπάνες μειώθηκαν μέσα σε ένα κύμα μέτρων λιτότητας – μόνο όμως από το 2010 και ύστερα. Και οι περικοπές αφορούσαν περισσότερο το προσωπικό παρά τις δαπάνες για οπλικά συστήματα. Ακόμα και σήμερα, πολλά κράτη-μέλη της ΕΕ έχουν στρατιωτικούς προϋπολογισμούς υψηλότερους σε σχέση με μια δεκαετία πριν, παρόλο που ποτέ η Ευρώπη δεν υπήρξε τόσο ασφαλής όσο είναι σήμερα με την απουσία της οποιασδήποτε σοβαρής απειλής. Άρα, συμπεραίνουμε ότι η επαναλαμβανόμενη άποψη σύμφωνα με την οι στρατιωτικές δαπάνες έχουν πέσει κάτω από ένα ελάχιστο επίπεδο – στο οποίο δήθεν θα έπρεπε να βρίσκονται – είναι εντελώς αβάσιμη.

Το σύνηθες αντεπιχείρημα προς τους επικριτές των υψηλών στρατιωτικών δαπανών είναι η απειλή της Τουρκίας. Τι απαντάτε;

Η συγκεκριμένη απειλή είναι μικρότερη σε σχέση με δέκα ή είκοσι χρόνια πριν, σύμφωνα με τους περισσότερους ειδικούς. Οι ελληνο-τουρκικές σχέσεις έχουν βελτιωθεί αισθητά και πλέον υπάρχει η διακηρυγμένη βούληση και της Τουρκίας και όχι μόνο της Ελλάδας οι δυο χώρες να εργαστούν για τη λήψη μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Και πάλι είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι οι στρατιωτικοί έχουν συμφέρον να υπερβάλλουν τις απειλές ώστε να διατηρούν την ισχυρή θέση τους. Προσπαθούν να μας πείσουν ότι η οικονομία απειλείται από τις επιπλέον περικοπές στην άμυνα, ενώ στην πραγματικότητα οι στρατιωτικές δαπάνες έχουν αποδειχθεί ότι είναι μία εξαιρετικά ακριβή και αναποτελεσματική μηχανή παραγωγής θέσεων εργασίας.

Η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από μία μικρή παραγωγική βάση στον τομέα των εξοπλισμών, και άρα στην περίπτωσή της είναι μάλλον δύσκολο να μιλήσει κάποιος για την ύπαρξη ενός εθνικού στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος. Ποια συμφέροντα εξυπηρετούνται μέσω της διατήρησης υψηλών στρατιωτικών δαπανών;

Η Ελλάδα, όπως και οι περισσότερες χώρες δεύτερης βαθμίδας παραγωγής όπλων (συνήθως οι μικρότερες), διατηρεί μία πολιτική αντισταθμιστικών οφελών. Η συγκεκριμένη πολιτική αποβλέπει στην επιστροφή ενός μέρους του έργου από μία εξοπλιστική παραγγελία με τη μορφή εγχώριων παραγγελιών – κατά προτίμηση με τη μορφή της συμπαραγωγής. Αυτή είναι μία εξαιρετικά δαπανηρή και αναποτελεσματική μορφή βιομηχανικής πολιτικής που, ενώ υπόσχεται οφέλη στο πεδίο της απασχόλησης τα οποία συχνά δεν υλοποιούνται, στην πράξη καταλήγει να είναι μία εξωφρενική επιδότηση σε μία βιομηχανία εντελώς ανίκανη για επιβίωση. Αυτό συνέβη και στην Ελλάδα, και γι’ αυτό τώρα η κυβέρνηση θέλει να πουλήσει αυτό τον εξαιρετικά ζημιογόνο επιχειρηματικό τομέα. Το όφελος είναι αμοιβαίο και αφορά τόσο τα συμφέροντα της στρατιωτικής εξουσίας («για να έχουν τα παιδιά τα παιχνιδάκια τους») όσο και τα συμφέροντα της βιομηχανίας όπλων. Και η ρητορική αφορά συχνά τόσο την «εθνική ασφάλεια» όσο και τις «θέσεις εργασίας». Δεν είμαι σίγουρος για την περίπτωση της Ελλάδας, αλλά στην Ολλανδία τα συνδικάτα συχνά συνασπίζονται στα τυφλά με τις εταιρείες όπλων και το στρατό, και υποστηρίζουν κάθε νέα εξοπλιστική συμφωνία με την υπόσχεση δήθεν εξαιρετικών προοπτικών απασχόλησης. Η ιστορία επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, δυστυχώς, καθώς με πολύ λιγότερα χρήματα θα μπορούσαν να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας σε άλλους τομείς της οικονομίας, όπως καταδεικνύω με παραδείγματα στη μελέτη.

Η Γερμανία βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της ρητορικής υπέρ της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Δεν είναι παράδοξο που οι Γερμανοί υποστηρίζουν την κυβερνητική πολιτική λιτότητας και την ίδια στιγμή προωθούν την εξαγωγή πανάκριβων συστημάτων όπως τα άρματα μάχης Leopard 2 και τα υποβρύχια Type 214;

Φυσικά και είναι παράδοξο! Τόσο η Ελλάδα όσο και η Πορτογαλία έχουν ξοδέψει μία ολόκληρη περιουσία για την αγορά γερμανικών υποβρυχίων, και θα ξοδεύουν εκατοντάδες εκατομμύρια Ευρώ ετησίως για πολλά ακόμα χρόνια για να τα συντηρήσουν. Αναρωτιέμαι βάσει ποιας στρατηγικής λογικής αγοράστηκαν… Η Ελλάδα, μάλιστα, υποτίθεται ότι έχει σχέδια αγοράς επιπλέον υποβρυχίων, τα οποία η Γερμανία προφανώς και θα πουλούσε με χαρά. Με ποια λογική προωθούνται μέτρα λιτότητας εις βάρος του λαού, με περικοπές στους μισθούς, τις συντάξεις, την υγεία και την εκπαίδευση, και την ίδια στιγμή δεν διακόπτεται η αγορά όπλων που στην πραγματικότητα δεν χρειάζεστε; Ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών Θόδωρος Πάγκαλος δήλωσε ότι «ένιωσα αναγκασμένος να αγοράζω όπλα που δεν χρειαζόμαστε» και ότι οι εξοπλιστικές συμφωνίες του γέννησαν ένα αίσθημα «εθνικής ντροπής». Είναι λοιπόν καιρός να απομακρυνθείτε από μία κουλτούρα αναντίρρητων στρατιωτικών δαπανών που ξοδεύει δισεκατομμύρια από τα χρήματα των φορολογουμένων κάθε χρόνο. Αυτά τα χρήματα θα μπορούσαν σήμερα να λειτουργήσουν πολύ πιο χρήσιμα και αποτελεσματικά, για να βγάλουν την Ελλάδα έξω από την οικονομική εξαθλίωση.

Πώς αποτιμάτε το ρόλο του ΝΑΤΟ στη διατήρηση υψηλών στρατιωτικών προϋπολογισμών σε χώρες όπως η Ελλάδα; Συμβάλλει το ΝΑΤΟ στην επιβολή μιας συγκεκριμένης «πειθαρχίας» υπέρ των εισαγωγών όπλων;

Μα ειδικά ο Ρασμούσσεν, ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, έχει χρησιμοποιήσει κάθε ευκαιρία που του έχει παρουσιαστεί τα τελευταία χρόνια για να τονίσει την ανάγκη υψηλών στρατιωτικών δαπανών και αποφυγής των οποιονδήποτε περικοπών. Κάθε φορά χρησιμοποιείται η λανθασμένη σύγκριση της Ευρώπης με τις ΗΠΑ για να δοθεί η εικόνα ότι κινδυνεύουμε εδώ στην Ευρώπη επειδή η Ουάσιγκτον δαπανά πιο πολλά για όπλα. Αυτοί οι άνθρωποι δεν αναφέρουν ποτέ ότι οι δαπάνες του Πενταγώνου είναι πρωτοφανείς και δεν έχουν ταίρι ούτε σε απόλυτο μέγεθος, ούτε ως ποσοστό του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ). Μόνο κάποιες χώρες της Μέσης Ανατολής, όπως η Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ (με τη συνδρομή ενός γιγαντιαίου όγκου στρατιωτικής βοήθειας από τις ΗΠΑ) παρουσιάζουν μια παρόμοια εξοπλιστική συμπεριφορά. Για πολύ καιρό η Ελλάδα ήταν το μόνο κράτος-μέλος της ΕΕ που προσέγγιζε αυτά τα εξωφρενικά επίπεδα στρατιωτικών δαπανών, και κοιτάξτε που οδήγησε: σε τεράστια χρέη για όπλα που η χώρα δεν χρειάζεται. Ακόμα και εντός των στρατιωτικών κύκλων αναγνωρίζεται το γεγονός ότι οι μεγάλες εξοπλιστικές συμφωνίες με τη Γαλλία, τη Γερμανία και τις ΗΠΑ το μόνο που κατάφεραν είναι να φέρουν οικονομική εξαθλίωση. Θα ήταν καλύτερο, αντί να συγκρινόμαστε με τις ΗΠΑ, να προσπαθήσουμε να μοιάσουμε με την Ιρλανδία που είναι η χώρα με το μικρότερο κομμάτι του ΑΕΠ αφιερωμένο στις ένοπλες δυνάμεις της.

Στο έργο σας έχετε κάνει λόγο για την ύπαρξη ενός πανευρωπαϊκού στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος. Έχει επηρεάσει η κρίση τη λειτουργία του και, αν ναι, με ποιο τρόπο;

Αφενός, εν μέρει ναι, επειδή οι μειούμενοι εθνικοί προϋπολογισμοί έχουν κάπως περιορίσει τις δυνατότητες νέων παραγγελιών και προγραμμάτων. Αφετέρου, οι φορείς του ευρωπαϊκού στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος μεταφέρουν το ενδιαφέρον τους σε αγορές του εξωτερικού εκτός Ευρώπης, όπως οι χώρες BRICS ή τα αραβικά πετρελαιοπαραγωγά κράτη που δεν έχουν μειώσει τους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς τους. Παρά την καταδίκη των πωλήσεων ευρωπαϊκών όπλων σε δικτάτορες στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, δύο χρόνια μετά την Αραβική Άνοιξη όλα μοιάζουν όπως πριν – business as usual. Παράλληλα, βλέπουμε ισχυρότατες πιέσεις μέσα στη Γαλλία, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις περισσότερες άλλες χώρες-μέλη της ΕΕ ώστε να μην προχωρήσουν οι προτεινόμενες περικοπές στις εξοπλιστικές τους δαπάνες. Ο βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον δήλωσε πρόσφατα ότι η κρίση στην Κορέα κατέδειξε εκ νέου γιατί η Βρετανία πρέπει να δαπανήσει δισεκατομμύρια λίρες για να αντικαταστήσει τα εξοπλισμένα με πυρηνικούς πυραύλους υποβρύχιά της. Τόσο η βιομηχανία όπλων όσο και οι στρατιωτικοί έχουν ένα κοινό συμφέρον: να υπερβάλλουν ως προς το μέγεθος και τη φύση των απειλών, και εν τέλει όλο αυτό αποβαίνει εις βάρος των πολιτών που πληρώνουν το λογαριασμό.

Συμμετέχετε ενεργά στην ολλανδική οργάνωση Campagne tegen Wapenhandel (Εκστρατεία εναντίον του Εμπορίου Όπλων). Ποιες είναι οι προτεραιότητες της δράσης της;

Η Campagne tegen Wapenhandel είναι μία μικρή, πολιτικά ανεξάρτητη οργάνωση που ιδρύθηκε το 1998 για να αντιπαρατεθεί με μία από τις αιτίες του πολέμου: την παραγωγή και το εμπόριο όπλων. Βασίζουμε τις εκστρατείες μας στην εκτεταμένη έρευνα και τη συνεργασία με οργανώσεις ειρήνης και αλληλεγγύης. Προσπαθούμε να επηρεάσουμε το κοινοβούλιο όσο μπορούμε περισσότερο, μέσω των μέσων ενημέρωσης και άμεσων επαφών. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, συνεργαζόμαστε με τους εταίρους μας που συμμετέχουν στο European Network Against Arms Trade (Ευρωπαϊκό Δίκτυο Εναντίον του Εμπορίου Όπλων).

Τελικά υπάρχει κάποια εναλλακτικό μοντέλο έναντι της μόνιμης «οικονομίας των εξοπλισμών»;

Ναι, υπάρχει. Αφετηρία της πρέπει να είναι μία ειλικρινής και εκ βαθέων συζήτηση μέσα στην κοινωνία σχετικά με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τις στρατιωτικές δαπάνες και τις εναλλακτικές τους, τα κόστη ευκαιρίας των εξοπλισμών και τα παραδείγματα εναλλακτικών προσεγγίσεων στην ασφάλεια. Ασφάλεια δεν είναι μόνο η στρατιωτική ασφάλεια, αλλά και η ασφάλεια στην αγορά εργασίας, η κοινωνική ασφάλεια, η ανθρώπινη ασφάλεια. Είμαι πεπεισμένος ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θα εργάζονταν υπέρ ενός εποικοδομητικού διαλόγου με την Τουρκία παρά υπέρ της συνέχισης μιας κούρσας εξοπλισμών δίχως τέλος που ωφελεί μοναχά τη βιομηχανία όπλων. Γιατί δεν εστιάζουμε σε καινοτόμες τεχνολογίες που αφορούν τομείς όπως η πράσινη ενέργεια και ο τουρισμός; Το καλύτερο που έχετε να κάνετε στην Ελλάδα είναι να ξεφορτωθείτε τους διεφθαρμένους αξιωματούχους, τους τραπεζίτες και τους βιομηχάνους, και να πάρει ο λαός την εξουσία που του ανήκει. Δείτε πώς αναδύθηκε εκ νέου η Ισλανδία από μία μεγάλη κρίση.

10 August 2012

Λούμπεν διανοούμενοι χαμένοι στη μετάφραση






 
Λούμπεν διανοούμενοι χαμένοι στη μετάφραση
 
 

του Ηρακλή Οικονόμου

(Δημοσιεύτηκε σε RedNotebook, 10 Αυγούστου 2012)

 
Πρώτα, έγραψε ένα ακαταλαβίστικο άρθρο, στο οποίο ισχυριζόταν ότι λίγο-πολύ στην Ισλανδία τα καταστήματα και οι τράπεζες δεν αποδέχονται το ισλανδικό εθνικό νόμισμα στις συναλλαγές τους, για να αποδειχθεί στη συνέχεια ότι προφανώς αυτό δεν συμβαίνει στην Ισλανδία αλλά σε ένα νησί της Νορβηγίας. [i] Κι μετά θέλησε να ξαναδοκιμάσει τις μεταφραστικές του ικανότητες, ανακαλύπτοντας πολιτικές συνομωσίες σε μία καθ’ όλα θαυμάσια – και εξαιρετικά δύσκολη – μετάφραση κειμένου του Σλαβόι Ζίζεκ, που αποκαλύφθηκε μάλιστα ότι ήταν διερμηνεία, δηλαδή ταυτόχρονη προφορική μετάφραση![ii]

Στο πρώτο άρθρο, το συμπέρασμα ήταν ότι μία ενδεχόμενη απόρριψη του ΔΝΤ και των υπολοίπων πατρόνων εκ μέρους της Ελλάδας δήθεν θα έφερνε ένα νόμισμα που δεν θα αποδεχόταν κανένας στην ίδια του τη χώρα. Στο δεύτερο άρθρο, το συμπέρασμα ήταν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δήθεν παραποίησε μία ομιλία του Ζίζεκ για να υποκρύψει τις δήθεν αιμοσταγείς τάσεις του γνωστού φιλοσόφου που έτυχε να υποστηρίζει το συγκεκριμένο πολιτικό χώρο. Στο πρώτο άρθρο, η γκάφα αποκαλύφθηκε από αναγνώστες που έτυχε να πάνε στην Ισλανδία, όπου φυσικά δεν συνάντησαν κανένα πρόβλημα με τη χρήση της ισλανδικής κορώνας. Στο δεύτερο άρθρο, η γκάφα αποκαλύφθηκε από την ίδια τη διερμηνέα που σε σχόλιό της στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου εξήγησε τις λεπτομέρειες της συγκεκριμένης εργασίας της, τις ανάγκες διερμηνείας και όχι μετάφρασης που κλήθηκε να υπηρετήσει, και βέβαια την απουσία της οποιασδήποτε έξωθεν παρέμβασης. [iii] Εξάλλου, η γκάφα αυτή εντείνεται εφόσον ο οποιοσδήποτε με στοιχειώδεις γνώσεις αγγλικών μπορεί να επιβεβαιώσει ότι το «ruthless» μεταφράζεται πράγματι και ως «ωμό» ενώ το «brutally» δεν μεταφράζεται μόνο ως «κτηνωδώς», όπως προτείνει ο αρθρογράφος, αλλά εν δυνάμει και με ηπιότερη χροιά («αποφασιστικά» όπως επέλεξε η διερμηνέας, ή «δραστικά», κ.ο.κ.).

Ο ίδιος ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας έσπευσε να διορθώσει τη σύγχυση της Ισλανδίας με τη Νορβηγία με ένα ελάχιστα απολογητικό άρθρο του που επαναλάμβανε τη γνωστή επιχειρηματολογία περί καταστροφικής επιστροφής στο εθνικό νόμισμα, αποδίδοντας παράλληλα το μπέρδεμα σε λάθος του κατά την ακρόαση ραδιοφωνικής εκπομπής. [iv] Την ανικανότητά του να κατανοήσει τη μεταφορική χρήση βασικών όρων της αγγλικής γλώσσας, πάντως, δεν τη διόρθωσε· ακόμα περιμένει η μεταφραστική κοινότητα τη δημόσια συγνώμη του προς τη συνάδελφο μεταφράστρια. Το ζήτημα όμως δεν είναι ηθικό αλλά άκρως πνευματικό. Τι είναι αυτό που έχει οδηγήσει τους «διανοούμενους» διαμορφωτές της κοινής γνώμης στο διανοητικό ξεπεσμό και στην υποκατάσταση των επιχειρημάτων από φτηνή προπαγάνδα και ωμά ψεύδη;

Πάει καιρός που ο γέρο-Μαρξ φανέρωσε τη σύνδεση ανάμεσα στην κυρίαρχη ιδεολογία και στην κυρίαρχη οικονομικά τάξη, στη «Γερμανική Ιδεολογία» και αλλού: «Οι ιδέες της άρχουσας τάξης είναι σε κάθε εποχή οι κυρίαρχες ιδέες, δηλαδή η τάξη που είναι η κυρίαρχη υλική δύναμη της κοινωνίας συνιστά την ίδια στιγμή και την κυρίαρχη διανοητική δύναμή της». [v] Πολλά πράγματα άλλαξαν από τότε, αλλά ένα παρέμεινε σίγουρα σταθερό: παντού και πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι πρόθυμοι να μετατρέψουν το συμφέρον των αρχόντων σε «γνώση», σε «θεωρία» και σε ιδεολογία έτοιμη προς κατανάλωση από τη συνείδηση των αρχομένων. Παλιά μου τέχνη κόσκινο. Κάποιοι το κάνουν συνειδητά, επί πληρωμή, εκ προμελέτης. Κάποιοι άλλοι, αυθεντικότεροι, το κάνουν με ειλικρίνεια, αυθόρμητα και ασυνείδητα.

Δεν μας αφορούν όμως οι προθέσεις εδώ· το αποτέλεσμα μετράει, τα κείμενα, τα επιχειρήματα και τα χαρακτηριστικά τους. Ποια είναι αυτά; Καταρχήν, το ότι διαβάζονται με εξαιρετική δυσκολία από ανθρώπους με έστω και στοιχειώδη γνώση των κανόνων της λογικής σκέψης. Η ρηχότητα των επιχειρημάτων, τα λογικά σφάλματα, οι αστήρικτες καταφάσεις μετατρέπουν το λόγο σε κακογραμμένη φάρσα, φτιασιδωμένη με κουρέλια φιλελεύθερου πνεύματος και ανοιχτής κοινωνίας. Δεν υπάρχει επαγωγική και παραγωγική και αναλογική σκέψη εδώ· υπάρχει μόνο ρηχότητα.

Τι εκφράζει αυτή; Μία αστική τάξη που ποτέ δεν υπήρξε, παρά μόνο ως σύναξη κρατικοδίαιτων «παραγωγών» και διαπλεκόμενων μεσαζόντων. Μία αστική τάξη που συστήθηκε στη σκηνή μοναχά ως λούμπεν μπουρζουαζία, σύμφωνα και με τον όρο του μεγάλου μαρξιστή Andre Gunder Frank, [vi] δηλαδή ως αστική τάξη διεθνώς εξαρτημένη, μεταπρατική και παρασιτική, καταδικασμένη να εκπροσωπεί και να μεσολαβεί. Η ιστορική, κοινωνική και οικονομική ρηχότητα της συγκεκριμένης ταξικής μερίδας εκφράζεται και μέσα από τη ρηχότητα των περιβεβλημένων με μία άχλη διανόησης διαφημιστών-συνηγόρων της.

Πού καιρός για βαθιά επιχειρήματα και δύσκολα βιβλία; Πού καιρός, δηλαδή, για ρίζες; Ας θυμηθούμε τον Παναγιώτη Κονδύλη:

Ο αστικός πολιτισμός εκδηλώθηκε εδώ στις στοιχειωδέστερες και εξωτερικότερες μόνο μορφές του, δηλαδή σε ορισμένους εθιμοτυπικούς κανόνες, σε ορισμένους άγραφους νόμους της συναναστροφής μεταξύ «κυρίων» και «κυριών» και στην απόκτηση μιας «ευρωπαϊκής μόρφωσης»· εν πάση περιπτώσει οι εγχώριες αστικές πολιτισμικές ανάγκες δεν έγιναν ποτέ τόσο επιτακτικές, ώστε να δημιουργηθεί μια όπερα ή μια πινακοθήκη κάποιων απαιτήσεων.[vii]

Ή ένα εγχώριο στρώμα διανοουμένων με βάθος, θα προσθέταμε εμείς. Όπως η τάξη που υπηρετεί είναι καταδικασμένη να τσιμπολογά από δω κι από εκεί κάνα ξεροκόμματο, έτσι και ο λούμπεν διανοούμενος, ο κατεξοχήν οργανικός της διανοούμενος, είναι καταδικασμένος να ζει μέσα σε ένα ατέρμονο παρόν, σε μία βασανιστική προσωρινότητα. Πρέπει, αφενός, να είναι τόσο επίσημος και αφηρημένος, ώστε να γίνεται αποδεκτός ως διανοητική αυθεντία. Πρέπει, αφετέρου, να είναι τόσο εκλαϊκευμένος, ώστε να προσφέρει τροφή πνευματική ακόμα και στον πιο αδαή εν δυνάμει ψηφοφόρο των κομματικών σχηματισμών που οι διανοούμενοι αυτοί διαφημίζουν. Πρέπει, πρωτίστως, να είναι τόσο προσωρινός όσο προσωρινή είναι και η κτήση της σημαίας ευκαιρίας από τους εφοπλιστές που απαρτίζουν την εμπροσθοφυλακή της τάξης που αυτός υπηρετεί.

Υπάρχει όμως κι άλλο ένα χαρακτηριστικό αυτής της δοκιμιακής γραφής: ότι ικανοποιεί το γνωστό δόγμα «πες, πες, κάτι θα μείνει». Τα προϊόντα της διαστρεβλώνουν και συσκοτίζουν και παραπλανούν. Πάνω απ’ όλα, όμως – κι εδώ έγκειται η διαφορά τους με τον λεπτεπίλεπτο αστισμό της αμέσως προηγούμενης γενιάς των ιδεολογικών προγόνων τους – οι φορείς της δεν φοβούνται να επιτεθούν με υβριστικούς χαρακτηρισμούς εναντίον αντιπάλων πολιτικών κομμάτων και χώρων. Μας οδηγούν, με άλλα λόγια, στον πολεμικό αντικομμουνισμό του ’40 και του ’50, διαγράφοντας από το χάρτη το επιστημονικό υπόβαθρο, την εκφραστική μαεστρία και τη διακριτικότητα ενός Παπανούτσου ή ενός Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου που μεσολάβησαν εντωμεταξύ. Ποιος θα το έλεγε εν έτει 2012 ότι θα διαβάζαμε στην κατεξοχήν «σοβαρή» ελληνική εφημερίδα κείμενο του κατεξοχήν «σοβαρού» αρθρογράφου της που θα κατέληγε ως εξής;

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η επιθετική ψευδολογία, στην οποία καταφεύγει όλο και πιο συχνά ο ΣΥΡΙΖΑ επειδή μεγάλωσαν οι δουλειές του. Είναι ότι διδάσκει στα νέα παιδιά το νέο «αριστερό» ήθος, κάτι που είναι εμφανές σε όσους περιδιαβαίνουν τα κοινωνικά δίκτυα. Χειρότερα όμως θα είναι σε μια πιθανή διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Επειδή θα οδηγήσει τη χώρα σε καταστροφή πολλά στελέχη θα ψάξουν για «εσωτερικούς εχθρούς» για να «εξηγήσουν» στον λαό τη αποτυχία τους. Τότε θα φλερτάρουν την γνήσια και ουχί ντεκαφεϊνέ μετάφραση του «ruthless» και «brutally».[viii]

Το γεγονός ότι τα κείμενα του εν λόγω εξόχως προβεβλημένου σχολιαστή βρίθουν τέτοιων μακαρθικής έμπνευσης ρητορικών σχημάτων μαρτυρά την κρίση ηγεμονίας στην οποία έχει περιέλθει ο ελληνικός καπιταλιστικός σχηματισμός. Κομμένες πλέον οι ευγένειες και οι τυπικότητες. Κομμένες και οι πολλές λεπτομέρειες, τα «ναι μεν αλλά», η πολλή διαλεκτική. Ο κοινός νους πρέπει να κατασκευαστεί πάση θυσία, κι αν αυτό δεν είναι εφικτό με περίπλοκες θεωρίες και στοιχεία, υπάρχει πάντα η λύση της προσφυγής σε ορολογία πιάτσας: «μεγάλωσαν οι δουλειές του», και τα λοιπά. Δεν θα βοηθούσε, συνεπώς, σε τίποτα η προσφορά στον αρθρογράφο ενός καλού αγγλο-ελληνικού λεξικού ή κάποιου ακουστικού ενίσχυσης ακοής. Η μεταφραστική, ακουστική και εκφραστική του «αδυναμία» δεν είναι τεχνικής αλλά πολιτικής φύσης. Και κάνει καλά τη δουλειά της.
 


Σημειώσεις

[i] Π. Μανδραβέλης, ‘Το άλλο μάθημα από την Ισλανδία’, Η Καθημερινή, 27 Μαΐου 2012. http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_27/05/2012_483626

[ii] Π. Μανδραβέλης, ‘Ντεκαφεϊνέ και γνήσιες μεταφράσεις’, Η Καθημερινή, 12 Ιουνίου 2012. http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_12/06/2012_485171

[iii] Βλ. σχόλιο αρ. 2 σε Ν. Σαραντάκος, ‘Ντεκαφεϊνέ μεταφράσεις;’, blog Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία, 13 Ιουνίου 2012.

[iv] Π. Μανδραβέλης, ‘Το ορθό μάθημα από την Ισλανδία’, Η Καθημερινή, 6 Ιουνίου 2012. http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_06/06/2012_484482

[v] K. Marx and F. Engels, The German Ideology, σε Marx και Engels, Collected Works, τομ. 5, Lawrence & Wishart, 1976, σελ. 59.

[vi] A. G. Frank, Lumpenbourgeoisie – Lumpendevelopment: Dependence, Class and Politics in Latin America, Νέα Υόρκη: Monthly Review Press, 1972.

[vii] Π. Κονδύλης, Η Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού, Αθήνα, Θεμέλιο, 2007, σελ. 40.

[viii] Μανδραβέλης, ‘Ντεκαφεϊνέ και γνήσιες μεταφράσεις’.

02 June 2012

Ο Νίκος Πουλαντζάς ως θεωρητικός της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης






Ο Νίκος Πουλαντζάς ως θεωρητικός της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης


του Ηρακλή Οικονόμου

[Δημοσιεύτηκε σε Χ. Γολέμης & Η. Οικονόμου (επιμ., 2012), Ο Πουλαντζάς σήμερα, Αθήνα: Νήσος, σελ. 283-298]


Εισαγωγή

Μία από τις πιο αποσιωπημένες πτυχές του έργου του Νίκου Πουλαντζά είναι η συμβολήτου στην ανάλυση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η αποσιώπηση αυτή συνοδεύτηκε απόμια δίχως τέλος σύγχυση ως προς το τι είπε και τι δεν είπε γύρω από τοευρωπαϊκό ζήτημα. Η παρούσα εργασία φιλοδοξεί να κάνει τρία πράγματα: α) νασυνοψίσει το περιεχόμενο της συμβολής του Πουλαντζά στην ανάλυση της ευρωπαϊκήςενοποίησης, β) να ερμηνεύσει την τόσο ηχηρή απουσία του μαρξιστή διανοητή απότη σημερινή συζήτηση περί ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στο πλαίσιο των ευρωπαϊκώνσπουδών, και γ) να καταδείξει εκείνα τα σημεία των αναζητήσεών του πουδιατηρούν την επικαιρότητά τους και έχουν θέση σε μια κριτική, μαρξιστικήοπτική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης σήμερα.

Το επιχείρημα της παρούσας εργασίας είναι συνοπτικά το εξής: Παρόλο που το κύριο σώμα της σκέψης του Πουλαντζά περιστρέφεται γύρω από το ζήτημα του κράτους και της ταξικής εξουσίας, ο ίδιος μπορεί να θεωρηθεί ως πρωτοπόρος θεωρητικός της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και το έργο του «μία από τις πλέον διαυγείς και διορατικές μαρξιστικές αναλύσεις του ευρωπαϊκού πλαισίου που έχουμε».[i] Η απουσία του από τις ευρωπαϊκές σπουδές δεν οφείλεται σε κάποια επιστημονική αναγκαιότητα, αλλά σε ιδεολογικούς παράγοντες και αίτια που αγγίζουν την ευρύτερη μοίρα της μαρξιστικής θεωρίας στις διεθνείς και ευρωπαϊκές σπουδές. Παρά τις γιγαντιαίες μεταβολές που έχει υποστεί η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση από την πρώιμη περίοδο του Πουλαντζά μέχρι σήμερα, κρίσιμες πτυχές του έργου του διατηρούν την επικαιρότητά τους. Η παρούσα ανάλυση αντιλαμβάνεται τη συνεισφορά του Πουλαντζά όχι ως θέσφατο, αλλά με όρους κριτικούς και ιστορικούς, δηλαδή ως ένα σώμα ιδεών που αντιστοιχεί στο στάδιο ανάπτυξης της διαδικασίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης των μέσων του ’70. Παράλληλα, όμως, δίνει έμφαση στη διαχρονικότητα μέρους αυτών των επεξεργασιών, οι οποίες δεν νοούνται μόνο ως προλεγόμενα μιας μαρξιστικής μεθόδου ερμηνείας της ευρωπαϊκής ενοποίησης, αλλά και ως καθαυτές ερμηνείες, με τη δική τους αυτόνομη αξία.


Ο Πουλαντζάς για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση

Τι είπε ο Πουλαντζάς σε σχέση με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση; Η απάντηση βασίζεται κατ’ αρχάς σε μια κριτική ανάγνωση του μοναδικού έργου του που σχετίζεται άμεσα με το θέμα, δηλαδή της ενότητας «Η διεθνοποίηση των καπιταλιστικών σχέσεων και το εθνικό κράτος»στο βιβλίο Οι κοινωνικές τάξεις στον σύγχρονο καπιταλισμό.[ii] Οι εξαιρετικά αφαιρετικές επισημάνσεις στο βιβλίο του Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός για την πρωτοκαθεδρία της ταξικής πάλης έναντι των θεσμοποιημένων μηχανισμών αφορούν πρωτίστως το εθνικό κράτος και όχι την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.[iii] Η ενότητα «Η διεθνοποίηση…» βασίζεται στο ομώνυμο δοκίμιο που δημοσιεύτηκε στη Γαλλία το 1973 και το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα και στα ελληνικά.[iv] Πρόκειται, δηλαδή, για ένα κείμενο ηλικίας περίπου τεσσάρων δεκαετιών. Το γεγονός ότι ο ίδιος ο φιλόσοφος θεώρησε σκόπιμο να επανέλθει στο αρχικό δοκίμιό του, να το επεξεργαστεί και να το συμπεριλάβει σε βιβλίο δείχνει από μόνο του την κομβική θέση που κατείχαν στη σκέψη του τα ζητήματα της ευρωπαϊκής ενοποίησης και του ιμπεριαλισμού.

 Εύκολα συμπεραίνεται ότι ο Πουλαντζάς θεωρούσε το πεδίο της Ευρώπης ως ένα οντολογικά διαφορετικό πεδίο ανάλυσης από αυτό του εθνικού κράτους. Με άλλα λόγια, μόνο αυτόματη και δεδομένη δεν θεωρούσε την εφαρμογή της θεωρίας του για το κράτος πάνω στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Αλλιώς, προφανώς και δεν θα είχε συγγράψει μια εξολοκλήρου διαφορετική και πρωτότυπη θεώρηση αυτού του οικοδομήματος, σε σχέση με τη θεώρηση του αστικού κράτους. Στον πρόλογο του βιβλίου ο συγγραφέας σημειώνει: «Αυτά τα δοκίμια έχουν σαν κύριο αντικείμενο μελέτης τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις και συγκεκριμένα τους ευρωπαϊκούς σχηματισμούς, γιατί αυτοί συνιστούν ένα ειδικό πεδίο».[v]

Ο Πουλαντζάς εντάσσει την ερμηνεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης σε μίαευρύτερη προβληματική περί ιμπεριαλισμού και διεθνοποίησης, ξεκινώντας από τηνέννοια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής:

Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής […] χαρακτηρίζεται […] από μια διπλή τάση, που οι δύο όψεις της ξετυλίγονται ταυτόχρονα: από την αναπαραγωγή του μέσα σ’ ένα κοινωνικό σχηματισμό όπου «εδραιώνεται» και εγκαθιστά την κυριαρχία του και από την επέκταση της κυριαρχίας του έξω απ’ αυτόν τον σχηματισμό.[vi]

Υιοθετώντας τη λενινιστική αντίληψη για τον ιμπεριαλισμό, προβάλλει την επέκταση ως εγγενές στοιχείο του καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, και την εξαγωγή κεφαλαίων έναντι της εξαγωγής εμπορευμάτων ως ένα αποφασιστικό χαρακτηριστικό αυτού του σταδίου. Ο Πουλαντζάς συναντά τον Λένιν και σε ένα άλλο κρίσιμο σημείο: στον τονισμό του πρωταρχικού ρόλου του παραγωγικού κεφαλαίου στη διαδικασία εξαγωγής κεφαλαίων.[vii] Δεν μένει όμως στον ιμπεριαλισμό ως γενική φάση του καπιταλισμού, παρά εντάσσει το ευρωπαϊκό μόρφωμα ως ενεργό δρώντα μέσα σε αυτή τη φάση. Ο Έλληνας διανοητής σηματοδοτεί την είσοδό του στο πεδίο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης όταν συνδέει την ανάλυση του ιμπεριαλισμού με τη μελέτη του κράτους: «είναι φανερό ότι το σημερινό κράτος […] δεν μπορεί να μελετηθεί παρά μόνο σε σχέση με τη σημερινή φάση του ιμπεριαλισμού και τις επιπτώσεις του μέσα στις ίδιες τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις».[viii] Η τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) νοείται ως μία από αυτές τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις, ή εναλλακτικά ως ιμπεριαλιστικός σχηματισμός.[ix] Είναι όμως ένας σχηματισμός συνδεδεμένος με άλλους ιμπεριαλιστικούς σχηματισμούς με σχέσεις κυριαρχίας και εξάρτησης, μέσα σε μια ευρύτερη ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Απόρροια αυτού του αναλυτικού σχήματος είναι η έμφαση στις ευρωατλαντικές σχέσεις και στο ρόλο των ΗΠΑ έναντι της τότε ΕΟΚ.

Ο Πουλαντζάς ασκεί κριτική τόσο στις νεότερες εκδοχές της αλά Κάουτσκι θεωρίας του υπερ-ιμπεριαλισμού όσο και στις επεξεργασίες του Έρνεστ Μαντέλ, ο οποίος εννοούσε την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ως διαδικασία αντιστάθμισης και αμφισβήτησης της ηγεμονίας των ΗΠΑ εντός της Ευρώπης, αλλά και στις θέσεις του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, που εννοούσε τις ενδο-μητροπολιτικές σχέσεις ως σχέσεις αυτόνομων εθνικών κρατών και αστικών τάξεων. Αντιπαραθετικά, προκρίνει την ιδέα της εξάρτησης της ευρωπαϊκής ιμπεριαλιστικής μητρόπολης από την κυριαρχία του αμερικανικού κεφαλαίου. Κατά τον Πουλαντζά, ένας κοινωνικός σχηματισμός τελεί υπό κυριαρχία και εξάρτηση όταν «η άρθρωση της οικονομικής, πολιτικής και ιδεολογικής δομής του εκφράζει θεμελιακές και ασύμμετρες σχέσεις με έναν ή περισσότερους κυρίαρχους κοινωνικούς σχηματισμούς».[x] Στην περίπτωση των ευρωπαϊκών μητροπόλεων υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ, αυτή η εξάρτηση εκφράζεται κατ’ αρχάς μέσα από την αναπαραγωγή εντός της Ευρώπης σχέσεων παραγωγής που αντανακλούν το αμερικάνικο μονοπωλιακό κεφάλαιο. Η κυριαρχία και η εξάρτηση είναι εσωτερικευμένες και εντυπωμένες στην ταξική και παραγωγική διάρθρωση των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Παράλληλα, ο Πουλαντζάς εισάγει την έννοια της εσωτερικής αστικής τάξης, δηλαδή μιας εγχώριας – αλλά συνάμα διεθνοποιημένης – αστικής τάξης, η οποία υπόκειται στην κυριαρχία του αμερικανικού κεφαλαίου, έχοντας απολέσει την πολιτική και ιδεολογική της αυτονομία.[xi]

Πώς στοιχειοθετείται η κυριαρχία του αμερικανικού κεφαλαίου και η εξάρτηση του ευρωπαϊκού; Ο Πουλαντζάς αντλεί τα επιχειρήματά του από το πεδίο της διεθνούς πολιτικής οικονομίας, επικαλούμενος την αναλογική αύξηση του αμερικανικού κεφαλαίου στον συνολικό όγκο των κεφαλαιακών επενδύσεων στο εξωτερικό, την αναλογική αύξηση των εισερχόμενων επενδύσεων του αμερικανικού κεφαλαίου στην Ευρώπη, την υπεροχή μέσα σ’ αυτές των άμεσων επενδύσεων έναντι των επενδύσεων χαρτοφυλακίου, την αναλογική αύξηση του αμερικανικού κεφαλαίου στην Ευρώπη στον τομέα της μεταποίησης σε σχέση με τη συνολική εξαγωγή αμερικανικού κεφαλαίου στον συγκεκριμένο τομέα, την προέλευση των αμερικανικών επενδύσεων από τους πιο συγκεντρωμένους κλάδους της οικονομίας των ΗΠΑ, και τη συγκεντροποίηση του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου στην Ευρώπη μέσω της αύξησης των αμερικανικών τραπεζικών θυγατρικών. Οι συγκεκριμένες διαδικασίες οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η διεθνοποίηση του ευρωπαϊκού κεφαλαίου «συντελείται κάτω από την αποφασιστική κυριαρχία του αμερικανικού κεφαλαίου».[xii]

Παράλληλα, ο Πουλαντζάς θεωρεί ότι η Ευρώπη εμφανίζει τις δικές της, αυτόνομες επεκτατικές τάσεις. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι τόσο ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός όσο και ο ιμπεριαλισμός των άλλων μητροπολιτικών κέντρων, συμπεριλαμβανομένης και της τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας, εμπλέκονται σε μια αέναη πάλη για την κυριαρχία και την εκμετάλλευση των κυριαρχούμενων σχηματισμών στην καπιταλιστική περιφέρεια. Η ηγεμονία των ΗΠΑ δεν αναιρεί την ιμπεριαλιστική φύση και δράση της ενωμένης Ευρώπης: «Στην πραγματικότητα, ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός και ο ιμπεριαλισμός των λοιπών μητροπόλεων μάχονται για την κυριαρχία και την εκμετάλλευση αυτών των (σ.σ.: εξαρτημένων) σχηματισμών».[xiii] Γι’ αυτό και ο Πουλαντζάς μιλά για κρίση του ιμπεριαλισμού συνολικά, η οποία δεν περιοριζόταν στην αμερικανική ηγεμονία. Όσο για την προσπάθεια αμφισβήτησης αυτής της ηγεμονίας από μερίδες των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων, ο Πουλαντζάς θεωρεί ότι αυτή η μάχη γίνεται για το μοίρασμα της ιμπεριαλιστικής πίττας, και καλεί σε ρήξη με τον ιμπεριαλισμό και τα κρατικά και υπερκρατικά μορφώματα που δρουν στο πλαίσιό του.

Το βασικό θέμα που έχει απασχολήσει ιστορικά τη θεωρία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης αφορά το δίπολο υπερεθνικοποίησης – διακυβερνητισμού. Ο Πουλαντζάς απορρίπτει ρητά το σενάριο οικοδόμησης ενός υπερεθνικού κράτους. Παρόλο που αφετηρία του επιχειρήματος είναι η παγκόσμια κυριαρχία των ΗΠΑ και το ενδεχόμενο ανάδειξης ενός παγκόσμιου κράτους ως συνέπεια αυτής της κυριαρχίας, αυτό βρίσκει εφαρμογή και στον ευρωπαϊκό χώρο.[xiv] Στον πυρήνα της απόρριψης του ενδεχομένου του υπερεθνικού κράτους βρίσκεται η θεωρία της άνισης ανάπτυξης, που συνοδεύεται από μια έμφαση στις συγκεκριμένες ιστορικές, πολιτικο-οικονομικές και θεσμικές ιδιομορφίες κάθε κοινωνικού σχηματισμού. Η παγιωμένη ταξική δομή των εθνικών σχηματισμών συμβάλλει κι αυτή στη διατήρηση εθνοκεντρικών τάσεων, ιδιαίτερα μέσω της αναπαραγωγής της μικροαστικής τάξης και των αγροτικών στρωμάτων. Όμοιο ρόλο παίζει και η αδράνεια που προκαλούν οι διοικητικές γραφειοκρατίες και το πολιτικό – κομματικό προσωπικό, που αντλούν τα προνόμιά τους από το εθνικό κράτος.[xv] Όμως, ο κύριος λόγος για τον οποίο είναι αδύνατη η υπέρβαση του εθνικού κράτους είναι η συγκεκριμένη λειτουργία του ως κάτι πολύ ευρύτερο από ένα απλό εργαλείο ταξικής επιβολής:

Το κράτος που διατηρεί τη συνοχή και την ενότητα ενός ταξικού κοινωνικού σχηματισμού, συγκεντρώνει και συνοψίζει τις ταξικές αντιθέσεις του συνόλου του κοινωνικού σχηματισμού, καθιερώνοντας και νομιμοποιώντας τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων και μερίδων έναντι των άλλων τάξεων του σχηματισμού, ενώ συνάμα επωμίζεται τις παγκόσμιες ταξικές αντιθέσεις.[xvi]

Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΟΚ ορίζεται ως μορφή συντονισμού της οικονομικής πολιτικής, η οποία όμως δεν παραγκωνίζει –ούτε στέκεται πέρα και έξω από– τα εθνικά κράτη. Η πλήρης και σε βάθος μεταβίβαση των οικονομικών λειτουργιών του κράτους σε υπερεθνικούς οργανισμούς θεωρείται από τον Πουλαντζά αδύνατη, εξαιτίας του στοιχείου του αδιαίρετου που χαρακτηρίζει τον συνολικό πολιτικό ρόλο του κράτους. Έτσι, συσσωματώσεις όπως η τότε ΕΟΚ γίνονται αντιληπτές ως εκφράσεις προηγούμενων μετασχηματισμών στο εθνικό κράτος που «αποσκοπούν στο να επωμιστεί αυτό τη διεθνοποίηση των δημόσιων λειτουργιών απέναντι στο κεφάλαιο».[xvii]

Ως επιπλέον ένδειξη του αδύνατου της οικοδόμησης ενός υπερεθνικού κράτους,ο Πουλαντζάς αντιπαραβάλλει την υποτιθέμενη υπέρβαση του εθνικού κράτους με τονπραγματικό θρυμματισμό του έθνους ως αποτέλεσμα της οικονομικής διεθνοποίησης.

Δεν βρισκόμαστε εδώ μπροστά στην εμφάνιση ενός νέου κράτους πάνω από τα έθνη, αλλά μάλλον σε διασπάσεις της εθνικής ενότητας που βρίσκονται στη βάση των υπαρχόντων εθνικών κρατών. […] η διεθνοποίηση του κεφαλαίου επιφέρει περισσότερο ένα κομμάτιασμα του έθνους, όπως αυτό είχε σχηματιστεί ιστορικά, παρά μιαν υπερ-εθνικοποίηση του κράτους.[xviii]

Ως παράδειγμα υποστηρικτικό αυτής της θέσης, ο μαρξιστής φιλόσοφος φέρνειτα εθνοτικά – τοπικιστικά κινήματα της εποχής του. Η διόγκωση τέτοιωνκινημάτων, η όξυνση των περιφερειακών ανισοτήτων και η αδυναμία άρθρωσης μιαςκοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας επικυρώνουν την ισχύ αυτού του επιχειρήματοςσήμερα. Αυτή η παρατήρηση γίνεται ακόμα πιο επίκαιρη αν λάβουμε υπόψη τησυμμετοχή της ΕΕ στην ενίσχυση της γλωσσικής, πολιτισμικής καιθεσμικής-περιφερειακής ποικιλομορφίας μέσα στα κράτη-μέλη. Το γεγονός αυτόμπορεί να γίνει αντιληπτό ως μια προσπάθεια διατήρησης και ενίσχυσης τωνεθνοτικών – τοπικιστικών διαφορών εκ μέρους των οργάνων της ΕΕ, και σε δεύτεροεπίπεδο ως μέσο περαιτέρω διάσπασης της εργατικής τάξης στο επίπεδο τηςσυνείδησης και της ιδεολογίας. Αυτό το επιχείρημα ενισχύει τη θέση του Πουλαντζά για το αδύνατο –και μη επιθυμητό εκ μέρους της μονοπωλιακήςδιεθνοποιημένης αστικής τάξης– της οικοδόμησης ενός ευρωπαϊκού υπερεθνικού κράτους.


Η διαχείριση του Πουλαντζά από τη θεωρία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης

Η σχεδόν καθολική αποσιώπηση της συνεισφοράς του Πουλαντζά στην ερμηνεία της ευρωπαϊκής πολιτικής εκ μέρους των ευρωπαϊκών σπουδών προκαλεί εντύπωση, μόνο όμως σε σχέση με την ιδιαίτερη σημασία αυτής της συνεισφοράς. Γιατί, κατά τα άλλα, αυτή η αποσιώπηση βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με την ευρύτερη θέση της μαρξιστικής θεωρίας μέσα στη θεωρία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Παραδόξως, ο μαρξισμός δεν θεωρήθηκε ποτέ ως νομιμοποιημένη σχολή σκέψης μέσα στα συγκεκριμένο ερευνητικό πεδίο, κι ας ξεφύτρωσε αυτό από τα σπλάχνα της διεθνούς θεωρίας, δηλαδή από ένα σώμα ιδεών με μια σχετική παρουσία μαρξιστικής κριτικής σκέψης.[xix] Ρεαλιστές και διακυβερνητιστές, φιλελεύθεροι και νεολειτουργιστές, κονστρουκτιβιστές και μεταμοντέρνοι, έχουν ιστορικά συμφωνήσει ως προς την αδυναμία ερμηνείας της ευρωπαϊκής πολιτικής από τη μεριά της μαρξιστικής θεωρίας, καθώς και ως προς την ασήμαντη αξία εννοιών όπως η τάξη, το κεφάλαιο, η παραγωγή. Και αυτό το έχουν επισημάνει και μη μαρξιστές θεωρητικοί. Σύμφωνα με τη διαπρεπή διεθνολόγο Χέιζελ Σμιθ, «το κυρίως ρεύμα των σπουδών ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης έχει παραμείνει κυριολεκτικά άθικτο από την ιστορικο-υλιστική θεώρηση».[xx] Παρόμοια είναι και η άποψη του Μπεν Ρόσαμοντ, γνωστού θεωρητικού της ευρωπαϊκής πολιτικής: «Στην πραγματικότητα, δεν αναπτύχθηκε ποτέ ένα συνεκτικό σώμα μαρξιστικών εργασιών πάνω στην ΕΕ, και οι ιστορικο-υλιστικές συνεισφορές στο γνωστικό πεδίο της ΕΟΚ/ΕΕ υπήρξαν σποραδικές, αν και σημαντικές μερικές φορές».[xxi]

Εάν η αποσιώπηση του έργου του Πουλαντζά συνδέεται με έναν ευρύτερο υποβιβασμό του μαρξισμού, τότε καθίσταται αναγκαία η ερμηνεία αυτού του υποβιβασμού. Τα αίτιά του σχετίζονται κατ’ αρχάς με τη φύση και την εξέλιξη των ευρωπαϊκών σπουδών ως γνωστικού κλάδου. Η ανάπτυξη τους ως υπο-πεδίο της θεωρίας διεθνών σχέσεων στα τέλη της δεκαετίας του ’80 συνέπεσε με τη συνολική καταβαράθρωση του ιστορικού υλισμού στις κοινωνικές επιστήμες. Έτσι, σε αντίθεση με κλάδους όπως η διεθνής πολιτική οικονομία, οι οποίοι φέρουν ακόμα τα σημάδια των μαρξιστικών θεωρήσεων των δεκαετιών του ’60 και του ’70, η θεωρία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι εξ ολοκλήρου τέκνο της αντι-μαρξιστικής συναίνεσης των τελευταίων είκοσι χρόνων. Παράπλευρη απώλεια αυτής της συναίνεσης είναι η εξαφάνιση του διαλόγου Πουλαντζά – Μαντέλ γύρω από τη φύση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης σε σχέση με την καπιταλιστική διεθνοποίηση, ενός διαλόγου που έλαβε χώρα στο πλαίσιο της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας και όχι στο πλαίσιο της θεωρίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.[xxii] Ο Μαντέλ υποστήριξε ότι η ανάδυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ήταν αποτέλεσμα της πολιτικής επίδρασης της διεθνοποίησης του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, προερχόμενη από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σε συνθήκες ισχυρότατου ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού ανάμεσα στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, για να λάβει τη γνωστή απάντηση του Πουλαντζά αναφορικά με τη διατήρηση της αμερικάνικης ηγεμονίας εντός του ευρωπαϊκού χώρου.

Μετά τη συζήτηση Πουλαντζά – Μαντέλ, το θέμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης σχεδόν εγκαταλείφθηκε από τους μαρξιστές στοχαστές. Στις φωτεινές εξαιρέσεις συμπεριλαμβάνονται η κριτική προσέγγιση της Συνθήκης του Άμστερνταμ από τη Χέιζελ Σμιθ, η ερμηνεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης με όρους ιμπεριαλιστικών τάσεων των κρατών-μελών από τους Μπρούνο και Γουλιέλμο Καρκέντι, η εξαιρετικά επίκαιρη μελέτη του Γουλιέλμο Καρκέντι για την κοινή ευρωπαϊκή πολιτική άμυνας και ασφάλειας και η κριτική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης από τον Βέρνερ Μπόνεφελντ ως πρόγραμμα προσανατολισμένο προς την ανάσχεση των συλλογικών βλέψεων για κοινωνικό έλεγχο και τον περιορισμό της επίδρασης της πολιτικής εξουσίας στη διαδικασία της συσσώρευσης.[xxiii] Μόνο η νεο-γκραμσιανή παραλλαγή του ιστορικού υλισμού κατάφερε να εδραιωθεί ως διακριτή θεωρία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, με συγγραφείς όπως ο Στίβεν Γκιλ, ο Ανδρέας Μπίλερ και ο Μπαστιάν βαν Άπελντοορν. Όμως, η διασύνδεσή αυτού του σώματος ιδεών με τον Πουλαντζά υπήρξε ελάχιστη, παρά την κοινή σύνδεση με τον Γκράμσι.

Επίσης, η ανάπτυξη της θεωρίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ως κλάδου πλήρως συνδεδεμένου με τα συμφέροντα της ΕΕ σήμανε ότι κάθε θεωρία η οποία αμφισβητούσε αυτά τα συμφέροντα έπρεπε να περιθωριοποιηθεί. Οι ευρωπαϊκές σπουδές έχουν υπάρξει ιστορικά όχι ως σπουδές της ευρωπαϊκής ενοποίησης, αλλά ως σπουδές για την ευρωπαϊκή ενοποίηση και υπέρ αυτής. Ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στη χρηματοδότησή τους δεν πρέπει να υποτιμάται, ούτε και η ηγεμονία συγκεκριμένων θεωρητικών παραδειγμάτων υπέρ της ΕΕ, σε βαθμό τέτοιο μάλιστα που να επιτρέπει τη σύλληψη του συγκεκριμένου γνωστικού πεδίου ως μηχανισμού νομιμοποίησης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και αναπαραγωγής συγκεκριμένων ιδεολογικών παραδοχών υπέρ αυτής. Ένας Πουλαντζάς που ανατέμνει τον ιμπεριαλιστικό προσανατολισμό του ευρωπαϊκού μορφώματος δεν είχε και δεν έχει καμία θέση σε έναν ερευνητικό κλάδο που, για παράδειγμα, σκιαγραφεί τις εξωτερικές και στρατιωτικές βλέψεις της ΕΕ ως προϊόντα μιας «ειρηνικής», «ηθικής» ή «κανονιστικής» Ευρώπης.[xxiv]


Η επικαιρότητα του Πουλαντζά ως θεωρητικού της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης

Μια προφανής απάντηση στο ερώτημα «πού έγκειται η επικαιρότητα του Πουλαντζά ως θεωρητικού της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» είναι «πουθενά», εφόσον τις επεξεργασίες του και τη σημερινή ΕΕ χωρίζουν πάνω από τρεις δεκαετίες. Από τα μέσα του ’70 μέχρι σήμερα εξελίξεις όπως η Κοινή Αγορά, η Συνθήκη τουΜάαστριχτ, η κυκλοφορία του ευρώ, η ενίσχυση των τυπικών εξουσιών τουΕυρωπαϊκού Κοινοβουλίου και η οικοδόμηση μιας κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής άμυνας και ασφάλειας, μπορούν να ιδωθούν ως γεγονότα που αναιρούν εντελώς το αντικείμενο μελέτης του Έλληνα διανοητή στα μέσα της δεκαετίας του ’70. Δενείναι όμως έτσι τα πράγματα, ιδιαίτερα καθώς η διαδικασία ευρωπαϊκής ενοποίησης δεν οδήγησε στην οικοδόμηση ενός υπερεθνικού κράτους. Αντίθετα, έφερε στηνεπιφάνεια νέες αντιθέσεις που επιβεβαιώνουν τις αρχικές προβλέψεις του Πουλαντζά.

Η πτυχή της πουλαντζιανής σκέψης που παρουσιάζεται περισσότερο προβληματική σήμερα είναι η υπερτίμηση εκ μέρους του της εξάρτησης του ευρωπαϊκού μορφώματος από τις ΗΠΑ, μια θέση που στα μέσα του ’70 ανταποκρινόταν πλήρως στην πραγματικότητα, αλλά που πλέον αδυνατεί να περιγράψει τις τάσεις στρατηγικής αυτονόμησης της ΕΕ από τις ΗΠΑ. Η συγκεκριμένη πτυχή απαιτεί περαιτέρω μελέτη, που να αγκαλιάζει τις πολιτικο-οικονομικές εξελίξεις στο επίπεδο των διμερών σχέσεων ΗΠΑ – ΕΕ, κάτι που ξεφεύγει από τα όρια του συγκεκριμένου κεφαλαίου. Ενδεικτικά, κατά τα έτη 1998, 1999 και 2000, οκτώ, οκτώ και επτά από τις δέκα μεγαλύτερες εξαγορές ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ΕΕ αφορούσαν εξαγορές αμερικανικών εταιρειών από ευρωπαϊκές.[xxv] Όμως, ακόμα κι αυτή η πτυχή της σκέψης του μεγάλου διανοητή χαρακτηρίζεται από ερμηνευτική ισχύ σήμερα. Για τον Λίο Πάνιτς,

Η οπτική του Πουλαντζά για τη διείσδυση του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στα ευρωπαϊκά κράτη είναι ακόμα βάσιμη. Ενδεικτική αυτής της διείσδυσης είναι η πρόθυμη συνεργασία καθενός κράτους-μέλους της ΕΕ με την πιο πρόσφατη επιβεβαίωση της αμερικάνικης στρατηγικής ηγεμονίας έναντι της Ευρώπης – τον πόλεμο του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία. Εκείνοι που εστιάζουν σε δευτερεύοντες εμπορικούς και νομισματικούς ανταγωνισμούς βλέπουν τις μπανάνες και δεν βλέπουν τις βόμβες.[xxvi]

Φαινόμενα όπως η ειδική σχέση ΗΠΑ και Ηνωμένου Βασίλειου ή η σύγκλιση των νέωνκρατών-μελών της πρώην Ανατολικής Ευρώπης με τον ατλαντισμό, δεν μπορούν ναγίνουν κατανοητά χωρίς τη συνδρομή αυτών των επεξεργασιών.

Φαίνεται ότι η εμμονή του Πουλαντζά στην ηγεμονία του αμερικανικού κεφαλαίου στην Ευρώπη αποτύπωνε και μια ευρύτερη ιδεολογική αντίθεση προς το όραμα μιας ενωμένης καπιταλιστικής Ευρώπης – αντίβαρο στις ΗΠΑ. Για παράδειγμα, μια πτυχή της κριτικής του προς τον Mαντέλ αφορούσε τη με τα μάτια του Πουλαντζά de facto συμπόρευσή του δεύτερου με «την τωρινή αστική προπαγάνδα για την “ενωμένη Ευρώπη”».[xxvii] Η βαρύτητα της κατηγορίας μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο μέσα από αυτό το πρίσμα, της a priori εναντίωσης του Πουλαντζά στη θέαση της ευρωπαϊκής ενοποίησης ως μιας ευπρόσδεκτης εξισορροπητικής διαδικασίας έναντι των άλλων ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων. Η αξιακή σκοπιά της ανάλυσής του είναι αντικαπιταλιστική και αντιιμπεριαλιστική.

Είναι όμως καιρός να διακριθεί το οντολογικό από το κανονιστικό στοιχείο στη θέαση του ευρωπαϊκού μορφώματος. Μπορεί κάποιος να ασκήσει κριτική στην ευρωπαϊκή ενοποίηση από αντικαπιταλιστική σκοπιά χωρίς να παραβλέπει τις διακριτές τάσεις επέκτασης του ευρωπαϊκού κοινωνικού σχηματισμού σε αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ. Η κατάδειξη του σχετικά αυτόνομου ρόλου του ευρωπαϊκού κοινωνικού σχηματισμού μέσα στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα δεν μεταφράζεται σε υποστήριξή του. Τα μεγάλα βήματα αυτόνομης ανάπτυξης και επέκτασης τουευρωπαϊκού καπιταλισμού, από το ευρώ μέχρι το πρόγραμμα Galileo και από τον ευρωστρατό και τις επεμβάσεις στην Αφρική μέχρι την επέκταση της ΕΕ προς Ανατολάς, δείχνουν πόσο αναγκαία είναι η αναδιατύπωση των πουλαντζιανών κρίσεωνγια την ευρωπαϊκή ενοποίηση χωρίς τη μονόπλευρη άρνηση των τάσεων αυτόνομου επεκτατισμού του ευρωπαϊκού διεθνοποιημένου κεφαλαίου, ακόμα και μέσα στις ΗΠΑ.Όμως, αυτή η «κάθαρση» της σκέψης του Πουλαντζά ξεφεύγει από τα όρια του παρόντος ερευνητικού σημειώματος.

Ο Κις βαν ντερ Πέιλ εντοπίζει ως εξής τη συμβολή του έλληνα φιλοσόφου: «Αυτό που είδε ο Πουλαντζάς ήταν ότι το κεφάλαιο, καθώς διαπερνά μια εθνική οικονομία, αποδιοργανώνει την κοινωνική συνοχή της και υποτάσσει την άρχουσα τάξη της χώρας στα δικά του σχέδια».[xxviii] Τελικά, αυτή η ανυπέρβλητη αντίφαση απέναντι στην οικονομική διεθνοποίηση και τους εθνικούς όρους αναπαραγωγής της αστικής ηγεμονίας αποτελεί τον κρισιμότερο παράγοντα ανάσχεσης της οικοδόμησης ενός πανευρωπαϊκού κρατικού μορφώματος, αλλά και πηγή συνεχών τριβών και αντιπαραθέσεων εντός της ΕΕ. Και είναι η ανάλυση αυτής ακριβώς της αντίφασης που έχει διαφύγει εντελώς της προσοχής της θεωρίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, όντας, η τελευταία, ξεκομμένη από τις μαρξιστικές θεωρίες του κράτους, συμπεριλαμβανομένης και της συμβολής του Πουλαντζά.

Σήμερα, μια πουλαντζιανή προσέγγιση της ΕΕ θα μπορούσε να ενθαρρύνει μια διπλή μετατόπιση του κέντρου βάρους των ευρωπαϊκών σπουδών, από το ευρωπαϊκό στο εθνικό (εθνικό κράτος) και από το ευρωπαϊκό στο παγκόσμιο (παγκόσμια ιμπεριαλιστική αλυσίδα). Μια τέτοια μετατόπιση ισοδυναμεί με την πρόσληψη της θεωρίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ως κλάδου της διεθνούς πολιτικής οικονομίας, εάν αποδεχθούμε την άποψη του Πουλαντζά ότι η δυναμική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης καθορίζεται σε τελική ανάλυση από τη διεθνοποίηση της καπιταλιστικής παραγωγής. Η στροφή προς την πολιτική οικονομία αποτελεί προϋπόθεση μελέτης των μεταβολών που η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση επιφέρει σε πλευρές του εποικοδομήματος, όπως η άμυνα. Η ενίσχυση των κατασταλτικών μηχανισμών σε επίπεδο ΕΕ, καθώς και η ανάπτυξη μιας κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής άμυνας και ασφάλειας, ανταποκρίνονται στην ανάγκη προβολής εξωτερικής ισχύος και καταστολής του ταξικού εχθρού μιας διεθνοποιημένης, μονοπωλιακής μερίδας της αστικής τάξης στην Ευρώπη.[xxix] Καιρός είναι αυτά τα φαινόμενα να μελετηθούν ως τέτοια από τις ευρωπαϊκές σπουδές, και η ενασχόληση με τον Πουλαντζά θα μπορούσε να συμβάλει τα μέγιστα προς αυτή την κατεύθυνση.


Συμπέρασμα

Η παρούσα ανάλυση βρίσκεται σε συμφωνία με τα συμπεράσματα που εξάγει οΆγγελος Ελεφάντης, ένας διανοητής που όπως κι ο Ν. Πουλαντζάς μάς λείπει πολύσήμερα:

Τι απομένει σήμερα από το έργο του Νίκου Πουλαντζά; […] α) εξακολουθεί να ισχύει ότι το σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος έχει κεντρική σημασία για την οργάνωση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής υπεραξίας∙ β) ο σύγχρονος μονοπωλιακός καπιταλισμός […] εξακολουθεί να είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τον ιμπεριαλισμό […]∙ γ) και η σημερινή διεθνοποίηση της αγοράς […] δεν αφαιρεί τίποτε από τη βαρύτητα και την κεντρικότητα του Έθνους.[xxx]

Πλάι σ’ αυτά τα ευρήματα, δείχτηκε εδώ πώς μια σύγχρονη πουλαντζιανήπροσέγγιση στην ευρωπαϊκή ενοποίηση μπορεί να φωτίσει τις τεράστιες αντιφάσεις της και το αδύνατο της πραγμάτωσής της προς την κατεύθυνση της πολιτικής ενοποίησης. Επίσης, υποστηρίχτηκε ότι η θεωρία του κράτους και η θεωρία τηςευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στον Πουλαντζά είναι δύο διακριτά σώματα ιδεών, που δενεπιτρέπουν την απλή μετάφραση της ευρωπαϊκής ενοποίησης ως πεδίου συμπύκνωσης ταξικών συσχετισμών όμοιου με το αστικό κράτος. Το ευρωπαϊκό μόρφωμα στονΠουλαντζά είναι πρωτίστως μηχανισμός, και δευτερευόντως πεδίο.

Συνολικά, παρόλη την έντονα θεωρητική της διάσταση, η συμβολή του Πουλαντζά στην ερμηνεία του ευρωπαϊκού φαινομένου είναι πρωτίστως πολιτική. Κοινός παρονομαστής όλως των σύνθετων και συχνά αντιφατικών επεξεργασιών του για την Ευρώπη είναι η σημασία της ταξικής πάλης, η οποία όμως δεν πρέπει να συγχέεται με τον βολονταρισμό των συσχετισμών. Ο Πουλαντζάς δεν κουράζεται να τονίζει την αμετάκλητα καπιταλιστική και ιμπεριαλιστική φύση του ευρωπαϊκού μορφώματος. Όσο για την κατεύθυνση του πολιτικού προγράμματος της αριστεράς σε εποχές όξυνσης αυτής της κρίσης, ο Πουλαντζάς δεν αφήνει περιθώρια για παρανοήσεις, αναφερόμενος σε ριζοσπαστικά σοσιαλιστικά μέτρα και σε συντριβή των εθνικών κρατικών μηχανισμών. Επιπλέον, στρέφεται στο εθνικό πεδίο, επισημαίνοντας ότι «η πάλη των λαϊκών μαζών στην Ευρώπη ενάντια στις δικές τους εσωτερικές αστικές τάξεις και ενάντια στα δικά τους κράτη παίζει […] θεμελιακό ρόλο».[xxxi] Όπως συμπεραίνει και ο Μπομπ Τζέσοπ, για τον Πουλαντζά «η πάλη για το σοσιαλισμό πρέπει ακόμα να είναι οργανωμένη γύρω από την κατάκτηση της κρατικής εξουσίας στο επίπεδο του έθνους-κράτους».[xxxii] Με αυτή την έννοια, το να (ξανα)διαβάσουμε τον Πουλαντζά αποτελεί ένα από τα επαναστατικά καθήκοντα της εποχής μας.


Υποσημειώσεις και βιβλιογραφία είναι διαθέσιμες στην έντυπη έκδοση.


20 May 2012

Και την αριστερή πίτα ολόκληρη, και τον ευρωπαϊστή σκύλο χορτάτο;

  


 

Και την αριστερή πίτα ολόκληρη, και τον ευρωπαϊστή σκύλο χορτάτο;
 
ΣΥΡΙΖΑ και Ευρώπη
 
 

του Ηρακλή Οικονόμου

(Στάλθηκε προς δημοσίευση σε περιοδικό τον Μάιο του 2012 αλλά δεν δημοσιεύτηκε λόγω έλλειψης χώρου).



Κοινά συμφέροντα και λάθος συνταγές

Μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου, ακολούθησε μία ομοβροντία δηλώσεων προβεβλημένων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ με κοινό παρονομαστή την ιδέα ότι το ελληνικό πρόβλημα απαιτεί πρωτίστως μία συναινετική αλλαγή της ασκούμενης πολιτικής λιτότητας από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Είτε από βλακεία, είτε από άγνοια, οι ευρωπαίοι εταίροι μας υποτίθεται ότι αρμενίζουν στραβά· αυτό που απαιτείται είναι μία αναλυτική ενημέρωση, μία φιλική κουβέντα, μία διαπραγμάτευση έστω, που θα φέρει τον καπετάνιο στα συγκαλά του. Εξάλλου, είναι προς το συμφέρον όλων το ευρωπαϊκό καράβι να βρει τη ρότα του: «Το θέμα είναι να πείσουμε εταίρους και δανειστές ότι είναι προς το κοινό συμφέρον να αλλάξουμε την πολιτική λιτότητας».[i] Το ίδιο λογικό σχήμα επαναλαμβάνεται: «Εμείς θέλουμε να πείσουμε τους Ευρωπαίους εταίρους μας ότι ακολουθούν μια λάθος συνταγή. … Να κάτσουμε στο τραπέζι να κουβεντιάσουμε για ένα άλλο πρόγραμμα για το καλό όλων μας».[ii]Και κορυφώνεται στην επιστολή του Αλέξη Τσίπρα προς τους ηγέτες των ευρωπαϊκών οργάνων, η οποία ξένισε με τον συμφιλιωτικό της τόνο: «Είναι βαθιά η πίστη μας ότι το πρόβλημα της κρίσης είναι ευρωπαϊκό, και άρα σε ευρωπαϊκό επίπεδο πρέπει να βρεθεί η λύση».[iii]

Η παραπομπή της λύσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο μαρτυρά μία συγκεκριμένη αντίληψη για τη σχέση εθνικού-ευρωπαϊκού, που αντανακλάται στην αντλημένη από τη φιλελεύθερη θεωρία διεθνών σχέσεων έννοια της αλληλεξάρτησης.[iv]Στην έννοια της εξάρτησης υπάρχει το στοιχείο της εξουσίας και της επιβολής, όπου κάποιος κάνει κάτι που ορίζεται και επιβάλλεται από κάποιον άλλο. Αντίθετα, η αλληλεξάρτηση αντανακλά μία συναινετική αντίληψη της πολιτικής που βασίζεται εννοιολογικά σε μία υποτιθέμενη κοινότητα συμφερόντων. Αυτήν την κοινότητα δεν την αντιλαμβάνονται πάντα όλοι οι δρώντες – όμως ευτυχώς ο ΣΥΡΙΖΑ είναι εδώ για να τους την υπενθυμίσει. Έτσι, η σχέση Ελλάδας-ΕΕ προσδιορίζεται ως «δομική αλληλεξάρτηση»: «Εμείς δεν μιλάμε για μονομερείς ενέργειες. Αντιθέτως, αναγνωρίζουμε ότι έχουμε μια δομική αλληλεξάρτηση στην ΕΕ και γι’ αυτό δεν μιλούμε για μονομερείς ενέργειες αλλά για επαναδιαπραγμάτευση των πάντων, εκτός και αν υποχρεωθούμε σε μονομερείς ενέργειες».[v]

Εδώ γεννιέται το εξής ερώτημα: πώς μπορεί η παύση πληρωμών και η διαγραφή χρέους να γίνει πολυμερώς; Πώς πείθεις τον πιστωτή σου να παραιτηθεί απ’ όσα του χρωστάς, χωρίς τίμημα για σένα; Αφενός, ο ΣΥΡΙΖΑ διαφώνησε με το PSI και με τη μεγάλη απώλεια πόρων των ασφαλιστικών ταμείων που προέκυψε μέσα από την «πολυμερή» συμφωνία διαγραφής μέρους του ελληνικού χρέους. Αφετέρου, διαλαλεί ότι θα αποφύγει τις μονομερείς ενέργειες. Η ιστορία δείχνει ότι η πολυμερής διαγραφή χρέους προσφέρεται ως «καρότο» σε μία απόλυτα ελεγχόμενη τοπική ελίτ, όπως στην περίπτωση της μεταπολεμικής Γερμανίας ή του μετα-Σαντάμ Ιράκ. Κάθε διαγραφή χρέους που υπήρξε μέρος ενός ευρύτερου προγράμματος απεμπλοκής από διεθνείς δομές εξάρτησης έγινε μονομερώς από τον χρεώστη, όπως στην περίπτωση των ΗΠΑ της ανεξαρτησίας, ή της μετεπαναστατικής Κούβας.

Τα πράγματα γίνονται ακόμα δυσκολότερα όταν στο τραπέζι μπαίνει το σύνθημα της «παραγωγικής ανασυγκρότησης». Ο Γιάννης Δραγασάκης επισημαίνει ότι «δεν μπορεί να είμαστε στο ευρώ χωρίς καμία βιομηχανία, χωρίς παραγωγική βάση … Το διακύβευμα δεν είναι μέσα ή έξω από το ευρώ, αλλά η “επανένταξη” στο ευρώ με όρους ισοτιμίας και αξιοπρέπειας».[vi]Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα λογικό σφάλμα· πώς μπορούμε να επανενταχθούμε στο ευρώ με όρους ισοτιμίας όταν η συμμετοχή μας στην ίδια την ΕΕ εγγυάται την παραγωγική αποσάθρωση και την αδυναμία οικοδόμησης μιας έστω και υποτυπώδους παραγωγικής βάσης; Το διακύβευμα, με όρους παραγωγικής ανασυγκρότησης, δεν είναι μέσα ή έξω από το ευρώ, αλλά μέσα ή έξω από την ΕΕ.

Μένει λοιπόν στους σχεδιαστές του οικονομικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ να εξηγήσουν πώς μπορεί να ανασυγκροτηθεί παραγωγικά μία χώρα δίχως δική της νομισματική πολιτική, δίχως εθνικοποιημένο σύστημα τραπεζικής πίστης, και δίχως το δικαίωμα της κυβέρνησης να διοχετεύσει παραγωγικούς πόρους σε συγκεκριμένους τομείς μέσω επιδοτήσεων, ενίσχυσης των εξαγωγών, και άλλων παρεμβάσεων. Ο ΣΥΡΙΖΑ ισχυρίζεται ότι το ζήτημα της νομισματικής πολιτικής είναι λυμένο μέσα στο Ευρώ, ότι το τραπεζικό σύστημα θα συνίσταται από ένα δημόσιο πυλώνα και από ιδιωτικές τράπεζες που θα έχουν τύχει δημόσιας εξυγίανσης, και ότι η παραγωγική ανασυγκρότηση μπορεί να λάβει χώρα εντός της ΕΕ. Τι κι αν στους θεμελιώδεις κανόνες της Ένωσης περιλαμβάνεται η ελευθερία κίνησης του κεφαλαίου, η ελευθερία κίνησης προϊόντων και υπηρεσιών, και βέβαια η «ελεύθερη» αγορά και η παρέμβαση στη σχέση δημόσιας-ιδιωτικής ιδιοκτησίας προς όφελος της δεύτερης;

Με άλλα λόγια, τα ζητήματα της εξόδου από το Ευρώ και την ΕΕ, καθώς και της επεξεργασίας εναλλακτικών μορφών ολοκλήρωσης ανάμεσα στις χώρες που θα αποδεσμεύονται από τον ευρωπαϊκό καπιταλιστικό σχηματισμό, δεν αποτελούν ιδιοτροπία κάποιων ταλιμπάν αντι-ευρωπαϊστών. Αντίθετα, ανακύπτουν αναγκαστικά ως αιτήματα συνυφασμένα με κάθε πρόγραμμα προοδευτικού μετασχηματισμού που ατενίζει πέρα από τον καπιταλιστικό ορίζοντα, όσο «εξανθρωπισμένος» κι αν φαντάζει αυτός. Το Ευρώ και η ΕΕ είναι περιφερειακές δομές αυστηρότατης ταξικής πειθάρχησης υπέρ του διεθνοποιημένου κεφαλαίου. Δεν είναι τυχαίο που ως μόνο όρο υποστήριξης μιας οποιασδήποτε κυβέρνησης, μετεκλογικά, οι ηγέτες των καθεστωτικών κομμάτων έθεσαν τη συνέχιση της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας. Δεν το έκαναν επειδή θαυμάζουν το Ατόμιουμ στις Βρυξέλλες, ούτε επειδή γοητεύτηκαν από το χάρισμα του Χέρμαν Βαν Ρομπέι. Η αποδοχή της συμμετοχής στις ευρω-ενωσιακές δομές αποτελεί ουσιαστικά αποδοχή του αδύνατου της υπέρβασης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Ωστόσο, το πρόβλημα με τον ευρωπαϊσμό του ΣΥΡΙΖΑ δεν έγκειται στην αποδοχή ή μη αυτών των σχέσεων· είναι αναφαίρετο δικαίωμα του καθενός να αυτό-προσδιορίζεται ιδεολογικά όπως θέλει. Το πρόβλημα έγκειται στην παράλληλη επίκληση του σοσιαλισμού από μέρους του· και την αριστερή πίτα ολόκληρη, και τον ευρωπαϊστή σκύλο χορτάτο;

Κι άλλο new deal για την Ευρώπη;

Σύμφωνα και με έναν εκ των κορυφαίων παραγωγών πολιτικής μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, ο ρεφορμισμός έχει την τάση να αναζητά «‘εναλλακτικές’ οικονομικές πολιτικές διαχείρισης της (διεθνούς) οικονομίας, και μέτρα ‘δημοκρατικής διεξόδου’ για τον ‘θεσμικό εκδημοκρατισμό’».[vii] Εδώ ο Γιάννης Μηλιός περιγράφει με ακρίβεια – και ορίζει ως ρεφορμιστική – τη στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ έναντι της ΕΕ, δώδεκα χρόνια πριν τη συνυπογράψει. Το πρόβλημα με την Ένωση, για τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι ο δομικός χαρακτήρας της ως περιφερειακός μηχανισμός καπιταλιστικής ολοκλήρωσης, παρά μόνο η ασκούμενη πολιτική διαχείρισής της. Έτσι, και οι προτεινόμενες λύσεις (επαναδιαπραγμάτευση, αλλαγή της πολιτικής λιτότητας, κλπ.) αφορούν τη διαχείριση ενός προφανώς ορθού ή έστω καλοδεχούμενου μηχανισμού. Πόσο πιο ειλικρινής και ακριβής μπορεί να υπάρξει ένας κεϋνσιανός σοσιαλδημοκράτης σε σύγκριση με τον Τσίπρα που δηλώνει ότι: «Σε αυτή την κρίση υπάρχουν δύο δρόμοι που μπορούμε να ακολουθήσουμε. Ο ένας είναι ο δρόμος που ακολούθησε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ο Φραγκλίνος Ρούσβελτ του new deal της ρύθμισης. … Η Ευρώπη … αξίζει να ακολουθήσει τον δρόμο που ακολούθησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες τη δεκαετία του ’30».[viii]

Δυστυχώς, η στάση του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι λανθασμένη μόνο με όρους αντικαπιταλιστικής κριτικής, ως ρεφορμισμός· είναι λανθασμένη ακόμα και με τους δικούς του όρους που επικαλείται. Στις σημερινές συνθήκες, η οποιαδήποτε προσπάθεια αναβίωσης του καπιταλισμού του κράτους πρόνοιας είναι καταδικασμένη να ενισχύει ακόμα περισσότερο το ιδιωτικό κεφάλαιο. Χαρακτηριστική υπήρξε η αποκάλυψη της αντίληψης περί εθνικοποίησης του τραπεζικού συστήματος, πρόταση -σημαία του προεκλογικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ. Ο Δραγασάκης επεξηγεί: «Πρέπει να συζητήσουμε τον τρόπο που θα γίνει ο δημόσιος έλεγχος, ώστε να αποφευχθούν φαινόμενα του παρελθόντος. Εμείς προκρίνουμε κάτι κοντά στο σουηδικό μοντέλο, όταν η χώρα κρατικοποίησε τις τράπεζες, τις τροφοδότησε με κεφάλαια, τις εξυγίανε, τις κατέστησε κερδοφόρες και τις πούλησε σε ιδιώτες».[ix]Η εθνικοποίηση αλά ΣΥΡΙΖΑ δεν αφορά συνεπώς την πραγματική κοινωνικοποίηση των τραπεζών αλλά την τελική ιδιωτικοποίησή τους από το παράθυρο, μέσω της δημόσιας εξασφάλισης της κεφαλαιακής επάρκειας και κερδοφορίας τους!

Σε ένα πράγμα έχει δίκιο ο ΣΥΡΙΖΑ: στην επίκληση της απειλής που η αδιαλλαξία των ευρωπαίων ηγετών συνιστά για την κοινωνική συνοχή. Πράγματι, απαιτούνται παραχωρήσεις για να υπάρξει κοινωνική συνοχή. Όμως, η αστική τάξη δεν είναι πλέον διατεθειμένη να κάνει υποχωρήσεις, ούτε να διαπραγματευτεί. Ιδεολογικά, η παντοδυναμία των αστών από το ’89 και μετά, η παντελής απουσία αντίπαλου δέους σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, σήμαναν και την αδυναμία τους να αντιληφθούν την ανάγκη παραχωρήσεων ως προϋπόθεση διατήρησης της κοινωνικής συνοχής. Οικονομικά, δεν υπάρχουν πλέον οι προϋποθέσεις σε συνθήκες συστημικής κρίσης – δηλαδή εν μέσω της συνεχιζόμενης πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού κέρδους – για την επανασύσταση αυτού που οι νέοι σοσιαλδημοκράτες φαντασιώνονται ως παλιό, καλό κράτος πρόνοιας. Και αν αυτό ισχύει μία φορά για τα κράτη του αναπτυγμένου καπιταλισμού, ισχύει δέκα για ένα περιφερειακό κράτος όπως η Ελλάδα. Ο Αλέκος Αλαβάνος ορθά σημειώνει: «Μέσα στα πλαίσια όμως της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης που εξισώνει όλες τις κατακτήσεις προς τα κάτω, μέσα στο χώρο της Ευρωζώνης που βρίσκεται σε υπαρξιακή κρίση, εντός της περιφέρειάς της που γονατίζει κάτω από τη δημοσιονομική πειθαρχία, σε μια χώρα δεμένη με δουλικές δανειακές συμβάσεις δεν υπάρχει κανένα, απολύτως κανένα, περιθώριο σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής».[x]

Η ταξική υλικότητα του αριστερού ευρωπαϊσμού

Τελειώνοντας, είναι χρήσιμο να ερμηνευθεί η μετεκλογική στάση του ΣΥΡΙΖΑ υπέρ της επαναδιαπραγμάτευσης με τους ευρωπαίους εταίρους. Το να την αποδώσουμε σε μία προσπάθεια προεκλογικής παραπλάνησης του κόσμου ή μετεκλογικού καθησυχασμού του είναι κακεντρεχές και απλουστευτικό. Η «αστάθεια» λόγων και θέσεων δεν είναι αποτέλεσμα κακών ή κακών προθέσεων, αλλά συνέπεια της προσπάθειας άρθρωσης ενός αριστερών αποχρώσεων λόγου διαμαρτυρίας με παράλληλη προσκόλληση στο Ευρώ και στην ΕΕ. Τα όρια του ΣΥΡΙΖΑ είναι τα όρια του αριστερού ευρωπαϊσμού: η προσκόλληση στην Ευρώπη ως σύνολο καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Εκεί έγκειται η ουσία του «αριστερού ευρωπαϊσμού»: στην πίστη ότι η ΕΕ είναι κατά βάση μία θεμελιωδώς θαυμάσια ιδέα διότι βασίζεται σε θεμελιωδώς θαυμάσιες κοινωνικές σχέσεις, δηλαδή σε ένα φαντασιακό ευρωπαϊκό κεκτημένο αστικού κράτους δικαίου και κοινωνικής ευημερίας συνδυασμένης με την οικονομία της αγοράς. Αυτές οι σχέσεις ενίοτε αμαυρώνονται από αρνητικούς συσχετισμούς δυνάμεων. Ευτυχώς, βρίσκεται πάντα ένας Ολάντ για να αναδιατάξει τους συσχετισμούς αυτούς και να φέρει άρωμα αλλαγής στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Ή κάπως έτσι…

Παράλληλα, οι παλινδρομήσεις του ΣΥΡΙΖΑ, από τη μονομερή διαγραφή του χρέους και τη μονομερή ακύρωση του Μνημονίου στην αναζήτηση μιας ευρωπαϊκής λύσης, αντανακλούν τα όρια του ρεφορμισμού γενικότερα. Επισημαίνοντας την αντίθεση ανάμεσα στον προεκλογικό και στο μετεκλογικό λόγο του ΣΥΡΙΖΑ, ο Άλεξ Καλλίνικος τονίζει: «Αυτού του είδους η αμφιταλάντευση είναι στη φύση κάθε είδους ρεφορμισμού. Ο ρεφορμισμός επιδιώκει ταυτόχρονα να εκφράσει την αντίσταση των εργατών στον καπιταλισμό, αλλά και να την περιορίσει μέσα στα πλαίσια του συστήματος».[xi]

Κι αν δεν υπήρχε ρεφορμισμός, ο ΣΥΡΙΖΑ θα έπρεπε να τον εφεύρει, καθώς μία τεράστια μάζα πρώην ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ μετακινείται προς αυτόν. Ποιο είναι το κύριο χαρακτηριστικό τους; Η προσδοκία ότι είναι ακόμα εφικτή η επιστροφή στα «παλιά», ότι είναι εφικτό να συνεχίσουμε όπως πρώτα. Και η θέση του ΣΥΡΙΖΑ ότι είναι δυνατή η απόρριψη του Μνημονίου (και κάθε παρεμφερούς προγράμματος δημοσιονομικής πειθαρχίας) με παράλληλη παραμονή στο Ευρώ και στην ΕΕ «κουμπώνει» στην προσδοκία αυτή. Η κρίσιμη λεπτομέρεια, ότι η ακολουθούμενη πολιτική λιτότητας δεν είναι απλώς ένα επιδιορθώσιμο ατόπημα αλλά στρατηγική αναπαραγωγής του ευρωπαϊκού καπιταλιστικού μηχανισμού στην τρέχουσα κρίση κερδοφορίας, αποσιωπάται. Και η παραπομπή σε μία μελλοντική άρση της λιτότητας σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι μουσική στ’ αυτιά των πρώην ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ. Δεν χρειάζεται να αλλάξουμε σύμφωνα με τις επιταγές του Μνημονίου, ούτε όμως σύμφωνα με τις επιταγές ενός επαναστατικού μετασχηματισμού. Θα αλλάξουν οι Ευρωπαίοι για μας, και μάλιστα χάρις στη δική μας σοφή παρέμβαση.

Ένας καλοπροαίρετος θα υπέθετε ότι αρκεί η συντροφική κριτική του ευρωπαϊσμού αλά ΣΥΡΙΖΑ για να καταδειχτούν οι αντιφάσεις του και να πειστούν οι φορείς του για την ανάγκη άρνησης του Ευρώ και της ΕΕ. Το πρόβλημα όμως είναι μόνο εκ πρώτης όψεως ιδεολογικό· στην ουσία του, είναι ταξικό.  Το κόμμα του Συνασπισμού χαρακτηρίζεται από την ηγεμονία εντός του εκείνων των μερίδων της μικροαστικής τάξης που συνδέονται με ανθεκτικό ομφάλιο λώρο με την ΕΕ. Η σύνδεση αυτή είναι δευτερευόντως μόνο αξιακή ή ιδεολογική· πρωτίστως, είναι στενά οικονομική, υλική. Με άλλα λόγια, το ταξικό υπόβαθρο του Συνασπισμού είναι ευρωπαϊστικό, διότι η υλική και χρηματική σύνδεση με την ΕΕ αποτελεί όρο επιβίωσης και συνθήκη ύπαρξης των ταξικών μερίδων που εκπροσωπεί. Δεν είναι τυχαίο που ο ΣΥΡΙΖΑ εκπροσωπείτο κατά την περίοδο 2004-2009 στο ευρωκοινοβούλιο από έναν πολιτικό με επαγγελματική ιδιότητα «επιχειρησιακός σχεδιασμός και διαχείριση ευρωπαϊκών προγραμμάτων».[xii] Ερευνητές, οικονομολόγοι, μηχανικοί, καθηγητές πανεπιστημίου, περιβαλλοντολόγοι, στελέχη μη κυβερνητικών οργανώσεων, υπάλληλοι υπουργείων, σύμβουλοι συνδικάτων και τοπικής αυτοδιοίκησης, ως και σύμβουλοι διαχείρισης αναπτυξιακών προγραμμάτων, συνθέτουν τον πυρήνα του στελεχικού και κοινωνικού δυναμικού του Συνασπισμού και ηγεμονεύουν σαφώς μέσα σ’ αυτό. Η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση δεν είναι γι’ αυτούς απλώς μία επιλογή ανάμεσα στις άλλες· είναι όρος ύπαρξής τους. Με αυτή τη χρηματοδότηση – ή, ακριβέστερα, με αυτές τις κοινωνικές σχέσεις – ταξιδεύουν, συμβουλεύουν, ερευνούν, ζουν. Το να ζητήσουμε να απαρνηθούν το θεσμικό μηχανισμό που παράγει αυτές τις κοινωνικές σχέσεις ισοδυναμεί με το να ζητήσουμε από έναν δύτη να κόψει το λάστιχο παροχής οξυγόνου. Είναι όχι μόνο αφελές, αλλά και απάνθρωπο.

Συμπέρασμα

Τι απομένει, τώρα που η περιπέτεια του ΣΥΡΙΖΑ στα σαλόνια της Ευρώπης κατέδειξε την προσκόλλησή του στην ευρωπαϊστική αφήγηση; Απομένει ισχυρό το αίτημα ενωτικής συμπόρευσης εκείνων των δυνάμεων της αριστεράς που θέτουν ως στόχο την υπέρβαση του Ευρώ και της ΕΕ ως μέσα πειθάρχησης υποτελών τάξεων και περιφερειακών χωρών. Από το Αριστερό Ρεύμα του Συνασπισμού και κάποιες συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και από το Μέτωπο Αλληλεγγύης μέχρι το ΚΚΕ, ξετυλίγεται ένα δυναμικό ιδεών και ανθρώπων που καλούνται να συμπορευθούν ενωτικά. Ως προς το χώρο του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ, φαίνεται ότι το θέλγητρο της εκλογικής μεγέθυνσης και ένας παλιομοδίτικος εισοδισμός έχουν εγκλωβίσει για τα καλά έναν κόσμο που μέχρι χθες μιλούσε ανοιχτά για έξοδο από το Ευρώ και την ΕΕ. Αυτός ο κόσμος, αν και αποστασιοποιείται ρητά από την ατζέντα του «αριστερού» ευρωπαϊσμού, δεν αποστασιοποιείται από έναν πολιτικό σχηματισμό που σε μία μόνο μετεκλογική εβδομάδα μοίρασε τόσους όρκους πίστης στο ευρωπαϊκό καπιταλιστικό μόρφωμα όσους δεν μοίρασε ο Ζαν Μονέ σε ολόκληρη τη ζωή του! Μπορούν οι υγιείς δυνάμεις του πολιτικού φάσματος που μόλις περιγράφηκε να συνομιλήσουν με ταπεινότητα και συντροφικότητα, και να επεξεργαστούν μία κοινή προγραμματική πλατφόρμα; Μπορούν να πάνε το αίτημα της κοινωνικής χειραφέτησης λίγο πιο πέρα από τις ευρωπαϊστικές αυταπάτες, αφενός, και τον σεχταριστικό αυτισμό, αφετέρου; Ιδού …οι Βρυξέλλες, ιδού και το πήδημα.
 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[i] Α. Τσίπρας, Συνέντευξη στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, 14 Μαΐου 2012.

[ii] Α. Τσίπρας, Συνέντευξη στο CNBC, 10 Μαΐου 2012.

[iii] Α. Τσίπρας, Επιστολή προς την ευρωπαϊκή ηγεσία, 10 Μαΐου 2012.

[iv] Βλ. R. O. Keohane και J. S. Nye, Power and Interdependence, Βοστώνη: Little, Brown and Co., 1977.
[v] Γ. Δ
ραγασάκης, Συνέντευξη στο «Βήμα», 13/5/2012.

[vi] Στο ίδιο.

[vii] Γ. Μηλιός, «Λόγος περί ‘παγκοσμιοποίησης’ και μαρξιστική Αριστερά», Θέσεις, τ. 72, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2000.

[viii] Α. Τσίπρας, Συνέντευξη στο CNBC, 10 Μαΐου 2012.

[ix] Γ. Δραγασάκης, Συνέντευξη στο «Βήμα», 13/5/2012.

[x] Α. Αλαβάνος, «15 Σημειώσεις στο Πρόχειρο», 12 Μαΐου 2012, www.tometopo.gr

[xi] Α. Καλλίνικος, «Η κρίση στην ευρωζώνη και η αριστερά στην Ευρώπη», Το Βήμα, 17 Μαΐου 2012.

[xii] «Βιογραφικό», www.papadimoulis.gr